Η δημοσίευση του «Μανιφέστου Τσίπρα» έλαβε μεγάλη δημοσιότητα, όπως και όλες οι σχετικές με τον πρώην πρωθυπουργό ειδήσεις. Ερμηνεύεται ως ένα ακόμη βήμα προς την εξαγγελία (επιτέλους) του νέου κόμματός του, πρωτοβουλία που ως γνωστόν χαίρει μεγάλης προβολής. Επί της ουσίας όμως νομίζω ότι ισχύει το ρητό «ώδυνεν όρος και έτεκεν μυν».

Κατά τη γνώμη μου, το κείμενο δεν προσφέρει τίποτε νέο, απλά επιβεβαιώνει τα όσα ήδη γνωρίζουμε για το εγχείρημα Τσίπρα.

Σε όλον τον κόσμο τα κόμματα επεξεργάζονται μανιφέστα, προγράμματα και θέσεις εν όψει εκλογών ή με την ευκαιρία συνεδρίων. Σκοπός είναι να εμπνεύσουν τα μέλη, τους οπαδούς και τους δυνητικούς ψηφοφόρους για το είδος κοινωνίας που επαγγέλλονται και να δεσμευτούν για το τι σκοπεύουν να κάνουν ως κυβέρνηση ή και αντιπολίτευση.

Όλοι βέβαια γνωρίζουν πως τα διακηρυκτικά κείμενα δεν τηρούνται κατά γράμμα όταν έρθει η ώρα της άσκησης κυβερνητικής πολιτικής ή αντιπολίτευσης. Στις δημοκρατίες μας θεωρείται ως ένα βαθμό θεμιτό οι διακηρύξεις του πριν να μετριάζονται από τον ρεαλισμό του μετά.

Όμως στα σοβαρά κόμματα και κοινωνίες κάποια σχέση διατηρείται ανάμεσα στις υποσχέσεις και την πράξη. Η πλήρης αποσύνδεση των δύο επιφέρει αναξιοπιστία και πολιτικό κόστος.

Στη χώρα μας το πολιτικό σύστημα δεν χαρακτηρίζεται από ωριμότητα στον τομέα αυτό. Η χαμηλή ποιότητα των προεκλογικών αντιπαραθέσεων, ο αρχηγικός χαρακτήρας των κομμάτων και η ατροφία ή έλλειψη εσωτερικών δημοκρατικών δομών επιτρέπει στους αρχηγούς να υπόσχονται πολλά και στη συνέχεια να αγνοούν προκλητικά τις δεσμεύσεις τους, χωρίς ιδιαίτερο πολιτικό κόστος.

Διαβάστε: Τσίπρας / «Φωτιά» στα κοινωνικά δίκτυα έβαλε το μανιφέστο

Τα πράγματα διευκολύνονται δε για τον αρχηγό, όσο πιο γενικόλογα είναι τα προγραμματικά κείμενα, έτσι ώστε να τα ερμηνεύει απρόσκοπτα κατά το δοκούν. Με άλλα λόγια, τα μανιφέστα και προγράμματα εντάσσονται εύκολα στον αρχηγικό και λαϊκιστικό χαρακτήρα των κομμάτων μας, ενώ υποτίθεται πως τον αντιπαλεύουν. Και, μετά τις εκλογές, κανείς δεν τα θυμάται.

Το «Μανιφέστο Τσίπρα» αποτελεί ακραίο δείγμα αυτής της πρακτικής. Γέμει γενικόλογων τοποθετήσεων που θα μπορούσαν να προταθούν (και εν πολλοίς ήδη προτείνονται) από όλα τα κόμματα από το κέντρο ως και τη δημοκρατική αριστερά και για τις οποίες κανένας προοδευτικός δημοκράτης δεν θα είχε αντίρρηση.

Στα δημοφιλή ζητήματα υπόσχεται απλόχερα «λαγούς και πετραχήλια». Αποφεύγει όμως επιμελώς κρίσιμα θέματα που αφορούν και απασχολούν -συχνά έντονα- την κοινωνία μας, όλα όσα είναι «ζόρικα» για την κοινή γνώμη ή το κατεστημένο, αλλά και οριοθετούν τα κόμματα μεταξύ τους.

Θα προσέθετα πως ως προς τον υπότιτλό του «Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας», το «Μανιφέστο» είναι ψευδεπίγραφο: Ουδαμού μιλά συγκεκριμένα για συμπαράταξη ή σύγκλιση υπαρκτών πολιτικών δυνάμεων.

Για δε την ταυτότητα του κυοφορούμενου κόμματος φαίνεται να προκρίνει όχι τη σύνθεση των τριών ρευμάτων, αλλά μια ήπια εκδοχή σοσιαλδημοκρατίας.

