Νέες αποκαλύψεις βλέπουν το φως της δημοσιότητας γύρω από την υπόθεση θανάτου του ιδρυτή της Mango, Ισάκ Άντικ, με τις ισπανικές αρχές να θεωρούν ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που συνδέουν τον γιο του, Τζόναθαν, με μια πιθανώς προμελετημένη δολοφονία.

Η δικαστική απόφαση που οδήγησε στην προσωρινή κράτηση του 45χρονου επιχειρηματία -με εγγύηση ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ, την οποία ήδη κατέβαλε- περιγράφει μια «συσσώρευση ενδείξεων» που, σύμφωνα με τις καταλανικές Αρχές, δημιουργούν ισχυρές υποψίες για ενεργό συμμετοχή του στον θάνατο του πατέρα του κατά τη διάρκεια της μοιραίας πεζοπορίας στο Μονσεράτ τον Δεκέμβριο του 2024.

Ένα από τα βασικά στοιχεία της έρευνας είναι οι αντιφάσεις στις δύο πρώτες καταθέσεις που έδωσε ο Τζόναθαν Άντικ στους αστυνομικούς.

Στην αρχική του εκδοχή, υποστήριξε ότι περπατούσε λίγα μέτρα μπροστά από τον πατέρα του, όταν εκείνος σταμάτησε για να τραβήξει φωτογραφίες με το κινητό του. Όπως είπε, άκουσε πέτρες να πέφτουν, γύρισε και είδε «ένα σώμα να κυλά ανάμεσα στους θάμνους». Ωστόσο, σε δεύτερη κατάθεση υποστήριξε ότι ο πατέρας του είχε χρησιμοποιήσει το κινητό μόνο στην αρχή της διαδρομής.

Η ανάλυση του κινητού τηλεφώνου του Ισάκ Άντικ έδειξε τελικά ότι πράγματι είχε τραβήξει μόνο μία φωτογραφία και ένα βίντεο στην αρχή της πεζοπορίας, ενώ το κινητό βρέθηκε στην τσέπη του κατά τη νεκροψία.

Οι δικαστικές αρχές θεωρούν «απίθανο» να μην είδε από την αρχή την πτώση, δεδομένου ότι οι δύο άνδρες βρίσκονταν σε πολύ μικρή απόσταση.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στις προηγούμενες επισκέψεις του Τζόναθαν Άντικ στο σημείο της τραγωδίας.

Αρχικά, ο ίδιος είχε δηλώσει ότι είχε πραγματοποιήσει τη συγκεκριμένη διαδρομή μόνο μία φορά, περίπου δύο εβδομάδες πριν από το δυστύχημα.

Ωστόσο, τα δεδομένα εντοπισμού του οχήματός του αποκάλυψαν ότι είχε επισκεφθεί το Μονσεράτ τρεις φορές μέσα στην ίδια εβδομάδα πριν από τον θάνατο του πατέρα του, στις 7, 8 και 10 Δεκεμβρίου.

Οι ερευνητές θεωρούν ότι αυτό ενισχύει το ενδεχόμενο προμελέτης και πιθανής «μελέτης του χώρου» πριν από τα γεγονότα.

Σύμφωνα με τεχνικές εκθέσεις της ορειβατικής μονάδας των Mossos, στο σημείο της πτώσης εντοπίστηκε ένα «στρογγυλεμένο ίχνος ολίσθησης» στο έδαφος.

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι το συγκεκριμένο σημάδι δεν θα μπορούσε να έχει δημιουργηθεί τυχαία, αλλά απαιτούσε επαναλαμβανόμενη πίεση από παπούτσι προς τα εμπρός και προς τα πίσω.

Παράλληλα, οι αστυνομικοί τονίζουν ότι το μονοπάτι δεν θεωρείται επικίνδυνο ή δύσβατο και πως μόνο στο ακριβές σημείο της πτώσης υπήρχε κίνδυνος γκρεμού.

Ένα ακόμη στοιχείο που προβληματίζει τις Αρχές αφορά το κινητό τηλέφωνο του Τζόναθαν Άντικ.

