Τον σταδιακό παραγκωνισμό του ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου από τον Ντόναλντ Τραμπ και τις διαφορές στις προτεραιότητες των δύο χωρών περιγράφουν σε ανάλυση τους οι New York Times, επισημαίνοντας πως τη στιγμή που το Ιράν φαίνεται να έχει κερδίσει έδαφος, οι δύο στενοί σύμμαχοι βρίσκονται για διαφορετικούς λόγους μπροστά σε δικά τους αδιέξοδα.
Τις ημέρες πριν από την επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου κατά του Ιράν, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, δεν βρισκόταν απλώς στην Αίθουσα Επιχειρήσεων μαζί με τον πρόεδρο Τραμπ. Καθοδηγούσε ουσιαστικά τη στρατηγική, εκτιμώντας ότι μια κοινή αμερικανοϊσραηλινή επίθεση θα μπορούσε ακόμη και να οδηγήσει στην κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, όταν αυτές οι «αισιόδοξες» προβλέψεις δεν επαληθεύτηκαν, η εικόνα άλλαξε δραματικά, σύμφωνα με τους New York Times. Δύο Ισραηλινοί αξιωματούχοι άμυνας ανέφεραν ότι το Ισραήλ παραμερίστηκε σε τέτοιο βαθμό από την κυβέρνηση Τραμπ, ώστε οι ηγέτες του σχεδόν αποκλείστηκαν από τις συνομιλίες εκεχειρίας ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν.
Διαβάστε: New York Times / Πώς το Ιράν απέκτησε στρατηγικό πλεονέκτημα απέναντι σε ΗΠΑ και Ισραήλ – Ο «τριγωνικός εξαναγκασμός»
Χωρίς επαρκή ενημέρωση από τον στενότερο σύμμαχό τους, οι Ισραηλινοί αναγκάστηκαν να συλλέγουν πληροφορίες μέσω επαφών με ηγέτες και διπλωμάτες της περιοχής, αλλά και μέσω των δικών τους μηχανισμών παρακολούθησης στο εσωτερικό του ιρανικού καθεστώτος.
Η μετάβαση από τη θέση του «συγκυβερνήτη» σε πιο περιφερειακό ρόλο είχε σημαντικές πολιτικές συνέπειες για το Ισραήλ και ειδικά για τον Νετανιάχου, ο οποίος αντιμετωπίζει δύσκολη μάχη επανεκλογής.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός είχε επί χρόνια καλλιεργήσει την εικόνα του πολιτικού που διατηρεί προνομιακή σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ και μπορεί να εξασφαλίζει τη στήριξή του. Στην αρχή του πολέμου μάλιστα είχε δηλώσει δημόσια ότι συνομιλούσε σχεδόν καθημερινά με τον Αμερικανό πρόεδρο, ανταλλάσσοντας ιδέες και λαμβάνοντας κοινές αποφάσεις.
Ο Νετανιάχου είχε οδηγήσει το Ισραήλ στον πόλεμο με στόχο να σταματήσει οριστικά το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Στα πρώτα στάδια της σύγκρουσης, όταν σημαντικό μέρος της ιρανικής ηγεσίας επλήγη, φαινόταν πιθανό ακόμη και το ενδεχόμενο ανατροπής του καθεστώτος.
Ωστόσο, πολλοί στον στενό κύκλο του Τραμπ θεωρούσαν εξαρχής μη ρεαλιστικό το σενάριο αλλαγής καθεστώτος. Οι διαφορές στις προτεραιότητες Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ άρχισαν γρήγορα να γίνονται εμφανείς, ιδιαίτερα μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, που εκτόξευσε τις τιμές πετρελαίου και αύξησε τις πιέσεις προς τον Τραμπ για κατάπαυση του πυρός.
Παρά τις επιθέσεις, η Ισλαμική Δημοκρατία συμπεριφέρθηκε σαν να βγήκε πολιτικά κερδισμένη απλώς και μόνο επειδή επέζησε. Αντίθετα, το Ισραήλ δεν κατάφερε να πετύχει τους βασικούς στόχους που είχε θέσει: την ανατροπή του καθεστώτος και την εξάλειψη του ιρανικού πυραυλικού οπλοστασίου.
