Στις πολύχρωμες στοές γύρω από την πλατεία Ρεπούμπλικα στο κέντρο του Σάο Πάολο, ακούγεται μουσική από τη Δυτική Αφρική. Πάγκοι με παπούτσια, υφάσματα και μικρομάγαζα γεμίζουν τους διαδρόμους, ενώ άνθρωποι από τη Σενεγάλη, το Κονγκό, τη Νιγηρία και την Αιθιοπία συζητούν στα πορτογαλικά. Ads Για χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες, η μεγαλύτερη πόλη της Νότιας Αμερικής δεν είναι απλώς ένας ενδιάμεσος σταθμός – είναι μια ευκαιρία για μια νέα ζωή με αξιοπρέπεια, όπως γράφει ο ιστότοπος Small Stream Media. Ads Ο Αιθίοπας πρόσφυγας Μέκεμπιμπ Τάντασε Ασέφα, ιδρυτής της ΜΚΟ FEB3, πιστεύει ότι πολλοί άνθρωποι που εγκαταλείπουν τις χώρες τους κυνηγώντας το «ευρωπαϊκό» ή «αμερικανικό όνειρο» κάνουν λάθος προορισμό. «Στη Βραζιλία έχεις τη δυνατότητα να γίνεις μέρος της κοινωνίας και όχι να ζεις σαν πολίτης τρίτης κατηγορίας», λέει καθώς περπατά στις εμπορικές στοές. Ads Η εικόνα αυτή έρχεται σε αντίθεση με το πολιτικό κλίμα που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η μεταναστευτική πολιτική γίνεται ολοένα πιο αυστηρή. Ads Ενώ δυτικές κυβερνήσεις συζητούν για φράχτες, απελάσεις και περιορισμούς, η Βραζιλία έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο ανοιχτούς προορισμούς για πρόσφυγες στη Λατινική Αμερική.
Το 2024 περισσότεροι από 68.000 άνθρωποι υπέβαλαν αίτηση ασύλου στη Βραζιλία, αριθμός αυξημένος κατά 16% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς, περισσότεροι από 820.000 άνθρωποι που χρειάζονται διεθνή προστασία ζουν σήμερα στη χώρα. Οι περισσότεροι προέρχονται από τη Βενεζουέλα, αλλά και από την Αϊτή, τη Συρία, το Αφγανιστάν, την Αγκόλα και το Κονγκό.
Σε αντίθεση με πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπου οι αιτούντες άσυλο πρέπει να περιμένουν μήνες πριν αποκτήσουν δικαίωμα εργασίας, στη Βραζιλία η άδεια εργασίας δίνεται σχεδόν αμέσως με την αίτηση ασύλου.
Για τον Ασέφα αυτό είναι καθοριστικό. «Η εργασία είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορείς να δώσεις σε έναν άνθρωπο. Αποκαθιστά την αξιοπρέπεια», τονίζει.
Ο ίδιος εγκατέλειψε την Αιθιοπία όταν ο εμφύλιος πόλεμος και η πολιτική του δράση στον χώρο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τον έθεσαν σε κίνδυνο.
Βρέθηκε στη Βραζιλία για ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα και, όταν η κατάσταση στη χώρα του επιδεινώθηκε, αποφάσισε να μείνει. Δύο χρόνια αργότερα απέκτησε επίσημα καθεστώς πρόσφυγα.

Σήμερα, μέσω της οργάνωσης FEB3 – που πήρε το όνομά της από την ημερομηνία άφιξής του στη Βραζιλία, στις 3 Φεβρουαρίου – βοηθά νεοαφιχθέντες πρόσφυγες να βρουν εργασία και να ενταχθούν στην κοινωνία. Πιστεύει ότι το δυτικό μοντέλο έχει παγιδευτεί σε μια «δημοκρατία των εταιρειών» και σε μια οικονομία χρέους.
«Στη Δύση σχεδόν όλοι ζουν μέσα στα χρέη: δάνεια σπουδών, στεγαστικά, πιστωτικές κάρτες. Και οι πρόσφυγες καταλήγουν στο χαμηλότερο επίπεδο ζωής», λέει.
Στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, πολλοί αιτούντες άσυλο περνούν μεγάλες περιόδους χωρίς δικαίωμα εργασίας, εξαρτημένοι από κρατικές δομές φιλοξενίας. Παράλληλα, εκατομμύρια άνθρωποι χωρίς έγγραφα ζουν στη σκιά, δουλεύοντας στην παραοικονομία χωρίς δικαιώματα ή προστασία.
Ωστόσο, η βραζιλιάνικη πραγματικότητα δεν είναι ειδυλλιακή. Λίγα χιλιόμετρα μακριά από τα ζωντανά εμπορικά περάσματα, κάτω από γέφυρες και αυτοκινητοδρόμους, χιλιάδες άστεγοι ζουν σε πρόχειρα καταλύματα από χαρτόνι και πλαστικό.
Ο Ρομπέρ Μοντινάρ, πρόσφυγας από την Αϊτή και εργαζόμενος στη ΜΚΟ Mawon, γνωρίζει αυτή τη σκληρή πλευρά από κοντά.
Έφυγε από την Αϊτή μετά τον καταστροφικό σεισμό του 2010. «Στη Βραζιλία έχω ειρήνη, αλλά οικονομικά η ζωή είναι ένας καθημερινός αγώνας», λέει.
Πολλοί πρόσφυγες καταλήγουν στις φαβέλες ή σε περιοχές που πλήττονται από πλημμύρες και ακραία καιρικά φαινόμενα. Οι άνθρωποι που εγκατέλειψαν τις χώρες τους εξαιτίας της κλιματικής κρίσης ή της φτώχειας βρίσκονται ξανά αντιμέτωποι με την ανασφάλεια.
Παρά τις δυσκολίες, ο Μοντινάρ επιμένει ότι η Βραζιλία προσφέρει κάτι που λείπει από τη Δύση: τη δυνατότητα συμμετοχής. «Δεν έχω αυτοκίνητο, δεν είμαι πλούσιος, αλλά είμαι κάποιος», λέει χαρακτηριστικά. Για εκείνον, το αμερικανικό όνειρο της κατανάλωσης και της οικονομικής επιτυχίας είναι μια ψευδαίσθηση για τους περισσότερους πρόσφυγες.
Το ίδιο πιστεύει και ο Κλαούντιο από την Αγκόλα, ο οποίος έζησε 46 χρόνια ως πρόσφυγας στο Κονγκό πριν φτάσει στη Βραζιλία. Σήμερα εργάζεται νόμιμα σε εταιρεία logistics και προσπαθεί να φέρει τη σύζυγο και τα παιδιά του από τη Λουάντα. «Η ζωή εδώ είναι καλύτερη», λέει με περηφάνια δείχνοντας τη βραζιλιάνικη ταυτότητά του.
Λίγο πιο πέρα, ο Φρανκ από το Κονγκό εργάζεται ήδη σε χημικό εργοστάσιο. «Δεν ήρθα για να γίνω πλούσιος», εξηγεί. «Ήρθα για να έχω ελευθερία και τη δυνατότητα να κάνω κάτι με τη ζωή μου».
Σε μια εποχή όπου η Ευρώπη και οι ΗΠΑ υψώνουν νέα σύνορα, το Σαν Πάουλο μοιάζει να διατυπώνει ένα διαφορετικό μήνυμα: η αξιοπρέπεια ίσως να μην βρίσκεται στον πλούτο, αλλά στην ευκαιρία να συμμετέχεις ξανά στην κοινωνία.