Γαλλικά drones με τουρκική τεχνολογία στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις – Στον «αέρα» τα Patroller

Του Χρήστου Μαζανίτη

Η απόκτηση των γαλλικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών τακτικής επιτήρησης τύπου Patroller από την Ελλάδα αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα των προκλήσεων, των καθυστερήσεων, αλλά και των γεωπολιτικών καραμπόλων που μπορούν να επηρεάσουν ένα σύγχρονο εξοπλιστικό πρόγραμμα.

Η συμφωνία, η οποία υπεγράφη με προσδοκίες για την άμεση ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο Αιγαίο και τον Έβρο, έχει εξελιχθεί σε έναν σύνθετο γρίφο, με τα προβλήματα παραγωγής, τις τεχνικές αστοχίες και τις επιχειρηματικές συμμαχίες της κατασκευάστριας εταιρείας Safran να απειλούν πλέον ανοιχτά ακόμη και με την πλήρη ακύρωση του προγράμματος.

Η αρχική αρχιτεκτονική του προγράμματος προέβλεπε την προμήθεια τεσσάρων UAV Patroller, μαζί με τρεις επίγειους σταθμούς ελέγχου, προκειμένου να αντικαταστήσουν ή να συμπληρώσουν τα παλαιότερα και επιχειρησιακά καταπονημένα Sperwer που χρησιμοποιεί ο Ελληνικός Στρατός Ξηράς. Τα γαλλικά συστήματα επιλέχθηκαν λόγω των προηγμένων δυνατοτήτων τους στην πολύωρη επιτήρηση, της ικανότητάς τους να φέρουν εξελιγμένους οπτρονικούς αισθητήρες της Safran, καθώς και της δυνατότητας μελλοντικής ενσωμάτωσης οπλισμού. Βάσει του αρχικού χρονοδιαγράμματος της σύμβασης, η Ελλάδα έπρεπε να είχε παραλάβει τα πρώτα αεροσκάφη από τα τέλη του 2024 έως τις αρχές του 2025, ώστε εντός του 2026 το σύστημα να βρίσκεται σε πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα και να έχει ενταχθεί στους σχεδιασμούς των ελληνικών επιτελείων.

Ωστόσο, το χρονοδιάγραμμα αυτό ανατράπηκε πλήρως. Το πρόγραμμα Patroller άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ήδη από τη φάση της παραγωγής και των δοκιμών στη Γαλλία. Η Safran αντιμετώπισε σημαντικές τεχνικές δυσκολίες στην ομαλή ενσωμάτωση των λογισμικών πλοήγησης και των συστημάτων μετάδοσης δεδομένων, ενώ καταγράφηκαν και ζητήματα που αφορούσαν την πιστοποίηση του αεροσκάφους για πτήσεις σε μη ελεγχόμενο εναέριο χώρο, σύμφωνα με τα αυστηρά ευρωπαϊκά πρότυπα. Αυτές οι τεχνικές αστοχίες οδήγησαν σε συνεχείς μεταθέσεις των ημερομηνιών παράδοσης, προκαλώντας την έντονη δυσφορία του ελληνικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, το οποίο έβλεπε ένα κρίσιμο επιχειρησιακό κενό στον τομέα της μη επανδρωμένης επιτήρησης να παραμένει ακάλυπτο, την ίδια ώρα που η Τουρκία αύξανε ραγδαία τους ρυθμούς παραγωγής και χρήσης των δικών της drones.

Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο περίπλοκη λόγω των γενικότερων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία στην εφοδιαστική αλυσίδα, με ελλείψεις σε κρίσιμα ηλεκτρονικά εξαρτήματα και ημιαγωγούς, γεγονός που επέτεινε τις καθυστερήσεις. Η Αθήνα άρχισε να συνειδητοποιεί ότι τα Patroller, ακόμη και αν παραδίδονταν, θα έφταναν με σημαντική καθυστέρηση και πιθανώς με παιδικές ασθένειες που θα απαιτούσαν χρόνο για να επιλυθούν, περιορίζοντας την άμεση χρησιμότητά τους στο πεδίο του Αιγαίου.

