Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ ενέκρινε κατεπείγουσες πωλήσεις οπλικών συστημάτων ύψους άνω των 8,6 δισ. δολαρίων προς συμμάχους στη Μέση Ανατολή, την ώρα που οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου με το Ιράν παραμένουν σε αδιέξοδο, όπως ανέφεραν οι New York Times. Ads Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε ότι τα πακέτα περιλαμβάνουν τη μεταφορά ρουκετών στο Ισραήλ, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθώς και συστημάτων αεράμυνας προς το Κατάρ και το Κουβέιτ. Ads Οι χώρες του Περσικού Κόλπου έχουν δεχθεί επανειλημμένα κύματα επιθέσεων με ιρανικά drones και βαλλιστικούς πυραύλους κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. Ads Στο πλαίσιο της συμφωνίας με το Κατάρ, η χώρα θα καταβάλει πάνω από 4 δισ. δολάρια για την προμήθεια αμερικανικών αναχαιτιστών πυραύλων Patriot, τα παγκόσμια αποθέματα των οποίων έχουν μειωθεί σημαντικά εξαιτίας του πολέμου. Ads Παράλληλα, Ισραήλ, Εμιράτα και Κατάρ θα αποκτήσουν το προηγμένο σύστημα κατευθυνόμενων πυραύλων Advanced Precision Kill Weapon System, ενώ το Κουβέιτ προχώρησε και στην αγορά εξελιγμένου συστήματος εναέριας άμυνας αξίας περίπου 2,5 δισ. δολαρίων.
Παρακάμπτοντας το Κογκρέσο
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, ενεργοποίησε ειδική διάταξη έκτακτης ανάγκης που επιτρέπει την «άμεση πώληση» των όπλων, παρακάμπτοντας την προβλεπόμενη διαδικασία ελέγχου από το Κογκρέσο – κίνηση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από Δημοκρατικούς βουλευτές.
Πρόκειται για την τρίτη φορά που η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ επικαλείται καθεστώς έκτακτης ανάγκης, εν μέσω της κρίσης με το Ιράν, προκειμένου να προχωρήσει σε εξοπλιστικές συμφωνίες χωρίς κοινοβουλευτική έγκριση.
Οι συμφωνίες έρχονται μετά από εκτεταμένη κατανάλωση πυρομαχικών από τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και αραβικές χώρες του Κόλπου κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Ωστόσο, παραμένει ασαφές πότε θα φτάσουν τα νέα οπλικά συστήματα στην περιοχή, καθώς η παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων αναχαιτιστών και άλλων πυρομαχικών απαιτεί χρόνια.
Ο αργός ρυθμός παραγωγής έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στην Ουάσιγκτον, καθώς κάθε παραγγελία για τρίτες χώρες περιορίζει τα διαθέσιμα αποθέματα για τις ίδιες τις ΗΠΑ. Αξιωματούχοι του Πενταγώνου εκφράζουν ήδη φόβους για τη μείωση των αμερικανικών αποθεμάτων.
Η σύγκρουση τέθηκε σε προσωρινή παύση μετά την εκεχειρία του περασμένου μήνα, όμως οι συνομιλίες για μια μόνιμη συμφωνία έχουν βαλτώσει, με Ουάσιγκτον και Τεχεράνη να διατυπώνουν αντικρουόμενες «κόκκινες γραμμές» σχετικά με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Ο πρόεδρος Τραμπ έχει επανειλημμένα απειλήσει με πλήγματα σε ιρανικές πολιτικές υποδομές – συμπεριλαμβανομένων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής – εάν η ηγεσία της χώρας δεν αποδεχθεί τους όρους του, προειδοποιήσεις που, εφόσον υλοποιηθούν, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν εγκλήματα πολέμου.
Τώρα όμως δήλωσε «μη ικανοποιημένος» από την τελευταία ιρανική πρόταση, λίγες ώρες αφότου τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Τεχεράνης μετέδωσαν ότι οι διαπραγματευτές της υπέβαλαν νέα προσφορά.
Παράλληλα, οι δύο πλευρές βρίσκονται σε επικίνδυνη αντιπαράθεση στα Στενά του Ορμούζ – κρίσιμη θαλάσσια οδό για τη διακίνηση πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Το Ιράν έχει εμποδίσει τη διέλευση δυτικών πλοίων, προκαλώντας αναταραχή στις διεθνείς αγορές ενέργειας, ενώ οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών.
Την ίδια ώρα, ο Ιρανός στρατηγός Μοχάμαντ Τζαφάρ Ασαντί δήλωσε ότι δεν αποκλείεται επιστροφή σε πολεμικές συγκρούσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η σύγκρουση, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά του Ιράν, πυροδότησε σφοδρά αντίποινα, καθώς η Τεχεράνη εξαπέλυσε κύματα βαλλιστικών πυραύλων και drones εναντίον χωρών της περιοχής που φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις. Σύμφωνα με τοπικές αρχές, τουλάχιστον 20 άμαχοι και αρκετοί στρατιώτες σκοτώθηκαν σε κράτη του Κόλπου.
Ιρανικά πλήγματα στόχευσαν βάσεις και πρεσβείες των ΗΠΑ, προκαλώντας εκτεταμένες καταστροφές σε υποδομές, ενώ επλήγησαν και πολιτικοί στόχοι σε όλη την περιοχή και στο Ισραήλ, όπως ξενοδοχεία, λιμάνια, ενεργειακές εγκαταστάσεις και κατοικίες.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα υπέστησαν το μεγαλύτερο βάρος των επιθέσεων, αναφέροντας ότι δέχθηκαν περισσότερους από 500 βαλλιστικούς πυραύλους και 2.500 drones. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, το Ισραήλ μετέφερε διακριτικά τμήματα του συστήματος Iron Dome στα Εμιράτα για την ενίσχυση της άμυνάς τους.
Μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, το Κατάρ ζήτησε επιπλέον αναχαιτιστές από τις ΗΠΑ, φοβούμενο εξάντληση των αποθεμάτων του λόγω των συνεχών επιθέσεων.
Δημοκρατικοί βουλευτές κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι παρακάμπτει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο για να αποφύγει την εποπτεία ενός πολέμου που θεωρείται ευρέως αντιδημοφιλής στην αμερικανική κοινή γνώμη.
«Η μεταφορά αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο, δηλαδή αγνόηση του νόμου, παράκαμψη του Κογκρέσου και λήψη κρίσιμων αποφάσεων εθνικής ασφάλειας χωρίς διαφάνεια και λογοδοσία», δήλωσε ο Γκρέγκορι Μικς, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής.
Σημειώνεται ότι και η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν είχε καταφύγει δύο φορές σε αντίστοιχη διαδικασία έκτακτης ανάγκης για την πώληση όπλων στο Ισραήλ κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υποστήριξε ότι οι πωλήσεις εξυπηρετούν τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ.
Υπό κανονικές συνθήκες, οι βουλευτές μπορούν να καταθέσουν ψηφίσματα για την αναστολή τέτοιων συμφωνιών, ωστόσο πρόσφατες αντίστοιχες πρωτοβουλίες για μπλοκάρισμα εξοπλισμών προς τη Μέση Ανατολή απορρίφθηκαν, κυρίως λόγω της στήριξης των Ρεπουμπλικανών.
Υπενθυμίζεται ότι το 2019 η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ είχε επίσης επικαλεστεί «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» λόγω Ιράν, παρακάμπτοντας το Κογκρέσο για την πώληση όπλων στη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα – κίνηση που είχε οδηγήσει σε έρευνα από τον γενικό επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
