Του Νίκου Παγουλάτου

Η κα Λε Γκαλ δήλωσε ακόμη ότι «οι ημέρες της υποεπένδυσης στην άμυνα έχουν παρέλθει», ενώ υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά σε πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της στρατηγικής της ετοιμότητας, σε μια περίοδο κατά την οποία η ασφάλεια, η ενέργεια και η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν άμεσα την Ευρώπη.

Σημειώνεται ότι, λόγω του θεσμικού της ρόλου και του αντικειμένου αρμοδιοτήτων της, η γενική διευθύντρια της EEAS επικεντρώθηκε κυρίως στα θέματα που αφορούν τη Μέση Ανατολή και την ευρύτερη περιοχή MENA (Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική), χωρίς να τοποθετηθεί σε ορισμένα ζητήματα που αφορούσαν ειδικότερα τις αμερικανοευρωπαϊκές σχέσεις και τους χειρισμούς της Ουάσινγκτον, από τη στιγμή που επέστρεψε ο Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο.

Η EEAS είναι η διπλωματική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με επικεφαλής της Κάγια Κάλας, και αποτελείται από κάποιες βασικές περιφερειακές διευθύνσεις, όπως η περιοχή MENA (Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική).

«Όπως δήλωσε και η Ύπατη Εκπρόσωπος/Αντιπρόεδρος Κάγια Κάλας, η Ευρώπη πρέπει να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες ώστε να διασφαλίσει την ασφάλειά της. Και αυτό ακριβώς κάνουμε: τα κράτη-μέλη της ΕΕ που είναι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ αυξάνουν τις αμυντικές τους δαπάνες με πρωτοφανή ρυθμό», σημείωσε.

Όπως εξήγησε, η ΕΕ συμβάλλει μέσω πρωτοβουλιών ασφάλειας και άμυνας, όπως το σχέδιο ReArm και o Οδικός Χάρτης Ετοιμότητας 2030 (Readiness Roadmap 2030), που περιλαμβάνει δάνεια για κοινές προμήθειες.

Η Ύπατη Εκπρόσωπος για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας και Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Κάγια Κάλας, και ο Ευρωπαίος Επίτροπος για την Άμυνα και το Διάστημα, Άντριους Κουμπίλιους / Φωτογραφία: Reuters

Παράλληλα, αναφέρθηκε και στο νέο πακέτο για τη Στρατιωτική Κινητικότητα (Military Mobility package), που αποσκοπεί στην ενίσχυση επενδύσεων «σε υποδομές διττής χρήσης και στην αντιμετώπιση προβλημάτων στρατιωτικής κινητικότητας».

«Οι ημέρες της υποεπένδυσης στην άμυνα έχουν παρέλθει», τόνισε χαρακτηριστικά.

Η ίδια αποκάλυψε επίσης ότι η ΕΕ εργάζεται πάνω σε μια νέα ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας, με στόχο η διάσταση της ασφάλειας να ενσωματωθεί σε όλες τις ευρωπαϊκές πολιτικές και πρωτοβουλίες, «ώστε να ανταποκρινόμαστε στις προκλήσεις του σημερινού γεωπολιτικού περιβάλλοντος».

Για την παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη, επεσήμανε ότι «αυτό είναι επίσης προς το συμφέρον των ΗΠΑ».

Ωστόσο, αναγνώρισε τις σοβαρές επιπτώσεις που μπορεί να έχει ο αποκλεισμός του Ορμούζ για ολόκληρο τον κόσμο: «Ο de facto αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ έχει τεράστιες κοινές συνέπειες για την Ευρώπη και τον κόσμο».

Η ίδια επανέλαβε ότι η ΕΕ θεωρεί τη διπλωματική λύση ως «τον μόνο βιώσιμο δρόμο προς τα εμπρός», υποστηρίζοντας ότι «μόνο μια συνολική συμφωνία θα μπορέσει να αντιμετωπίσει όλες τις ανησυχίες μας», αναφέροντας χαρακτηριστικά το πυρηνικό πρόγραμμα και τις πυραυλικές δυνατότητες του Ιράν, τις περιφερειακές δραστηριότητες και την ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ.

Έσπευσε όμως να διευκρινίσει ότι η Ευρώπη δεν περιορίζεται μόνο στη διπλωματία.

«Εργαζόμαστε πάνω σε κυρώσεις που θα στοχεύουν όσους ευθύνονται για πιθανό παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ», εξήγησε, προσθέτοντας ότι «αρκετά κράτη-μέλη στηρίζουν ήδη τον ad hoc συνασπισμό Γαλλίας-Βρετανίας».

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η ΕΕ προωθεί και εσωτερικές «πολιτικές και πρωτοβουλίες» ανθεκτικότητας, προκειμένου να περιορίσει πιθανές οικονομικές και ενεργειακές επιπτώσεις. «Αυτές ήδη προωθούνται και προετοιμάζονται», τόνισε, καθώς είναι «κρίσιμης σημασίας».

Αναφορικά με τις συζητήσεις για πιθανή επέκταση της επιχείρησης «Aspides» στα Στενά του Ορμούζ και τις διαφωνίες που φαίνεται να υπάρχουν μεταξύ των κρατών-μελών, η κα Λε Γκαλ υποστήριξε ότι η Ευρώπη παραμένει «ενωμένη». Σύμφωνα με την ίδια, υπάρχει «ένας σαφές μήνυμα».

«Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας δεν είναι διαπραγματεύσιμη και, ως εκ τούτου, τα Στενά του Ορμούζ πρέπει να ανοίξουν ξανά», ανέφερε.

Όπως μας είπε, αρκετά κράτη-μέλη έχουν ήδη εκφράσει τη στήριξή τους στον γαλλοβρετανικό Συνασπισμό των Προθύμων, «με βάση τις εθνικές τους δυνατότητες και πόρους».

