Δεκατέσσερα μόλις βράδια αρκούν για να βελτιωθεί σημαντικά η ικανότητα ενός παιδιού να μπαίνει στη θέση του άλλου και να βρίσκει πιο πρωτότυπες λύσεις στα προβλήματα.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα πρόσφατης έρευνας που αναδεικνύει κάτι που πολλοί γονείς θεωρούν απλώς μια τρυφερή καθημερινή συνήθεια: την ανάγνωση παραμυθιών πριν από τον ύπνο.

Η πρακτική της μεγαλόφωνης ανάγνωσης στα μικρά παιδιά είναι διαδεδομένη, όμως συχνά σταματά όταν εκείνα μαθαίνουν να διαβάζουν μόνα τους. Πολλοί γονείς θεωρούν ότι από τη στιγμή που το παιδί μπορεί να ξεφυλλίζει μόνο του ένα βιβλίο, η κοινή ανάγνωση δεν είναι πλέον απαραίτητη.

Ωστόσο, σύμφωνα με τη νευροεπιστήμονα και μητέρα τεσσάρων παιδιών που πραγματοποίησε τη μελέτη, αυτό το «σταμάτημα» μπορεί να στερεί από τα παιδιά πολύ περισσότερα από την απλή απόλαυση μιας ιστορίας.

Η ίδια, μελετώντας εδώ και χρόνια την ενσυναίσθηση και τη δημιουργικότητα, υποστηρίζει ότι πρόκειται για δεξιότητες που δεν είναι έμφυτες, αλλά καλλιεργούνται μέσα από την εξάσκηση, όπως ακριβώς συμβαίνει με τη μουσική ή τον αθλητισμό. Παρ’ όλα αυτά, στο σχολικό περιβάλλον, τα παιδιά σπάνια εκπαιδεύονται συστηματικά σε αυτές τις ικανότητες, ενώ αρκετές έρευνες δείχνουν ότι τόσο η ενσυναίσθηση όσο και η δημιουργική σκέψη φαίνεται να υποχωρούν στις νεότερες γενιές.

Η ενσυναίσθηση δεν είναι απλώς συνώνυμη της καλοσύνης. Είναι ένα ουσιαστικό κοινωνικό εργαλείο που βοηθά τα παιδιά να κατανοούν τις προθέσεις των άλλων, να αποκωδικοποιούν εκφράσεις προσώπου και συναισθηματικά σήματα και να κινούνται με μεγαλύτερη ασφάλεια σε σύνθετες κοινωνικές καταστάσεις. Αντίστοιχα, η δημιουργικότητα δεν αφορά μόνο την τέχνη ή τη φαντασία, αλλά αποτελεί βασικό μηχανισμό αυτορρύθμισης και επίλυσης προβλημάτων. Ένα παιδί που μπορεί να φανταστεί πολλές διαφορετικές λύσεις είναι πιο ικανό να διαχειριστεί δυσκολίες και απογοητεύσεις.

Η ιδέα της έρευνας γεννήθηκε μέσα από την καθημερινότητα της οικογένειας. Η ερευνήτρια συνειδητοποίησε ότι τα δεκαπέντε λεπτά πριν από τον ύπνο ήταν συχνά ο μοναδικός προσωπικός χρόνος που είχε με κάθε παιδί της. Αναρωτήθηκε λοιπόν αν οι ιστορίες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν όχι μόνο ως χαλάρωση, αλλά και ως εργαλείο εκπαίδευσης στην ενσυναίσθηση, αναφέρει το The Conversation.

Έτσι, από το 2017, μαζί με τέσσερις συνεργάτες της, μελέτησε 38 οικογένειες με παιδιά ηλικίας 6 έως 8 ετών στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ. Πρόκειται για μια ηλικία κρίσιμη για την κοινωνική ανάπτυξη, καθώς τα παιδιά μαθαίνουν να διαχειρίζονται φιλίες, συγκρούσεις και συναισθηματικές ισορροπίες, ενώ ο εγκέφαλος βρίσκεται σε έντονη φάση ανάπτυξης.