Το τελειωτικό, ωστόσο, πλήγμα στην αξιοπιστία του προγράμματος και ο παράγοντας που αλλάζει ριζικά τα δεδομένα είναι η πρόσφατη επιχειρηματική και τεχνολογική προσέγγιση της γαλλικής Safran με την τουρκική εταιρεία Baykar, την κατασκευάστρια των γνωστών drones Bayraktar, της οποίας ιδιοκτήτης είναι ο γαμπρός του Ερντογάν. Η Safran, αναζητώντας νέες αγορές και τρόπους να κεφαλαιοποιήσει την κορυφαία τεχνολογία της στους κινητήρες και τα οπτρονικά συστήματα, προχώρησε σε συμφωνίες συνεργασίας με την τουρκική πλευρά. Η κίνηση αυτή προκάλεσε σοκ στην Αθήνα, καθώς η Safran είναι ο ίδιος όμιλος από τον οποίο η Ελλάδα αναμένει τα Patroller, αλλά και ο βασικός υποκατασκευαστής των συστημάτων των ελληνικών Rafale.

Η συμφωνία της Safran με την Baykar δημιουργεί ένα τεράστιο ζήτημα ασφάλειας πληροφοριών και γεωπολιτικής ηθικής για την Ελλάδα. Από τη στιγμή που η γαλλική εταιρεία συνεργάζεται στενά με την τουρκική αμυντική βιομηχανία, η Αθήνα εκφράζει έντονους φόβους για την πιθανότητα διαρροής τεχνολογικών δεδομένων ή ευαίσθητων πληροφοριών που αφορούν τα συστήματα των Patroller, τα οποία προορίζονται να επιτηρούν τις τουρκικές κινήσεις. Επιπλέον, υπάρχει ο εύλογος φόβος ότι η Safran ενδέχεται να δώσει προτεραιότητα στις τεράστιες παραγγελίες και στις συνεργασίες με την Τουρκία, υποβαθμίζοντας την υποστήριξη και τη μελλοντική εξέλιξη του μικρού ελληνικού προγράμματος.

Αυτή η εξέλιξη έχει οδηγήσει το ελληνικό επιτελείο σε σοβαρές σκέψεις για την πλήρη ακύρωση της προμήθειας των Patroller. Η ελληνική πλευρά εξετάζει πλέον νομικούς τρόπους για να λύσει τη σύμβαση χωρίς οικονομικές κυρώσεις, επικαλούμενη τις μεγάλες καθυστερήσεις στις παραδόσεις και την αλλαγή των συνθηκών ασφαλείας λόγω της γαλλοτουρκικής βιομηχανικής σύμπραξης. Η διατήρηση ενός συμβολαίου με μια εταιρεία που εξοπλίζει ή συνεργάζεται με τον κύριο δυνητικό αντίπαλο της χώρας θεωρείται από πολλούς αναλυτές ως μια στρατηγική αντίφαση που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Σε περίπτωση που το πρόγραμμα ακυρωθεί οριστικά, η Ελλάδα θα κληθεί να αναζητήσει άμεσα εναλλακτικές λύσεις για την κάλυψη των αναγκών της. Οι επιλογές περιλαμβάνουν την προμήθεια των αμερικανικών MQ-9 Reaper, την αναζήτηση αντίστοιχων συστημάτων τακτικής επιτήρησης από το Ισραήλ, το οποίο διαθέτει μεγάλη εμπειρία και δοκιμασμένες πλατφόρμες, ενώ η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει ήδη και τα HERON, ή την ενίσχυση των εγχώριων προσπαθειών για την παραγωγή ελληνικών UAV, αν και η τελευταία επιλογή απαιτεί χρόνο που η Ελλάδα δεν διαθέτει.

Η πορεία της προμήθειας των UAV Patroller αναδεικνύει τις παγίδες των διεθνών εξοπλιστικών προγραμμάτων, όπου οι επιχειρηματικές αποφάσεις των μεγάλων αμυντικών κολοσσών μπορούν να έρθουν σε πλήρη σύγκρουση με τα εθνικά συμφέροντα των αγοραστών. Η καθυστέρηση στις παραδόσεις, σε συνδυασμό με τη στρατηγική στροφή της Safran προς την τουρκική αγορά, έχει μετατρέψει το Patroller από μια πολλά υποσχόμενη προσθήκη σε μια προβληματική επένδυση, φέρνοντας το πρόγραμμα πιο κοντά από ποτέ στο φάσμα της ακύρωσης και αναγκάζοντας την Ελλάδα να επανασχεδιάσει τη στρατηγική της στον κρίσιμο τομέα του μη επανδρωμένου πολέμου.