Σε νέα φάση σκληρής αντιπαράθεσης φαίνεται να εισέρχονται Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν, με τις διπλωματικές προσπάθειες να κινούνται πλέον σε λεπτή ισορροπία ανάμεσα σε διαπραγμάτευση και απειλή στρατιωτικής κλιμάκωσης.

Η Τεχεράνη, μέσω εκπροσώπου του Υπουργείου Εξωτερικών, κατηγορεί την Ουάσινγκτον ότι εξακολουθεί να προβάλλει «παράλογες απαιτήσεις», επιμένοντας πως η ιρανική απάντηση στην αμερικανική πρόταση, η οποία διαβιβάστηκε μέσω Πακιστάν, ήταν «μετρημένη και όχι υπερβολική».

Σύμφωνα με διεθνή μέσα, η απάντηση αυτή παραδόθηκε μέσω του Ισλαμαμπάντ, που λειτουργεί ως διαμεσολαβητής στις συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών, σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί ανοιχτός ένας δίαυλος επικοινωνίας εν μέσω σύγκρουσης και κυρώσεων.

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε με έντονη γλώσσα τη στάση της Τεχεράνης, χαρακτηρίζοντας την αντίδρασή της «εντελώς απαράδεκτη».

Σε δημόσιες τοποθετήσεις του, εμφανίζεται να υιοθετεί μια γραμμή αυξημένης πίεσης, επιμένοντας ότι το Ιράν πρέπει να αποδεχθεί αυστηρούς όρους για το πυρηνικό του πρόγραμμα και την περιφερειακή του επιρροή, ενώ δεν αποκλείει εκ νέου στρατιωτική δράση σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων.

Το παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων

Οι πληροφορίες από διεθνή πρακτορεία δείχνουν ότι η αμερικανική πρόταση περιλάμβανε αυστηρούς περιορισμούς στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, ακόμη και πολυετή «πάγωμα» εμπλουτισμού ουρανίου και απομάκρυνση αποθεμάτων υψηλού εμπλουτισμού. Αντίθετα, η ιρανική πλευρά φέρεται να προτείνει σταδιακή αποκλιμάκωση, χωρίς πλήρη αποδόμηση των πυρηνικών υποδομών και με άμεση άρση κυρώσεων.

Το Πακιστάν, που έχει αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή, λειτουργεί ως βασικό κανάλι μεταφοράς προτάσεων και αντιπροτάσεων, σε ένα διπλωματικό σχήμα έμμεσων συνομιλιών, το οποίο ωστόσο δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να γεφυρώσει τις θεμελιώδεις διαφορές.

Συνεχίζονται οι εχθροπραξίες στον Λίβανο

Το κλίμα επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από την ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση. Στον Λίβανο, οι ισραηλινές επιχειρήσεις συνεχίζονται με ιδιαίτερη ένταση, με το Υπουργείο Υγείας της χώρας να αναφέρει δεκάδες νεκρούς μέσα σε 24 ώρες, ανάμεσά τους και μέλη του ιατρικού προσωπικού.

Παράλληλα, η Χεζμπολάχ δηλώνει ότι συνεχίζει τις επιθέσεις κατά ισραηλινών δυνάμεων, ενώ η κατάσταση παραμένει ρευστή και ιδιαίτερα επικίνδυνη στα σύνορα Λιβάνου–Ισραήλ. Οι εξελίξεις αυτές συνδέονται άμεσα με το συνολικό περιφερειακό πλαίσιο, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή λειτουργεί πλέον ως πολυεστιακός πόλεμος επιρροής, όπου εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα ΗΠΑ, Ιράν, Ισραήλ και ένοπλοι πληρεξούσιοι.

Διπλωματικό αδιέξοδο και «κόκκινες γραμμές»

Το βασικό αγκάθι στις συνομιλίες παραμένει το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, με την Ουάσινγκτον να ζητά βαθύ περιορισμό ή και αποδόμηση κρίσιμων υποδομών και την Τεχεράνη να το θεωρεί μη διαπραγματεύσιμο στοιχείο της εθνικής της κυριαρχίας.

Η ρητορική και των δύο πλευρών δείχνει ότι, παρά τη συνέχιση των επαφών μέσω τρίτων χωρών, οι «κόκκινες γραμμές» παραμένουν αμετακίνητες. Η μεν Ουάσινγκτον επιμένει σε πλήρη διαφάνεια και περιορισμό του ιρανικού προγράμματος, η δε Τεχεράνη ζητά άρση κυρώσεων και τερματισμό των στρατιωτικών πιέσεων ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε ουσιαστική συμφωνία.

Το συνολικό σκηνικό που διαμορφώνεται θυμίζει περισσότερο διπλωματική αντιπαράθεση υπό την απειλή σύγκρουσης, παρά μια κλασική διαδικασία ειρήνευσης. Οι διαρροές, οι δημόσιες δηλώσεις και η στρατιωτική κινητικότητα στην ευρύτερη περιοχή δείχνουν ότι η κατάσταση μπορεί να μεταβληθεί γρήγορα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Μέση Ανατολή παραμένει σε καθεστώς υψηλής αστάθειας, με το ενδεχόμενο περαιτέρω κλιμάκωσης να εξαρτάται πλέον όχι μόνο από τις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–Ιράν, αλλά και από το μέτωπο Λιβάνου–Ισραήλ, όπου η σύγκρουση συνεχίζει να τροφοδοτεί τον ευρύτερο κύκλο έντασης.