Ο Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώνει την ένταση απέναντι στην Κούβα με λεκτικές απειλές, αλλά και μία σειρά σημαντικών κυρώσεων, με πιο σημαντικό τον ενεργειακό αποκλεισμό που έχει φέρει την χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Το νησί, εγκλωβισμένο σε έναν φαύλο κύκλο αμερικανικών κυρώσεων, έλλειψης καυσίμων και αποσύνθεσης των υποδομών, παρουσιάζει την εικόνα μιας κοινωνίας που πασχίζει να επιβιώσει.

Η κατάσταση είναι τόσο οριακή, ώστε οι πτήσεις διεθνών αεροπορικών εταιρειών προς το νησί έχουν ανασταλεί, οδηγώντας σε πτώση 48% του τουρισμού κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026. Η Κούβα έχει ξεμείνει τελείως από ντίζελ και μαζούτ, σύμφωνα με τον υπουργό Ενέργειας της χώρας. Σε συνέντευξή του στα κρατικά μέσα ενημέρωσης, ο Vicente de la O Levy σχολίασε ότι «υπήρχαν περιορισμένες ποσότητες αερίου διαθέσιμες», αλλά ότι ο αποκλεισμός πετρελαίου πνίγει τον εφοδιασμό. Οι ΗΠΑ επανήλθαν στην εκβιαστική «προσφορά» τους να στείλουν βοήθεια 100 εκατομμυρίων δολαρίων, με αντάλλαγμα «ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στο κομμουνιστικό σύστημα της Κούβας».

Διαβάστε: ΗΠΑ /«Βλέπουν» απειλή επίθεσης με drones από την Κούβα – Τo δημοσίευμα του Axios

Υπό τον αμερικανικό αποκλεισμό, περιοχές της Αβάνας έχουν βυθιστεί σε περιόδους μπλακ άουτ διάρκειας 20 έως 22 ωρών. Τα νοσοκομεία δεν μπορούν να λειτουργήσουν κανονικά, ενώ σχολεία και κυβερνητικά γραφεία έχουν κλείσει. Ο τουρισμός, κινητήριος μοχλός της οικονομίας της Κούβας, έχει επίσης επηρεαστεί.

«Αυτή η δραματική επιδείνωση έχει μία μόνο αιτία: τον γενοκτονικό ενεργειακό αποκλεισμό στον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες υποβάλλουν τη χώρα μας, απειλώντας με παράλογους δασμούς οποιοδήποτε κράτος μας προμηθεύει με καύσιμα», τόνισε ο πρόεδρος της Κούβας Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ.

Η κουβανική κυβέρνηση έχει δείξει προθυμία να διαπραγματευτεί με την κυβέρνηση Τραμπ σε ορισμένα ζητήματα, όπως η μετανάστευση, η διακίνηση ναρκωτικών και τα ανοίγματα επενδύσεων για Κουβανο-Αμερικανούς. Όμως η κυριαρχία της Κούβας δεν είναι διαπραγματεύσιμη, σύμφωνα με ανάλυση στο The Conversation.

Μετά από συνέντευξη με τον πρόεδρο της Κούβας Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ τον περασμένο μήνα, η αμερικανίδα δημοσιογράφος Kristen Welker επισήμανε: «Τίποτα δεν ενοχλεί περισσότερο τους Κουβανούς από την ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να υποδείξουν στην κουβανική κυβέρνηση ποιος πρέπει να ηγείται ή τι θα πρέπει να κάνει και πώς θα πρέπει να κυβερνά, επειδή αυτή η πρακτική αμφισβητεί την ίδια την ιδέα της κυριαρχίας της χώρας».

Διαβάστε: Ρεπορτάζ / Μία εβδομάδα στην Κούβα

Ο διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, ταξίδεψε στην Κούβα και προειδοποίησε ευθέως τις κουβανικές αρχές να μην προχωρήσουν σε εχθρικές ενέργειες. Παράλληλα, κάλεσε την ηγεσία της χώρας να εγκαταλείψει το «ολοκληρωτικό καθεστώς», υποστηρίζοντας ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να αρθούν οι αμερικανικές κυρώσεις που πλήττουν την οικονομία της χώρας.