Αντί για οριστική διάλυση του πυρηνικού προγράμματος, η αμερικανική πρόταση φέρεται να προέβλεπε 20ετή αναστολή των ιρανικών πυρηνικών δραστηριοτήτων, χρονικό διάστημα που πιθανόν μειώθηκε σε μεταγενέστερες διαβουλεύσεις. Αυτό δημιουργούσε φόβους στο Ισραήλ ότι μια νέα συμφωνία θα θύμιζε τη συμφωνία του 2015 επί Ομπάμα, την οποία ο Νετανιάχου είχε πολεμήσει σφοδρά.
Υπήρχαν επίσης φόβοι ότι πιθανή άρση των κυρώσεων κατά της Τεχεράνης θα επέτρεπε στο Ιράν να ενισχύσει οικονομικά και στρατιωτικά τόσο το ίδιο όσο και συμμάχους του όπως η Χεζμπολάχ.
Διαβάστε: Social Media / Ιρανικές πρεσβείες συνεχίζουν να τρολάρουν τον Τραμπ
Παρά τη στενή συνεργασία ΗΠΑ–Ισραήλ, η εξάρτηση του Τελ Αβίβ από την Ουάσιγκτον φάνηκε πιο έντονα από ποτέ. Μια χώρα που παραδοσιακά προέβαλλε την ικανότητά της να «αυτοπροστατεύεται» βρέθηκε να περιμένει ουσιαστικά το «πράσινο φως» της αμερικανικής κυβέρνησης.
Χαρακτηριστική ήταν δήλωση του Ισραηλινού υπουργού Άμυνας Ίσραελ Κατς στις 23 Απριλίου, όταν ο Τραμπ απειλούσε με επανέναρξη των βομβαρδισμών κατά του Ιράν: «Περιμένουμε μόνο το πράσινο φως από τις ΗΠΑ».
Στην αρχή του πολέμου οι δύο χώρες εμφανίζονταν πλήρως συντονισμένες, με κοινό επιχειρησιακό σχεδιασμό και στενή στρατιωτική συνεργασία. Ωστόσο, μέσα σε λίγες εβδομάδες η Ουάσιγκτον άρχισε να περιορίζει τη στήριξή της σε επιθετικές ισραηλινές πρωτοβουλίες.
Οι ΗΠΑ είχαν αρχικά εγκρίνει ισραηλινές επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις του Ιράν, αλλά στη συνέχεια αποστασιοποιήθηκαν δημόσια από αυτές, εκφράζοντας δυσαρέσκεια για τον κίνδυνο περιφερειακής κλιμάκωσης.
Σε άλλες περιπτώσεις, ο Τραμπ εμφανίστηκε να αλλάζει στάση μέσα σε λίγες ημέρες, άλλοτε υποστηρίζοντας ισραηλινές επιχειρήσεις και άλλοτε ζητώντας την αναστολή τους.
Ακόμη και η ισραηλινή εκστρατεία κατά της Χεζμπολάχ στον Λίβανο περιορίστηκε έπειτα από αμερικανικές πιέσεις, αναγκάζοντας το Ισραήλ να αποδεχθεί όρους που δεν επιθυμούσε.
Ο Νετανιάχου αναγκάστηκε επανειλημμένα να προσαρμόσει τη ρητορική του ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες θέσεις του Τραμπ.
Από τις αρχικές διακηρύξεις περί εξάλειψης της πυρηνικής και πυραυλικής απειλής του Ιράν, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός άρχισε αργότερα να «αναδιπλώνεται» και να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη στρατηγική συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Νετανιάχου υποστήριξε ότι αυτό που έδωσε στο Ισραήλ νέα ισχύ στα μάτια των αντιπάλων του ήταν η συμμαχία του με τον Τραμπ — «μια συμμαχία χωρίς προηγούμενο». Μένει να φανεί πώς θα εξελιχθεί η σχέση των δύο χωρών, από τη στιγμή που η περιβόητη συμφωνία παραμένει στον αέρα.