Για δύο εβδομάδες, οι γονείς διάβαζαν κάθε βράδυ ένα εικονογραφημένο βιβλίο. Επιλέχθηκαν επτά ιστορίες με κοινό χαρακτηριστικό την ύπαρξη μιας κοινωνικής σύγκρουσης: ένας μικρός αρκούδος που χάνει τη μητέρα του, ένα παιδί που προσπαθεί να κρύψει τα δόντια του από τη νεράιδα των δοντιών, ή άλλοι ήρωες που έρχονται αντιμέτωποι με φόβο, απώλεια ή αμηχανία.

Οι μισές οικογένειες διάβαζαν την ιστορία χωρίς διακοπή. Οι άλλες μισές σταματούσαν σε ένα κρίσιμο σημείο και οι γονείς έκαναν δύο απλές ερωτήσεις όπως: «Πώς νομίζεις ότι νιώθει αυτός ο ήρωας;» ή «Εσύ τι θα έκανες στη θέση του;». Αν το παιδί απαντούσε, ο γονιός απλώς άκουγε, χωρίς να διορθώνει ή να καθοδηγεί.

Πριν και μετά το πείραμα, οι ερευνητές αξιολόγησαν την ικανότητα των παιδιών να κατανοούν τι σκέφτονται και αισθάνονται οι άλλοι, καθώς και τη δημιουργικότητά τους μέσα από ασκήσεις που ζητούσαν εναλλακτικές χρήσεις καθημερινών αντικειμένων.

Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Μετά από μόλις 14 βραδιές ανάγνωσης, και οι δύο ομάδες παιδιών παρουσίασαν σημαντική βελτίωση στην ενσυναίσθηση, ιδιαίτερα στην «γνωστική ενσυναίσθηση», δηλαδή στην ικανότητα να αντιλαμβάνονται την οπτική του άλλου. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και η απλή ακρόαση μιας ιστορίας μπορεί να ενισχύσει την κοινωνική κατανόηση.

Παράλληλα, βελτιώθηκε και η δημιουργική σκέψη. Τα παιδιά που άκουγαν τις ερωτήσεις παρήγαγαν ακόμη περισσότερες και πιο ευφάνταστες απαντήσεις. Για παράδειγμα, πρότειναν να χρησιμοποιηθεί ένας συνδετήρας ως καλώδιο σε ένα αυτοσχέδιο ηλεκτρικό ρολόι με πατάτα ή ως εργαλείο για να φορέσει παπούτσια μια κούκλα.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι τα μικρότερα παιδιά έδιναν πιο πρωτότυπες απαντήσεις από τα μεγαλύτερα, επιβεβαιώνοντας την άποψη ότι η δημιουργικότητα συχνά μειώνεται όσο μεγαλώνουμε και προσαρμοζόμαστε περισσότερο στους κοινωνικούς κανόνες.

Το σημαντικότερο ίσως εύρημα είναι ότι δεν υπήρξε καμία διαφορά ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια. Η πρακτική αυτή λειτουργεί εξίσου αποτελεσματικά και για τα δύο φύλα.

Η βραδινή ανάγνωση σύμφωνα με την έρευνα, δεν είναι απλώς μια γλυκιά οικογενειακή συνήθεια. Είναι μια μικρή αλλά ουσιαστική επένδυση στον διανοητικό και συναισθηματικό κόσμο του παιδιού. Μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, δεν χτίζεται μόνο η σχέση γονιού και παιδιού, αλλά και τα νευρωνικά μονοπάτια που θα βοηθήσουν το παιδί να κατανοεί τους άλλους, να σκέφτεται δημιουργικά και να αντιμετωπίζει τον κόσμο με περισσότερη ευαισθησία και φαντασία.