Η αμερικανική εμμονή με τον έλεγχο, την επιρροή και την πειθάρχηση της Κούβας προηγείται κατά πολύ του Ντόναλντ Τραμπ, ακόμη και της εποχής του Ψυχρού Πολέμου. Ο πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούσβελτ περιέγραφε το 1906 την Κούβα ως εξής: «Είμαι τόσο θυμωμένος με αυτή την καταραμένη μικρή κουβανική δημοκρατία που θα ήθελα να εξαφανίσω τον λαό της από προσώπου γης. Το μόνο που θέλαμε από αυτούς ήταν να φέρονται σωστά και να είναι ευημερούντες και ευτυχισμένοι ώστε να μη χρειάζεται να παρεμβαίνουμε. Και τώρα, να που ξεκίνησαν μια εντελώς αδικαιολόγητη και χωρίς νόημα επανάσταση».

Η κατανόηση του σημερινού αδιεξόδου περνάει μέσα από αυτό το ιστορικό τόξο. Ενώ το Δόγμα Μονρόε του 1823 καθόρισε την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, επιδιώκοντας να εγκαθιδρύσει την αμερικανική κυριαρχία σε ολόκληρη την ήπειρο, η Κούβα ήταν πάντοτε μία ιδιαίτερη περίπτωση.

Διαβάστε: «Επιστροφή Στην Ιθάκη» / Ένα συγκινητικό οδοιπορικό πέντε φίλων που επιστρέφουν στην Κούβα μετά από χρόνια εξορίας

Από τη στιγμή που 13 αμερικανικές αποικίες διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους από τη Βρετανία σε μία ιστορική στιγμή το 1776, οι Αμερικανοί θεωρούσαν την Κούβα κομμάτι αυτής της διαδικασίας. Διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις επιδίωξαν να αγοράσουν, να προσαρτήσουν ή να ελέγξουν την Κούβα. Αυτή η πρακτική αποτελούσε κομμάτι μιας αυτοανακηρυγμένης «εκπολιτιστικής αποστολής».

Όταν οι Κουβανοί νίκησαν τους Ισπανούς αποικιοκράτες το 1898, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρενέβησαν και κατέλαβαν το νησί εμποδίζοντας την ουσιαστική ανεξαρτησία του.

Σίγουρα, οι ΗΠΑ – ιδιαίτερα οι νότιοι που ήταν πρώην δουλοκτήτες – δεν ήθελαν δίπλα τους άλλη μία περίπτωση σαν την Αϊτή. Οι σκλάβοι της Αϊτής είχαν καταλάβει τον έλεγχο του κράτους από τους Γάλλους μετά από βίαιη εξέγερση το 1804, επαναλαμβάνοντας τα συνθήματα της Γαλλικής Επανάστασης για ελευθερία, αδελφοσύνη και ισότητα.

Η αμερικανική στρατιωτική κατοχή της Κούβας έληξε το 1902 και η Κούβα κήρυξε επίσημα την ανεξαρτησία της — αν και με όρους. Αυτοί οι όροι προέβλεπαν μελλοντική αμερικανική επέμβαση όποτε η Ουάσινγκτον πίστευε ότι ο κουβανικός λαός χρειαζόταν «καθοδήγηση» (κάτι που τελικά αποδείχθηκε αρκετά συχνό φαινόμενο).

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, τα αμερικανικά επιχειρηματικά συμφέροντα διείσδυσαν βαθιά σε κάθε τομέα της κουβανικής οικονομίας με πλήρη επιρροή στις κουβανικές κυβερνήσεις.

Σε πολιτιστικό και κοινωνικό επίπεδο, η Κούβα γρήγορα «αμερικανοποιήθηκε» μέσω ενός νέου εκπαιδευτικού συστήματος. Τα ταξίδια επίσης αυξήθηκαν. Ο δημοφιλής ταξιδιωτικός οδηγός «Terry’s Guide to Cuba» καθησύχαζε τους αμερικανούς επισκέπτες τη δεκαετία του 1920, τονίζοντας ότι θα αισθάνονταν σαν στο σπίτι τους επειδή «χιλιάδες Κουβανοί ενεργούν, σκέφτονται, μιλούν και μοιάζουν με Αμερικανούς». Τα παλιά αμερικανικά αυτοκίνητα παραμένουν παντού σε ολόκληρη την Κούβα μέχρι και σήμερα και μάλιστα με «πατέντες» προσαρμοσμένες στις διαχρονικές ελλείψεις σε υλικά.

