Νέες καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων σε βάρος του Μάικλ Τζάκσον ήρθαν στο φως μέσα από συνέντευξη τεσσάρων μελών της οικογένειας Κάσιο στην εκπομπή «60 Minutes Australia». Οι Έντι, Άλντο, Ντόμινικ και Μαρί-Νικόλ Κάσιο, που για χρόνια βρίσκονταν στον στενό κύκλο του τραγουδιστή, υποστηρίζουν ότι υπήρξαν θύματα συστηματικής κακοποίησης και ψυχολογικής χειραγώγησης από πολύ μικρή ηλικία.
Η σχέση της οικογένειας με τον διάσημο καλλιτέχνη ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980, όταν ο πατέρας τους γνώρισε τον Τζάκσον στη Νέα Υόρκη, στο ξενοδοχείο όπου εργαζόταν. Όπως περιγράφουν, η γνωριμία εξελίχθηκε γρήγορα σε στενή επαφή, με αποτέλεσμα η οικογένεια να τον συνοδεύει συχνά σε ταξίδια, περιοδείες και στο Neverland Ranch.
Σύμφωνα με τις ίδιες μαρτυρίες, ο τραγουδιστής κέρδιζε την εμπιστοσύνη των παιδιών με πολυτελή δώρα, ταξίδια και συνεχή παρουσία στην καθημερινότητά τους. Ο Έντι Κάσιο αναφέρει ότι τον γνώρισε όταν ήταν δύο ετών και ότι ο Τζάκσον επισκεπτόταν συχνά το σπίτι τους χωρίς προειδοποίηση, κάτι που τότε θεωρούσαν τιμητικό λόγω της παγκόσμιας φήμης του.
Τα αδέλφια υποστηρίζουν ότι η φερόμενη κακοποίηση διήρκεσε περίπου 25 χρόνια και εκτυλίχθηκε τόσο στο Neverland όσο και κατά τη διάρκεια περιοδειών. Ορισμένοι περιγράφουν ότι τα περιστατικά ξεκίνησαν όταν ήταν ακόμη παιδιά, γύρω στην προεφηβική ηλικία, και περιλάμβαναν επαφές και συμπεριφορές που, όπως λένε, είχαν βαθύ ψυχολογικό αντίκτυπο.
Η Μαρί-Νικόλ Κάσιο καταγγέλλει ότι της ζητούνταν να βγάζει τα ρούχα της όταν ήταν 12 ετών, ενώ ο Άλντο αναφέρει περιστατικά που συνέβησαν όταν έπαιζε βιντεοπαιχνίδια μαζί με τον τραγουδιστή. Ο Ντόμινικ Κάσιο μίλησε επίσης για μια σχέση εξάρτησης και χειραγώγησης, χαρακτηρίζοντας τον Τζάκσον με ιδιαίτερα βαρείς χαρακτηρισμούς.
Παράλληλα, τα αδέλφια ισχυρίζονται ότι τους δίνονταν αλκοόλ και φαρμακευτικές ουσίες σε μικρή ηλικία, με αναφορές σε κωδικές ονομασίες για ποτά και ισχυρά φάρμακα.
Από την πλευρά της διαχείρισης της περιουσίας του Μάικλ Τζάκσον, οι κατηγορίες απορρίπτονται, με τον νομικό εκπρόσωπο Μάρτι Σίνγκερ να υποστηρίζει ότι πρόκειται για ισχυρισμούς που διατυπώνονται με στόχο οικονομικό όφελος, πολλά χρόνια μετά τον θάνατο του καλλιτέχνη.