Εδώ και καιρό ο ΣΥΡΙΖΑ και ευρύτερα η δημοκρατική Αριστερά σε Ελλάδα και Ευρώπη υποστηρίζουν τη σύγκλιση Σοσιαλδημοκρατίας, Ριζοσπαστικής Αριστεράς και Πολιτικής Οικολογίας, θεωρώντας πως τα νέα δεδομένα επιβάλλουν την υπέρβαση των ιστορικών διαιρέσεων των προοδευτικών δυνάμεων. Ορθότατα το «Μανιφέστο» επαναλαμβάνει αυτή τη θέση ως «κόκκινο νήμα».

Όμως ποιους αφορά κατά το κείμενο η συμπαράταξη και με ποιες θέσεις θα προσέλθει το κόμμα Τσίπρα στη διαδικασία σύγκλισης;

Στην Ελλάδα θα λέγαμε πως στα τρία ρεύματα ανήκουν το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ, η «Νέα Αριστερά», κάποιες οικολογικές κινήσεις, ενδεχομένως και το ΜΕΡΑ-25. Τόσο όμως το κείμενο, όσο και ο Αλέξης Τσίπρας στις πολυάριθμες δηλώσεις του, δεν φαίνονται να απευθύνονται στις δυνάμεις αυτές.

Ο πρώην πρωθυπουργός έχει μάλιστα επανειλημμένα αποκλείσει τη συνεργασία με ΣΥΡΙΖΑ και «Νέα Αριστερά», θεωρώντας τα φθαρμένα (σε αντίθεση φαίνεται με τον ίδιο που ωστόσο προέρχεται από την ίδια ακριβώς μήτρα).

Το «Μανιφέστο» κάνει λόγο για την ανάγκη συγκρότησης ενός «νέου προοδευτικού χώρου» που θα συνθέσει τα τρία ρεύματα. Τι θα είναι αυτός ο «χώρος»; Καμία νύξη επ’ αυτού, αλλά μάλλον φαίνεται να εννοεί μια «ενιαία παράταξή που εργάζεται για την ευημερία των πολιτών και της κοινωνίας», δηλαδή το μελλοντικό κόμμα του.

Όμως η σύγκλιση/σύνθεση μέσω της ένταξης στο δικό μας κόμμα είναι αυτό που παλαιότερα ονομαζόταν από τους σταλινικούς «ενότητα από τα κάτω» και αργότερα από το ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ «Εθνική Λαϊκή Ενότητα». Στην πραγματικότητα επρόκειτο για πλήρη άρνηση συγκλίσεων και συμμαχιών.

Όσον αφορά τις συμμαχίες, υπάρχει και ένα άλλο ζήτημα. Ως γνωστόν, στην Ευρώπη η σύγκλιση των τριών προοδευτικών ρευμάτων συναντά μεγάλα εμπόδια και σπάνια πετυχαίνει (φωτεινή εξαίρεση σήμερα η Ισπανία).

Αλλά και στην Ελλάδα τα εμπόδια είναι μεγάλα. Πώς τοποθετείται το «Μανιφέστο» απέναντι σ’ αυτές τις δυσκολίες και, γενικότερα, με ποια γραμμή προσέρχεται ο Τσίπρας εδώ και στην Ευρώπη στην προσπάθεια σύγκλισης; Επιδιώκοντας τη διάλυση («υπέρβαση» την λένε τώρα) των συγγενών δυνάμεων και καλώντας τους πάντες να ενταχθούν στο κόμμα του;

Διαβάστε: Μανιφέστο Τσίπρα / Τα μηνύματα των «μένουμε ΣΥΡΙΖΑ»

Μια έστω και πρόχειρη ανάγνωση του «Μανιφέστου» οδηγεί στη διαπίστωση μεγάλων κενών στη θεματολογία του. Προφανώς δεν πρόκειται για παραλείψεις λόγω συντομίας (8.000 λέξεις δεν είναι δα και λίγες). Όλως συμπτωματικά απουσιάζουν τα ζητήματα που είναι επίμαχα και στα οποία η τοποθέτηση θα συνεπαγόταν πολιτικό κόστος. Ας δούμε μερικά:

Η χώρα μας βρίσκεται εν μέσω δύο αιματηρών πολέμων με την κυβέρνησή μας σύμμαχο των επιτιθεμένων και γενοκτόνων στη Μέση Ανατολή και μπροστάρης με τα ευρωπαϊκά γεράκια στην Ουκρανία.