Διαβάστε: Ντόναλντ Τραμπ / «Η Κούβα είναι η επόμενη, θα την καταλάβουμε αμέσως»

Αυτή η κατάσταση ανατράπηκε με την εμφάνιση του Φιντέλ Κάστρο στο προσκήνιο της Ιστορίας.

Κατά τη διάρκεια της Κουβανικής Επανάστασης, ο Κάστρο ανακοίνωσε τον Απρίλιο του 1959 ότι η επαναστατική κυβέρνηση θα «εκκουβάνιζε την Κούβα». Αυτό μπορεί να φαίνεται «παράδοξο», εξήγησε, αλλά οι Κουβανοί «υποτιμούν» οτιδήποτε κουβανικό. Έχουν διαποτιστεί με ένα είδος «συμπλέγματος αυτοαμφιβολίας μπροστά στη συντριπτική αμερικανική επιρροή στον πολιτισμό, στην πολιτική και στην οικονομία του νησιού».

Η Αμερικανίδα δημοσιογράφος Elizabeth Sutherland παρατήρησε εκείνη την εποχή ότι οι Κουβανοί υπέφεραν από ένα «πολιτισμικό σύμπλεγμα κατωτερότητας, τυπικό των αποικιοκρατούμενων λαών».

Στους βορειοαμερικανούς ωστόσο, η ωμή δήλωση του Κάστρο προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια. Ο Αμερικανός παρουσιαστής Walter Cronkite είχε τότε σχολιάσει: «Η άνοδος του Φιντέλ Κάστρο ήταν ένα τρομερό σοκ για τον αμερικανικό λαό. Ο κομμουνισμός έφτασε σχεδόν στις ακτές μας. Η Κούβα αποτελούσε τόπο διακοπών για τους Αμερικανούς, τη θεωρούσαμε κομμάτι των Ηνωμένων Πολιτειών».

Στην καρδιά του επαναστατικού σχεδίου της Κούβας, βρισκόταν η επιβεβαίωση της κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας και της εθνικής ταυτότητας της χώρας. Η επιδίωξη ήταν να δημιουργηθεί ένα νέο και κοινωνικά δίκαιο κουβανικό έθνος, όπως το οραματιζόταν ο μεγάλος εθνικός ήρωας και ποιητής, José Martí.

Διαβάστε: Η ιστορική απολογία του Φιντέλ Κάστρο: «Καταδικάστε με. Η Ιστορία θα με δικαιώσει!»

Για τους Κουβανούς η σημερινή κατάσταση είναι θέμα ταυτότητας και ιστορίας. Για τους Βορειοαμερικανούς, είναι θέμα αυτοεικόνας. Όπως γράφει ο ιστορικός Louis A. Pérez,«επειδή έχουν πείσει τους εαυτούς τους για τον ευεργετικό σκοπό από τον οποίο οι ΗΠΑ αντλούν το ηθικό δικαίωμα να θεωρούν δεδομένη την εξουσία τους πάνω στην Κούβα».

Με την κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα δημιουργήθηκε ελπίδα για μια αλλαγή. Οι ΗΠΑ ίσως τελικά να σέβονταν την κουβανική κυριαρχία και να συνεργάζονταν ισότιμα.

Σήμερα, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επιστρέψει στην παραδοσιακή νεοαποικιοκρατική αντίληψη της Ουάσινγκτον για την Κούβα, διακηρύσσοντας ότι μπορεί να κάνει «ό,τι θέλει» με το νησί. Όπως έδειξε το θεαματικό «φιάσκο» της υποστηριζόμενης από τις ΗΠΑ εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων πριν από 65 χρόνια ωστόσο, οι Κουβανοί παραμένουν έτοιμοι να υπερασπιστούν την ανεξαρτησία τους και το δικαίωμά τους να καθορίζουν το δικό τους μέλλον.

Διαβάστε: Κούβα / Μπλακάουτ, κυρώσεις και αμερικανική πίεση – Τι συμβαίνει στην Αβάνα;