Πώς η επένδυση ενός Πατρινού που οι Γάλλοι σνόμπαραν επιδεικτικά εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους μύθους της γαλλικής γαστρονομικής κουλτούρας
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Σήμερα, η τρίτη γενιά, τα παιδιά της Κορίν και εγγόνια του Ανδρέα, η Αλεξάνδρα Πετί και ο Αλέξης Λεβέν, έχουν πάρει τα ηνία της οικογενειακής επιχείρησης διατηρώντας την πολύτιμη κληρονομιά στη νέα εποχή. «Ο Αλέξης είναι ο γενικός διαχειριστής, βρίσκεται στον πυρήνα της λειτουργίας και των ομάδων του οινοποιείου», λέει η Αλεξάνδρα.
«Εγώ έχω έναν ρόλο ελεγκτικό, κυρίως στα οικονομικά, ως πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου. Αλλά επειδή είμαι μέλος της οικογένειας και βρίσκομαι πλάι στον αδελφό μου, συμμετέχω σε όλες τις σημαντικές και στρατηγικές αποφάσεις, αυτές που έχουν μακροπρόθεσμο αντίκτυπο για την εταιρεία». «Αν προσπαθήσω να περάσω ισολογισμούς που δεν είναι σωστοί, η Αλεξάνδρα θα μου το προσάψει και δεν θα εγκρίνει τους λογαριασμούς μου!», αστειεύεται ο Αλέξης για την αδελφή του, με την οποία μεγάλωσαν κυριολεκτικά μέσα στο φημισμένο κτήμα. «Η μαμά μου με έπαιρνε πολύ τακτικά μαζί της στο οινοποιείο όταν ήμουν μικρός. Εκανα τη μισή σχολική χρονιά στο Παρίσι και την άλλη μισή στο σχολείο του Μαργκό, που απέχει μερικά λεπτά από το κτήμα. Από 3-4 ετών ήθελα να δοκιμάζω το κρασί, κάτι που δεν ευχαριστούσε και πολύ τη μητέρα μου».
Με τον διεθνή ανταγωνισμό και την οικονομική κρίση να υφίστανται, ένας άλλος παράγοντας παίρνει τώρα τη μορφή της μεγαλύτερης πρόκλησης για το Château Margaux: η κλιματική αλλαγή. «Δεν πρόκειται απλώς για αύξηση θερμοκρασίας», εξηγεί ο Αλέξης. «Υπάρχουν χρονιές πιο θερμές, άλλες πιο βροχερές ή εξαιρετικά ξηρές. Ολα αυτά συνέβαιναν πάντα, αλλά πλέον συμβαίνουν με πολύ μεγαλύτερη ένταση». Παραδόξως, ο ιστορικός αμπελώνας φαίνεται να έχει βγει προς το παρόν κερδισμένος από τις εξάρσεις του καιρού. «Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 κάνουμε πολύ καλύτερες σοδειές απ’ ό,τι το ’80 ή το ’90. Λόγω της ζέστης και της ξηρασίας, τα σταφύλια μας ωριμάζουν καλύτερα και έχουν υψηλότερη ποιότητα». Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σοδειά του 2003, η χρονιά με τους χιλιάδες νεκρούς από τον καύσωνα στη Γαλλία. «Χάρη στο terroir και στον σωστό χρόνο του τρύγου, φτιάξαμε ένα εξαιρετικά ποιοτικό κρασί, γεμάτο φρεσκάδα και κομψότητα, που σήμερα, 20 χρόνια μετά, πίνεται ακόμα πιο απολαυστικά».
Παρόμοιο παράδειγμα αποτελεί το 2022, μία από τις πιο ξηρές χρονιές στην ιστορία του Μπορντό. «Δεν αρδεύουμε τις αμπελουργικές εκτάσεις, εξαρτόμαστε αποκλειστικά από το κλίμα. Τα σταφύλια ήταν εξαιρετικά συμπυκνωμένα, το κρασί πιο δυνατό από άλλες χρονιές, αλλά πάντα μέσα στο DNA του Château Margaux, με αρωματικά λουλούδια, βελούδινες τανίνες, μεταξένια υφή».
Ωστόσο, αυτό που ανησυχεί τον Αλέξη δεν είναι η ποιότητα αλλά η ποσότητα. «Το 2025 είχαμε μία από τις χαμηλότερες αποδόσεις των τελευταίων 100 χρόνων. Το καλοκαίρι ήταν ιδιαίτερα θερμό κι αυτό επηρέασε σημαντικά τον όγκο παραγωγής». Οι λόγοι μπορεί να είναι πολλοί: υπερβολική βροχή που δημιουργεί μύκητες, υπερβολική ξηρασία που συρρικνώνει τα σταφύλια ή πολύς ήλιος, το φαινόμενο γνωστό στα γαλλικά ως «échaudage». Για να αντιμετωπιστεί αυτή την πρόκληση, το Château Margaux διαθέτει ειδική ομάδα Ερευνας και Ανάπτυξης, με επικεφαλής την Μπλαντίν ντε Ρουφινιάκ, κάτοχο διδακτορικού στην Οινολογία. «Δοκιμάζουμε διαφορετικές ποικιλίες σταφυλιών, διαφορετικές τεχνικές κλαδέματος, διαφορετικές ημερομηνίες τρύγου. Στο οινοποιείο εφαρμόζουμε εξαιρετικά ήπιες εκχυλίσεις για να διατηρούμε τη φρεσκάδα και την κομψότητα που χαρακτηρίζουν τα κρασιά μας», εξηγεί ο Αλέξης, επισημαίνοντας πως στο πλαίσιο της Ερευνας και Ανάπτυξης έχουν συσσωρεύσει σχεδόν 10.000 πειραματικές φιάλες στα κελάρια του κτήματος από το 1999.
Ερωτηθέντες για ελληνικά κρασιά, και οι δύο απαντούν αμέσως με ενθουσιασμό. «Τα Ασύρτικα της Σαντορίνης είναι εκπληκτικά! Λευκά κρασιά τόσο συμπυκνωμένα, με τόσο αλκοόλ, κι όμως, διατηρούν μια αξιοσημείωτη φρεσκάδα. Επίσης, τα γλυκά κρασιά της Πάτρας έχουν ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας, καθώς ο παππούς μας καταγόταν από εκεί».
Οσο για τα γαλλικά στερεότυπα που αντιμετώπισε στην εποχή του ο διορατικός Ανδρέας Μεντζελόπουλος, ο Αλέξης είναι αποκαλυπτικός: «Πολλοί γελούσαν το 1977 όταν ο παππούς αγόρασε το Château Margaux. Αναρωτιούνταν τι γυρεύει ένας Ελληνας στη μέση του Μεντόκ. Ελεγαν ότι θα χρεοκοπούσε επειδή πλήρωσε πολλά χρήματα για ένα κτήμα που “δεν άξιζε τίποτα πλέον”.
Ο «παππούς Ανδρέας» με την κόρη του Κορίν Μεντζελοπούλου, μητέρα του Αλέξη και της Αλεξάνδρας
Eκείνος, όμως, είχε καταλάβει την αξία του terroir, αντιλήφθηκε ότι αντιπροσώπευε ένα premier grand cru classé (σ.σ.: κορυφαίος τίτλος κατάταξης για τα κρασιά της περιοχής). Κι αυτοί που γελούσαν το 1977 ήταν εκείνοι που έκλαιγαν το 1980, όταν ο παππούς πέθανε, λέγοντας ότι ήταν καταστροφή για το Μπορντό να χάσει έναν τόσο σημαντικό άνθρωπο».

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή