Με φόντο τις εντάσεις για την Ταϊβάν, τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τη διαρκή εμπορική αντιπαράθεση Ουάσινγκτον – Πεκίνου, ο Ντόναλντ Τραμπ ολοκλήρωσε την Παρασκευή (15/5) την πολυσυζητημένη διήμερη επίσκεψή του στην Κίνα, επιχειρώντας να παρουσιάσει τη σύνοδο με τον Σι Τζινπίνγκ ως μια μεγάλη διπλωματική και οικονομική επιτυχία για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ads Η επίσκεψη έκλεισε με θερμές δημόσιες δηλώσεις, επίσημα δείπνα, αμοιβαίες φιλοφρονήσεις και διαβεβαιώσεις περί συνεργασίας, πίσω όμως από το θετικό κλίμα παρέμειναν ανοιχτά όλα τα μεγάλα γεωπολιτικά μέτωπα – από την Ταϊβάν και το Ιράν μέχρι τον εμπορικό πόλεμο, την τεχνολογική αντιπαράθεση και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ads Ο Αμερικανός πρόεδρος αναχώρησε από το Πεκίνο υποστηρίζοντας ότι πέτυχε σημαντικές συμφωνίες με την κινεζική ηγεσία, αν και αρκετές από αυτές δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί επισήμως ούτε από το Πεκίνο ούτε από αμερικανικές εταιρείες. Ads Διαβάστε επίσης: Σι Τζινπίνγκ / Ο «φιλόσοφος Βασιλιάς» του Πεκίνου
Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρέθηκε η κρίση με το Ιράν
Ο Τραμπ δήλωσε ότι ο ίδιος και ο Σι συμφώνησαν πως η Τεχεράνη δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, ενώ υποστήριξε ότι υπήρξε κοινή θέση υπέρ της άμεσης επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ, τα οποία θεωρούνται κρίσιμη αρτηρία για την παγκόσμια αγορά ενέργειας. Ads Μάλιστα, ο Αμερικανός πρόεδρος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο άρσης κυρώσεων σε κινεζικές εταιρείες που αγόραζαν ιρανικό πετρέλαιο, σημειώνοντας ότι εξετάζει σοβαρά το ζήτημα μετά τις συνομιλίες με τον Σι Τζινπίνγκ.
Σε δηλώσεις του κατά την επιστροφή του στην Ουάσινγκτον με το Air Force One, ο Τραμπ ανέφερε ακόμη ότι θα δεχόταν μια 20ετή αναστολή του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, υπό την προϋπόθεση ότι η Τεχεράνη θα έδινε – όπως είπε – «πραγματική δέσμευση».
Παράλληλα, επέμεινε ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν είχαν αποδυναμώσει δραστικά τις πυραυλικές δυνατότητες της χώρας, ισχυριζόμενος ότι το 80% του ιρανικού πυραυλικού οπλοστασίου έχει καταστραφεί. Ο ίδιος χαρακτήρισε «ψευδείς» και ακόμη και «προδοτικές» τις αναφορές που αμφισβητούν αυτή την εκτίμηση, στοχοποιώντας δημοσιογράφους των New York Times.
Συμφωνία με την Boeing;
Στο οικονομικό πεδίο, ο Τραμπ έκανε λόγο για συμφωνία αγοράς 200 αεροσκαφών Boeing από την Κίνα, με πιθανότητα να ακολουθήσουν ακόμη 550 αεροσκάφη στο μέλλον.
Επιπλέον, υποστήριξε ότι το Πεκίνο δεσμεύθηκε να αυξήσει σημαντικά τις εισαγωγές αμερικανικής σόγιας, πετρελαίου, υγροποιημένου φυσικού αερίου και άλλων ενεργειακών προϊόντων, παρουσιάζοντας τις εξελίξεις ως «μεγάλη νίκη» για τους Αμερικανούς αγρότες.
Ωστόσο, παρά τους θριαμβευτικούς τόνους του Λευκού Οίκου, παρέμειναν σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο οι εξαγγελίες αυτές έχουν οριστικοποιηθεί.
