Η ανακοίνωση της ίδρυσης του ΕΛΑΣ (Ελληνική Αριστερή Συσπείρωση) από τον Αλέξη Τσίπρα δεν θα προκαλέσει μόνον πολιτικές ανακατατάξεις.

Όπως ήταν αναμενόμενο, άνοιξε και έναν νέο γύρο αντιπαραθέσεων στον χώρο της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς,

Αυτό είναι το καίριο ερώτημα. Οι υποστηρικτές του πρώην πρωθυπουργού μιλούν για μια νέα αρχή. Οι επικριτές του απαντούν ότι πρόκειται για πολιτικό rebranding και συνεπώς δεν αρκεί μια νέα ονομασία για να ξεχαστούν λάθη, αντιφάσεις και πρόσωπα του παρελθόντος.

Το στοίχημα είναι αν το εγχείρημα θα παράγει νέα πολιτική ή απλώς νέο περιτύλιγμα. Κι αυτό θα φανεί πολύ σύντομα.

Η κριτική που ακούστηκε είναι ότι κυριάρχησαν οι γενικές διακηρύξεις περί κοινωνικής δικαιοσύνης, δημοκρατίας και προοδευτικής διακυβέρνησης, ότι δεν ανέφερε κάτι διαφορετικό, ρηξικέλευθο, ριζοσπαστικό, όπως για παράδειγμα τον διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας.

Πολλοί περίμεναν πιο συγκεκριμένες απαντήσεις για την οικονομία, το κράτος και την εξωτερική πολιτική.

Οι υποστηρικτές του αντιτείνουν ότι κάθε νέο πολιτικό εγχείρημα ξεκινά από τις βασικές αρχές και εξειδικεύει αργότερα το πρόγραμμά του.

Πέραν τούτου, μη ξεχνάμε ότι ζούμε σε μια εποχή που απουσιάζουν τα μεγάλα αφηγήματα, οι ιδέες που εμπνέουν και κινητοποιούν ευρύτερες κοινωνικές ομάδες, όπως τις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70. Ο κόσμος έχει εθιστεί στον πόλεμο, τη βία, αδιαφορεί για «τα λόγια τα παχιά και τα μεγάλα» και δύσκολα κινητοποιείται.

Ζούμε στην «εποχή των τεράτων», όπως είχαν γράψει οι New York Times με αφορμή την επανεκλογή Τραμπ. Tο διεθνές δίκαιο καταρρακώνεται, το Κράτος Δικαίου συρρικνώνεται, η διαφθορά εξαπλώνεται, οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, η ακροδεξιά ενισχύεται και πρέπει να υπερασπιστούμε τα αυτονόητα στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο Τσίπρας ακόμη κι αν έλεγε κάτι πραγματικά νέο, η κοινή γνώμη θα περίμενε, περιμένει τι θα κάνει στην πράξη. Αυτό μετράει.

Διότι δεν είναι ένα ουδέτερο όνομα και για το πάλαι ποτέ αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο και τους ακροκεντρώους, που θεωρούν τον Τσίπρα υπεύθυνο για «όλα τα κακά του κόσμου», ήταν μια καλή ευκαιρία για να «ρίξουν πάλι δηλητήριο».

Στα social media η αντιπαράθεση ξέφυγε γρήγορα από την ουσία και κατέληξε σε καβγά για σύμβολα, λες και το όνομα θα λύσει τα προβλήματα της αντιπολίτευσης.

Για κάποιους, το όνομα παραπέμπει σε μια ιστορική παράδοση της ελληνικής Αριστεράς, την οποία, όπως ειπώθηκε, «δεν έχει δικαίωμα να οικειοποιηθεί ένα κόμμα». Άλλοι ανέφεραν ότι «αποτελεί μια προσπάθεια αξιοποίησης ιστορικών συμβολισμών» με έντονο συναισθηματικό φορτίο.

Κοντολογίς, το όνομα ΕΛΑΣ είναι ένας βαρύς ιστορικός συμβολισμός που άλλοι θεωρούν φόρο τιμής και άλλοι πολιτικό μάρκετινγκ.

Παραπέμπει, όμως, τις νέες κυρίως γενιές απλά στη χώρα μας, την Ελλάδα, που κάποτε πρέπει να αναγεννηθεί.

Το βέβαιο είναι ότι η επιλογή δεν πέρασε απαρατήρητη και πέτυχε να επιβάλει τη δημόσια ατζέντα.

Εδώ θα κριθεί μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας του εγχειρήματος.