Πρόσθεσε επίσης πως, τα κράτη-μέλη της ΕΕ συμφωνούν ότι, «όταν θα πληρούνται οι κατάλληλες συνθήκες, θα απαιτηθούν και θα είναι ωφέλιμες αυξημένες προσπάθειες για τη διασφάλιση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ».

Η Λε Γκαλ σημείωσε ακόμη ότι υπάρχει συναίνεση και για την ενίσχυση της επιχείρησης «Aspides» της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας της ΕΕ (CSDP), η οποία δραστηριοποιείται ήδη στην περιοχή MENA.

«Αυτή τη στιγμή συζητούν πώς θα επιτευχθεί αυτό σε επιχειρησιακό επίπεδο — τέτοιες συζητήσεις αποτελούν μέρος κάθε διαδικασίας λήψης αποφάσεων της ΕΕ», εξήγησε.

Οι κυρώσεις κατά του Ιράν και τα όρια της «στρατηγικής αυτονομίας»

Σχετικά με το αν η κρίση στη Μέση Ανατολή ανέδειξε τα όρια της ευρωπαϊκής «στρατηγικής αυτονομίας», η Έλεν Λε Γκαλ υποστήριξε ότι είναι στο DNA της ΕΕ να βασίζεται διαχρονικά «στη συνεργασία και την πολυμερή δράση» για τη διαχείριση «μεγάλων γεωπολιτικών κρίσεων».

Απαντώντας στην κριτική ότι οι κυρώσεις κατά του Ιράν δεν άλλαξαν ουσιαστικά τη συμπεριφορά της Τεχεράνης, η ίδια υποστήριξε ότι η ευρωπαϊκή πολιτική κυρώσεων είχε αποτελέσματα στο παρελθόν, ειδικά σε ό,τι αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

«Η άρση των κυρώσεων υπήρξε ένα από τα ισχυρότερα κίνητρα ώστε το Ιράν να εφαρμόσει την Κοινή Ολοκληρωμένη Δράση (JCPOA)», σημείωσε.

Υπενθυμίζεται ότι η ιστορική συμφωνία JCPOA για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν επιτεύχθηκε το 2015, και σχεδιάστηκε με σκοπό να διασφαλίσει τον αποκλειστικά ειρηνικό χαρακτήρα των πυρηνικών δραστηριοτήτων της Τεχεράνης, με αντάλλαγμα την άρση των διεθνών κυρώσεων. Παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο τόσο στη διαμόρφωση όσο και στη μετέπειτα προσπάθεια διάσωσής της, η συμφωνία έχει καταρρεύσει από το 2025.

Παράλληλα η Λε Γκάλ, εξήγησε ότι οι κυρώσεις αποτελούν μόνο ένα μέρος της ευρωπαϊκής στρατηγικής απέναντι στο Ιράν, καθώς «η ΕΕ χρησιμοποιεί και άλλα εργαλεία, όπως διπλωματική εμπλοκή και δηλώσεις, για να προωθήσει τις ανησυχίες και τα συμφέροντά της».

«ένα για τον περιορισμό δραστηριοτήτων πυρηνικής διάδοσης»,
«ένα δεύτερο για τον περιορισμό αποσταθεροποιητικών περιφερειακών ενεργειών και της στρατιωτικής στήριξης προς τη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων μεταφορών πυραύλων και drones», και
«ένα τρίτο για την αντιμετώπιση παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα».

Η ΕΕ, πρόσθεσε, θα συνεχίσει να προστατεύει τα συμφέροντα και την ασφάλειά της απέναντι στο Ιράν, «ακόμη και μέσω πρόσθετων κυρώσεων, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο».

«Θα συνεχίσουμε να προστατεύουμε την ασφάλεια και τα συμφέροντα της ΕΕ και να αντιμετωπίζουμε όλες τις ανησυχίες μας απέναντι στο Ιράν, συμπεριλαμβανομένου του πυρηνικού ζητήματος, της στρατιωτικής συνεργασίας του Ιράν με τη Ρωσία, των αποσταθεροποιητικών δραστηριοτήτων στη Μέση Ανατολή, των υβριδικών επιθέσεων σε έδαφος της ΕΕ και της αυθαίρετης κράτησης Ευρωπαίων πολιτών, ακόμη και μέσω πρόσθετων κυρώσεων εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο», είπε χαρακτηριστικά.

Σε ερώτηση σχετικά με τον ρόλο της Ελλάδας, κατά πόσο «είναι σημαντικός στο ευρύτερο στρατηγικό οικοδόμημα της Ευρώπης» αλλά και για το αν υπάρχουν προβλέψεις για πιθανές συνέπειες (μεταναστευτικές ροές, ενεργειακό σοκ, διακοπή θαλάσσιου εμπορίου) από την κρίση στη Μέση Ανατολή, η Έλεν Λε Γκαλ υπογράμμισε ότι η EEAS, μαζί με την Κομισιόν, «αξιολογεί τις τρέχουσες και πιθανές μελλοντικές συνέπειες της κρίσης στη Μέση Ανατολή για την Ευρώπη και για όλους τους τομείς».

Όπως είπε, «η ΕΕ προετοιμάζεται για διαφορετικά σενάρια», ανάλογα με τις εξελίξεις στην περιοχή, ενώ ήδη «προτείνει νέες πρωτοβουλίες, βάσει των αναλύσεών της».

Ως παράδειγμα ανέφερε το νέο Σχέδιο Δράσης για τα Λιπάσματα (Fertiliser Action Plan), που παρουσιάστηκε πρόσφατα «με στόχο τη διασφάλιση της ευρωπαϊκής επάρκειας σε λιπάσματα και της επισιτιστικής ασφάλειας».