Σύμφωνα με την έρευνα, τον Μάρτιο του 2025 αντικατέστησε το παλιό του iPhone 14 με νέο μοντέλο iPhone 16 Pro, διαγράφοντας προηγουμένως όλα τα δεδομένα της συσκευής. Λίγο αργότερα, το παλιό κινητό δηλώθηκε ως κλεμμένο κατά τη διάρκεια σύντομου ταξιδιού στο Κίτο του Ισημερινού.

Οι ανακριτές θεωρούν ύποπτο το γεγονός ότι η «εξαφάνιση» της συσκευής συνέπεσε χρονικά με τη δημοσιοποίηση πληροφοριών για επανεκκίνηση της δικαστικής έρευνας.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στα πορίσματα της νεκροψίας.

Οι ιατροδικαστές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η πτώση του Ισάκ Άντικ έμοιαζε περισσότερο με «ολίσθηση τύπου τσουλήθρας με τα πόδια μπροστά», παρά με απλό γλίστρημα.

Παράλληλα, δεν εντοπίστηκαν τραύματα στις παλάμες του, γεγονός που -σύμφωνα με τους ειδικούς- δυσκολεύει το σενάριο μιας φυσιολογικής πτώσης, κατά την οποία το θύμα θα επιχειρούσε ενστικτωδώς να προστατευτεί.

Καθοριστικό ρόλο στην έρευνα φαίνεται να παίζει και η σχέση ανάμεσα στους δύο άνδρες.

Παρότι ο Τζόναθαν Άντικ υποστήριξε ότι διατηρούσε καλές σχέσεις με τον πατέρα του, οι Mossos αναφέρουν ότι μηνύματα WhatsApp και μαρτυρίες στενών συνεργατών σκιαγραφούν μια εντελώς διαφορετική εικόνα.

Σύμφωνα με τη δικογραφία, οι σχέσεις τους είχαν επιδεινωθεί μετά την αποτυχημένη προσπάθεια διαδοχής στη Mango το 2015, ενώ γίνεται λόγος για έντονες οικονομικές διαφωνίες και «συναισθηματική χειραγώγηση».

Οι Αρχές εξετάζουν επίσης το ενδεχόμενο οικονομικού κινήτρου, καθώς ο Ισάκ Άντικ φέρεται να είχε αποφασίσει το 2024 να αλλάξει τη διαθήκη του και να δημιουργήσει ίδρυμα για φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, μετά από αυτή την εξέλιξη ο Τζόναθαν άλλαξε ξαφνικά στάση απέναντι στον πατέρα του και επιδίωξε επαναπροσέγγιση, προτείνοντάς του τη μοιραία εκδρομή στο Μονσεράτ «για να μιλήσουν μόνοι τους».

Η υπόθεση, που αρχικά είχε χαρακτηριστεί ως τραγικό ατύχημα κατά τη διάρκεια ορεινής πεζοπορίας, εξελίσσεται πλέον σε ένα από τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά και οικογενειακά θρίλερ στην Ισπανία, με διεθνή μέσα ενημέρωσης να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις.

Ο Iσάκ Αντίκ, ιδρυτής της παγκόσμιας αλυσίδας ρούχων Mango και ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Ισπανίας, σκοτώθηκε τον Δεκέμβριο του 2024 κατά τη διάρκεια πεζοπορίας στο ορεινό συγκρότημα Montserrat, κοντά στη Βαρκελώνη.

Σύμφωνα με την αρχική εκδοχή, ο 71χρονος επιχειρηματίας έπεσε σε χαράδρα βάθους άνω των 100 μέτρων ενώ περπατούσε μαζί με τον γιο του Τζόναθαν, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας.

Οι πρώτες έρευνες της αστυνομίας είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για δυστύχημα. Ωστόσο, μήνες αργότερα, οι καταλανικές αρχές επανεξέτασαν την υπόθεση, καθώς προέκυψαν -σύμφωνα με ισπανικά μέσα- αντιφάσεις και ασυμφωνίες στις καταθέσεις του Τζόναθαν Αντίκ.

Η σύλληψη και η αποφυλάκιση με εγγύηση ενός εκατομμυρίου ευρώ

Η περιφερειακή αστυνομία της Καταλονίας προχώρησε στη σύλληψη του Τζόναθαν Άντικ στο σπίτι του.