Εκπρόσωποι της κινεζικής κυβέρνησης απέφυγαν να επιβεβαιώσουν συγκεκριμένα τις αγορές αεροσκαφών, περιοριζόμενοι να αναφέρουν ότι οι δύο πλευρές κατέληξαν σε «σημαντική συναίνεση» και σε μια σχέση «αμοιβαίου οφέλους και συνεργασίας». Αντίστοιχα, η Boeing δεν ανακοίνωσε επίσημα καμία συμφωνία.
Το ζήτημα της Ταϊβάν
Το ζήτημα της Ταϊβάν αποτέλεσε ένα από τα πιο ευαίσθητα θέματα της συνόδου.
Ο Σι Τζινπίνγκ φέρεται να ξεκαθάρισε στον Αμερικανό πρόεδρο ότι η Ταϊβάν αποτελεί «το σημαντικότερο θέμα» στις σινοαμερικανικές σχέσεις και προειδοποίησε ότι λανθασμένοι χειρισμοί θα μπορούσαν να οδηγήσουν ακόμη και σε σύγκρουση ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις.
Από την πλευρά του, ο Τραμπ παραδέχθηκε ότι το θέμα συζητήθηκε «εκτενώς», ωστόσο απέφυγε να αποκαλύψει λεπτομέρειες ή να δεσμευθεί για τη στάση της Ουάσινγκτον.
«Δεν προσπαθούμε να έχουμε πολέμους», είπε χαρακτηριστικά, αποφεύγοντας να πάρει σαφή θέση υπέρ είτε της Ταϊπέι είτε του Πεκίνου.
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, επιχείρησε πάντως να καθησυχάσει τις ανησυχίες, δηλώνοντας ότι η αμερικανική πολιτική για την Ταϊβάν «παραμένει αμετάβλητη» και συνεχίζει τη γραμμή προηγούμενων κυβερνήσεων.
Ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Στη σύνοδο τέθηκαν επίσης ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς ο Τραμπ δήλωσε ότι υπήρξαν συνομιλίες για την απελευθέρωση 30 προτεσταντών πάστορων που είχαν συλληφθεί το 2025 στο Πεκίνο, χωρίς ωστόσο να ανακοινωθεί κάποια συμφωνία.
Την ίδια ώρα, δεν υπήρξε καμία πρόοδος στην υπόθεση του Τζίμι Λάι, του φυλακισμένου μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης στο Χονγκ Κονγκ, ο οποίος εκτίει ποινή 20 ετών για κατηγορίες περί «συνεργασίας με ξένες δυνάμεις» και «στάσης». Ο Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να πιέζουν το Πεκίνο για την απελευθέρωσή του.
Πώς περιέγραψε το Πεκίνο την επίσκεψη Τραμπ
Το Πεκίνο, πάντως, επέλεξε να προβάλει κυρίως το θετικό κλίμα της επίσκεψης.
Ο Σι Τζινπίνγκ έκανε λόγο για μια «σταθερή και εποικοδομητική» σχέση ΗΠΑ – Κίνας, υπογραμμίζοντας ότι οι δύο χώρες «κερδίζουν από τη συνεργασία και χάνουν από τη σύγκρουση».
Από την πλευρά του, ο Τραμπ χαρακτήρισε τον Σι «μεγάλο ηγέτη» και επανέλαβε ότι σέβεται βαθιά τον κινεζικό λαό, προσκαλώντας μάλιστα επισήμως τον Κινέζο πρόεδρο στον Λευκό Οίκο τον Σεπτέμβριο.
Παρά τις δημόσιες διαβεβαιώσεις περί συνεργασίας, η πραγματική δοκιμασία των συμφωνιών και των δεσμεύσεων που ανακοινώθηκαν στο Πεκίνο αναμένεται τους επόμενους μήνες, καθώς ΗΠΑ και Κίνα εξακολουθούν να κινούνται σε μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη συνεννόηση και τη στρατηγική αντιπαράθεση.
