O πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν οδηγεί τις τιμές πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι, δημιουργώντας νέα τεράστια υπερκέρδη για τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων, σύμφωνα με τη Greenpeace.

Η οργάνωση σημειώνει ότι επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό που είχε διαμορφωθεί μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Ως παράδειγμα αναφέρει τη Shell, η οποία ανακοίνωσε κέρδη 6,9 δισ. δολαρίων το πρώτο τρίμηνο του 2026, υπερδιπλάσια σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο.

Παράλληλα, οι τέσσερις μεγαλύτερες ενεργειακές εταιρείες της Ευρώπης – Shell, TotalEnergies, BP και Equinor – κατέγραψαν συνολικά πάνω από 18 δισ. δολάρια καθαρών προσαρμοσμένων κερδών μετά φόρων στο πρώτο τρίμηνο του 2026, παρουσιάζοντας αύξηση 80% σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο. Όπως επισημαίνει η Greenpeace, μεγάλο μέρος αυτών των κερδών κατευθύνθηκε άμεσα προς τους μετόχους, με αυξήσεις μερισμάτων και μαζικές επαναγορές μετοχών.

Η Rebecca Newsom, υπεύθυνη πολιτικής της διεθνούς Greenpeace, υπογράμμισε ότι κάθε νέα γεωπολιτική ή ενεργειακή κρίση μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος ζωής για τα νοικοκυριά, με ακριβότερη ενέργεια, μεταφορές, τρόφιμα και ενοίκια. Την ίδια στιγμή, όπως ανέφερε, οι ίδιες εταιρείες που ευθύνονται για τη διατήρηση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα συνεχίζουν να καταγράφουν τεράστια κέρδη και να ανταμείβουν μετόχους και διοικήσεις.

Όπως τόνισε, το σημερινό οικονομικό μοντέλο λειτουργεί προς όφελος των ενεργειακών ομίλων και θα συνεχίσει να λειτουργεί έτσι μέχρι οι κυβερνήσεις να επιλέξουν να δώσουν προτεραιότητα στην προστασία των πολιτών αντί των εταιρικών κερδών. Υπενθύμισε επίσης ότι περισσότερες από 50 χώρες επαναβεβαίωσαν πρόσφατα τη δέσμευσή τους για σταδιακή απεξάρτηση από άνθρακα, πετρέλαιο και φυσικό αέριο κατά τη διάρκεια της πρώτης Διεθνούς Διάσκεψης για τη Μετάβαση από τα Ορυκτά Καύσιμα στη Σάντα Μάρτα της Κολομβίας.

Η ίδια επισήμανε ότι η αυξημένη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές, όπως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια, βοήθησε στη διατήρηση της ηλεκτροδότησης ακόμη και σε περιόδους διακοπής προμηθειών φυσικού αερίου. «Οι λύσεις υπάρχουν», ανέφερε, ζητώντας από τις κυβερνήσεις να σταματήσουν να επιτρέπουν στις εταιρείες ορυκτών καυσίμων να αποφεύγουν ουσιαστική φορολόγηση και να επιβάλουν μόνιμους φόρους στα κέρδη τους, ώστε να χρηματοδοτηθεί η μετάβαση σε καθαρή ενέργεια και να μειωθεί το κόστος για τα νοικοκυριά.

Η Greenpeace υπενθυμίζει ακόμη ότι μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, τα κέρδη των μεγάλων εταιρειών ορυκτών καυσίμων εκτοξεύθηκαν κατά 125%. Αν και αρκετές κυβερνήσεις επέβαλαν τότε προσωρινούς φόρους υπερκερδών, τα έσοδα που τελικά συγκεντρώθηκαν ήταν πολύ χαμηλότερα από τις αρχικές εξαγγελίες, καθώς –όπως υποστηρίζει η οργάνωση– οι εταιρείες μετέφεραν κέρδη και αξιοποίησαν φορολογικούς παραδείσους.

Τρία χρόνια αργότερα, σύμφωνα με τη Greenpeace, ο κόσμος βρίσκεται ξανά αντιμέτωπος με νέα ενεργειακή κρίση, ενώ οι ίδιες πολυεθνικές συνεχίζουν να αποκομίζουν τεράστια οικονομικά οφέλη. Για τον λόγο αυτό ζητά την καθιέρωση μόνιμων φόρων στα κέρδη πετρελαίου και φυσικού αερίου – όχι μόνο στα έκτακτα κέρδη – καθώς και τη δημιουργία διεθνούς φορολογικού πλαισίου υπό τον ΟΗΕ για τις ρυπογόνες επιχειρήσεις, με αυστηρούς κανόνες κατά της μεταφοράς κερδών σε φορολογικούς παραδείσους.

Όπως υπογραμμίζει η οργάνωση, τα έσοδα από αυτούς τους φόρους θα πρέπει να κατευθυνθούν στη στήριξη των νοικοκυριών που πιέζονται από την ακρίβεια, στην ανάπτυξη έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και στην ενίσχυση των περιοχών που πλήττονται περισσότερο από την κλιματική κρίση.

Το ελληνικό γραφείο της Greenpeace καλεί παράλληλα την κυβέρνηση να εγκαταλείψει τα σχέδια επέκτασης έργων και υποδομών ορυκτού αερίου στην Ελλάδα — είτε πρόκειται για εξορύξεις, είτε για εγκαταστάσεις LNG και αγωγούς — και να δώσει έμφαση σε μια βιώσιμη ενεργειακή μετάβαση με επενδύσεις στις ΑΠΕ, στην αποθήκευση ενέργειας και στην εξοικονόμηση.