Αν κυριαρχήσουν πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν τα προηγούμενα χρόνια, αν οι πρώτες γραμμές στις εκδηλώσεις του ΕΛΑΣ γεμίσουν με πρόσωπα που κυβέρνησαν, συγκρούστηκαν, ηττήθηκαν και ανακυκλώνονται εδώ και μια δεκαετία, η υπόθεση του «νέου ξεκινήματος» θα δεχθεί ισχυρό πλήγμα.

Αντίθετα, η ανάδειξη νέων στελεχών θα μπορούσε να πείσει ότι δεν πρόκειται απλώς για ανακύκλωση πολιτικού προσωπικού.

Ο Τσίπρας, πάντως, όπως όλα δείχνουν από τη μέρα που πρωτοπαρουσίασε την «Ιθάκη» και έστειλε στον εξώστη πρωτοκλασάτα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, είναι διατεθειμένος να στηρίξει τη νέα του προσπάθεια κυρίως στις νέες γενιές και δευτερευόντως σε κάποιους παλιούς συντρόφους και συντρόφισσές του. Και καλά κάνει.

Ο πρώην πρωθυπουργός έχει κάνει την αυτοκριτική του για τα λάθη του παρελθόντος, εμφανίζεται και δείχνει ότι διδάχτηκε από αυτά, αλλά εύλογα παραμένει ένας πολιτικός που αναδείχθηκε σε προηγούμενες εποχές.

Καθότι το κόμμα -όπως και όλα στην Ελλάδα, από την άκρα Δεξιά έως την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά- είναι προσωποπαγές, σε ποιο βαθμό τα νέα στελέχη θα μπορέσουν να «ανοίξουν τα φτερά τους»;

Θα αφουγκραστούν τα προβλήματα της κοινωνίας, θα λειτουργήσουν κινηματικά, οι εσωκομματικές διαδικασίες θα είναι πραγματικά συλλογικές; Ή το ΕΛΑΣ θα διοικείται ουσιαστικά με «ενός ανδρός αρχή», που θα περιστοιχίζεται από μια ομάδα προοδευτικών τεχνοκρατών και ειδημόνων;

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο επιτακτικό αν ληφθεί υπόψη ότι ο κόσμος δύσκολα ξεβολεύεται από τον καναπέ του και το κόμμα δεν προέκυψε από ένα κίνημα, «από τα κάτω», αλλά είναι προϊόν διεργασιών μιας ομάδας του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα.

Οι εγγραφές, πάντως, τις πρώτες μέρες μετά την ίδρυση του νέου κόμματος στέλνουν ένα μήνυμα αισιοδοξίας.

Καταρχάς, διότι, γνωρίζουν ότι εξακολουθεί να διαθέτει πολιτικό κεφάλαιο, αναγνώριση και αναγνωρισιμότητα που κανένα άλλο πρόσωπο στον χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς δεν έχει καταφέρει να αποκτήσει.

Επιπλέον –και αυτό είναι αλήθεια, όπως λέει πολύς κόσμος- είναι το μοναδικό πρόσωπο του χώρου που έχει αποδείξει ότι μπορεί να διεκδικήσει την εξουσία, να αντιπαρατεθεί στο καθεστώς Μητσοτάκη και να κερδίσει τις εκλογές ενδεχομένως όχι στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, που πιθανότατα θα γίνει τον Οκτώβριο, αλλά σίγουρα, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του, στη μεθεπόμενη.

Ο δεύτερος λόγος, απόρροια του πρώτου, είναι η πολιτική επιβίωση αυτών των στελεχών που θεωρούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα αυτοδιαλυθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Και ενόψει αυτής της δυσάρεστης προοπτικής, αντί  να αγωνιστούν για να σώσουν το κόμμα τους,  αντί να κρατήσουν την αξιοπρέπειά τους και να συζητήσουν αργότερα πιθανές συνεργασίες με τον Τσίπρα στη βάση προγραμματικών συγκλίσεων, κυριαρχεί «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» και η προσωπική ατζέντα του καθενός και της καθεμιάς για μια καρέκλα ενδεχομένως στο ΕΛΑΣ ή/και σε κάποιο μελλοντικό υπουργικό συμβούλιο. Τόσο απλά, κυνικά και συνάμα τραγικά.

Έτσι ερμηνεύεται το παράδοξο αρκετοί να εμφανίζονται καθημερινά στα όργανα του ΣΥΡΙΖΑ και ταυτόχρονα να στέλνουν πολιτικά μηνύματα στήριξης προς τον Τσίπρα. Κάποια στιγμή, όμως, θα χρειαστεί να αποφασίσουν σε ποιο γήπεδο παίζουν.

Διότι δεν μπορεί κανείς να στηρίζει έμμεσα ένα νέο κόμμα και ταυτόχρονα να δηλώνει (δήθεν) απολύτως αφοσιωμένος στο κόμμα στο οποίο ανήκει.

Διότι αντιλαμβάνονται ότι ένας ενεργός Τσίπρας αλλάζει το πολιτικό παιχνίδι.

Στο ΠΑΣΟΚ φοβούνται διαρροές ψηφοφόρων από τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Αυτό δείχνουν, άλλωστε, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις. Συνεπώς η στρατηγική της αργής ανόδου και της εκλογικής νίκης «με μια ψήφο διαφορά» περιορίζονται ακόμη περισσότερο.

Στη Νέα Αριστερά, στελέχη της οποίας  επέλεξαν την ιδεολογική περιχαράκωση βλέπουν (;) πλέον να κινδυνεύει η ίδια η πολιτική τους ύπαρξη. Έτσι αμφισβητούν το ίδιο το εγχείρημα και αντιμετωπίζουν τον Τσίπρα ούτε λίγο, ούτε πολύ ως ταξικό εχθρό. Σε μεγαλύτερο βαθμό ισχύει αυτό για την Πλεύση Ελευθερίας.

Για να αποδειχθεί ακόμη μια φορά ότι η πιο σκληρή κριτική δεν έρχεται από τη Νέα Δημοκρατία, αλλά από κόμματα που θεωρητικά βρίσκονται στην ίδια πλευρά του πολιτικού φάσματος.

Αντί να συζητείται ποιο πρόγραμμα μπορεί να αμφισβητήσει αποτελεσματικά την κυβέρνηση, πώς μπορεί να επιτευχθεί μια προγραμματική σύγκλιση, μεγάλο μέρος της δημόσιας αντιπαράθεσης αφορά το ποιος θα ηγηθεί, ποιος θα μετακινηθεί, ποιος θα χάσει στελέχη και γιατί δεν πρέπει να συνεργαστούν μεταξύ τους παρά γιατί πρέπει να φύγει η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Τα κόμματα κυρίως της Αριστεράς δεν αντιλαμβάνονται ότι η αναζήτηση της απόλυτης ιδεολογικής καθαρότητας μπορεί να ικανοποιεί κομματικά ακροατήρια και τη… συνείδησή μας, αλλά σπάνια δημιουργεί πλειοψηφικά κοινωνικά ρεύματα. Οι πολίτες ενδιαφέρονται κυρίως για λύσεις και όχι για εσωκομματικούς συσχετισμούς. Συνήθως ψηφίζουν με κριτήριο την αποτελεσματικότητα και όχι την ιδεολογική πιστοποίηση.

Για την κοινωνία σε μια χώρα που κατέχει αρνητικές πρωτιές και είναι ουραγός στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το βασικό ερώτημα δεν είναι αν ο Τσίπρας, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ ή η Νέα Αριστερά θα κερδίσουν πόντους στον μεταξύ τους ανταγωνισμό.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να διαμορφωθεί μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση εξουσίας απέναντι στην κυβέρνηση των σκανδάλων και της διαφθοράς.

Αν προτεραιότητα είναι η απομάκρυνση του καθεστώτος Μητσοτάκη ή η κομματική και ιδεολογική περιχαράκωση.

Γιατί αν ο βασικός στόχος είναι η πολιτική αλλαγή, τότε κάποια στιγμή οι ηγεσίες του ΣΥΡΙΖΑ, του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Αριστεράς θα πρέπει να εξηγήσουν γιατί αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη μεταξύ τους αντιπαράθεση και λιγότερο παρουσιάζοντας μια πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης που μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από συγκλίσεις και συνεργασίες.

Όσο η συζήτηση εξαντλείται σε ιδεολογικές συνήθως άγονες αντιπαραθέσεις και κομματικές περιχαρακώσεις, τόσο αυτό το ερώτημα μένει αναπάντητο.

Οι πολίτες δεν αναζητούν τον πιο «καθαρό» χώρο. Αναζητούν τον πιο πειστικό.

*Ο Παύλος Νεράντζης είναι δημοσιογράφος και παραγωγός ντοκιμαντέρ, διδάκτωρ του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ και συγγραφέας του βιβλίου «Η Αλήθεια βομβαρδίζεται. Τα ΜΜΕ και ο Πόλεμος με το βλέμμα ενός πολεμικού ανταποκριτή. Από τον 19ο έως τον 21ο αιώνα», εκδ. Παπαζήση.