Ο 45χρονος επιχειρηματίας οδηγήθηκε ενώπιον δικαστή στην πόλη Martorell και αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος αφού κατέβαλε εγγύηση ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ. Παράλληλα, του αφαιρέθηκε το διαβατήριο και υποχρεώθηκε να εμφανίζεται κάθε εβδομάδα στις αστυνομικές αρχές.

Κατά τη διάρκεια της απολογίας του, σύμφωνα με ισπανικά μέσα, επέλεξε να απαντήσει μόνο σε ερωτήσεις του δικηγόρου του.

Η οικογένεια Άντικ εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνδέουν τον Τζόναθαν με εγκληματική ενέργεια.

«Δεν υπάρχουν και δεν θα βρεθούν νόμιμες αποδείξεις εις βάρος του» ανέφεραν εκπρόσωποι της οικογένειας στα ισπανικά μέσα ενημέρωσης, εκφράζοντας βεβαιότητα ότι η έρευνα θα αποδείξει την αθωότητά του.

Παράλληλα, η οικογένεια δηλώνει ότι συνεχίζει να συνεργάζεται πλήρως με τις δικαστικές αρχές.

Ισπανικά δημοσιεύματα κάνουν λόγο για εντάσεις στη σχέση πατέρα και γιου, σχετικά με τη διοίκηση της Mango.

Ο Τζόναθαν Άντικ θεωρείτο για χρόνια ο φυσικός διάδοχος της εταιρείας, ωστόσο η περίοδος κατά την οποία είχε αυξημένες αρμοδιότητες στη διοίκηση φέρεται να συνοδεύτηκε από επιχειρηματικές δυσκολίες και εσωτερικές διαφωνίες. Σύμφωνα με την «El País», ο Ισάκ Άντικ είχε τελικά επαναφέρει τον έλεγχο της εταιρείας και αργότερα παρέδωσε τη διαχείριση στον CEO Toni Ruiz, περιορίζοντας τον ρόλο του γιου του.

Παρότι πηγές αναφέρουν ότι οι σχέσεις τους είχαν βελτιωθεί πριν από τον θάνατο του επιχειρηματία, οι ερευνητές εξετάζουν πλέον πιο προσεκτικά το οικογενειακό και οικονομικό πλαίσιο της υπόθεσης.

Ο Ισάκ Άντικ ίδρυσε τη Mango το 1984 στη Βαρκελώνη μαζί με τον αδελφό του, Ναχμάν, και κατάφερε να τη μετατρέψει σε έναν από τους μεγαλύτερους ομίλους μόδας παγκοσμίως, με περίπου 3.000 καταστήματα σε περισσότερες από 120 χώρες.

Την περίοδο του θανάτου του, η περιουσία του υπολογιζόταν στα 4,5 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με το Forbes, γεγονός που τον καθιστούσε έναν από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Ισπανίας.

Μετά τον θάνατό του, ο έλεγχος της εταιρείας πέρασε στα τρία παιδιά του, Τζόναθαν, Τζούντι και Σάρα, που κατέχουν το 95% του ομίλου.

Η υπόθεση έχει προκαλέσει τεράστιο ενδιαφέρον τόσο στην Ισπανία όσο και διεθνώς, καθώς συνδυάζει μια πανίσχυρη επιχειρηματική δυναστεία, οικογενειακές συγκρούσεις, δισεκατομμύρια ευρώ και έναν μυστηριώδη θάνατο, που από ατύχημα μετατράπηκε σε πιθανή υπόθεση ανθρωποκτονίας.

Οι δικαστικές έρευνες συνεχίζονται υπό άκρα μυστικότητα, ενώ τα ισπανικά μέσα κάνουν λόγο για μια από τις πιο σοβαρές και πολυσυζητημένες επιχειρηματικές υποθέσεις των τελευταίων ετών στην Ευρώπη.

Το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο για την πορεία της υπόθεσης, καθώς οι ανακριτές εξετάζουν νέα ψηφιακά και ιατροδικαστικά στοιχεία που ενδέχεται να καθορίσουν αν πρόκειται για τραγικό δυστύχημα ή για ένα καλά οργανωμένο οικογενειακό έγκλημα.