Είναι δυνατόν ένα 20-σέλιδο μανιφέστο να περιορίζεται σε μια εν πολλοίς περιγραφική σελίδα για τα διεθνή, με μια εξ απαλών ονύχων κριτική της Ευρώπης και καμία αναφορά στο ρόλο της δικής μας χώρας και κυβέρνησης; Είναι δυνατόν να λείπει κάθε αναφορά σε αγώνα για ειρήνη;

Είναι δευτερεύον να τοποθετηθεί το «Μανιφέστο» για τη συμμετοχή της χώρας μας στον πόλεμο της Μ. Ανατολής, με τις αμερικανικές βάσεις, τους Πάτριοτ, τους συνεχιζόμενους εναγκαλισμούς με το Ισραήλ, την ανοχή στις πειρατικές ενέργειές του κοντά στην Κρήτη. Να σιωπά και όσον αφορά τη Βενεζουέλα ή την ενεργό συμβολή της κυβέρνησης στη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία;

Είναι δευτερεύον να γνωρίζουμε τη θέση του νέου κόμματος για τα ελληνο-τουρκικά, αν συμφωνεί με τα «ήρεμα νερά» ή με τους εκ δεξιών επικριτές τους, αν συναινεί με την «εθνική» (βλέπε εθνικιστική) γραμμή περί του «ενός θέματος» που συζητάμε με την Τουρκία, για ΑΟΖ που θα αποκλείουν την γείτονα από τη Μεσόγειο και το Αιγαίο, για τις μαξιμαλιστικές «κόκκινες γραμμές»;

Αν προκρίνει στρατιωτικές λύσεις στο κυπριακό με μόνιμη εγκατάσταση F-16 και Belhara; Πώς βλέπει το ζήτημα των αμυντικών δαπανών σε σχέση με τη στήριξη της παιδείας, της υγείας και των υποδομών;

Η σιωπή σε όλα αυτά κάθε άλλο παρά αθώα είναι, όταν μάλιστα έχουμε πρόσφατες σχετικά δηλώσεις και κείμενα του Τσίπρα που επαναλαμβάνουν τις παλαιότερες εθνικιστικές του θέσεις, π.χ. για τις «επακουμβήσεις» και τη μονομερή επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια;

Για την Ευρώπη, το «Μανιφέστο» αφιερώνει μία μόλις παράγραφο. Στο υπόλοιπο κείμενο θα έλεγε κανείς πως η Ελλάδα είναι «τρίτη χώρα», όχι κράτος μέλος της ΕΕ που όλοι σχεδόν οι τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας της σχετίζονται ή και εξαρτώνται από ευρωπαϊκές πολιτικές.

Αλλά και η παράγραφος για την Ευρώπη είναι ασαφής και διφορούμενη. Επικρίνεται το re-arm και «οι ανεπάρκειες της σημερινής ευρωπαϊκής ηγεσίας», χωρίς να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές.

Σίγουρα η απορία δεν λύνεται με την επόμενη πρόταση όπου γράφεται πως «το ίδιο αναγκαία είναι και η ανατροπή ενός κλίματος που υπονομεύει τις προοδευτικές και φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις, με δεδομένο μάλιστα ότι οι κανόνες του αναγκαστικού διεθνούς δικαίου δεν έχουν αλλάξει και ότι η περιφερειακή και διεθνής οργάνωση εξακολουθούν να εκπροσωπούνται κυρίως από την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Τι εννοεί ο ποιητής; Και πώς τοποθετείται για τη στάση των Βρυξελλών ως προς την Ουκρανία, τη Γάζα και το Ισραήλ, το μεταναστευτικό, τη διεύρυνση, την ομοφωνία, τον προϋπολογισμό, την κλιματική αλλαγή, και τόσα άλλα που βέβαια δεν είναι δευτερεύοντα ζητήματα.

Ο αναγνώστης μάταια ψάχνει τη θέση του «Μανιφέστου» για το προσφυγικό, τις «επαναπροωθήσεις», την ελληνική στάση στην ΕΕ πάνω στα ζητήματα αυτά. Ούτε λέξη για ένα θέμα που αφορά τον πυρήνα των αξιών της όποιας Αριστεράς.

Πολλά άλλα ευαίσθητα ζητήματα λείπουν από το κείμενο: καμία αναφορά στη μειονότητα της Θράκης, στις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους, γενικολογίες για τα επίμαχα της περιβαλλοντικής πολιτικής, πλήθος διατυπώσεων που θυμίζουν το «θα ήθελα να είμαι ωραίος, πλούσιος και έξυπνος». Κατάχρηση του όρου «πατριωτισμός» που εμφανώς χρησιμεύει για να αποφευχθεί η ευθεία αντίκρουση των «πατριωτών».

Από το «Μανιφέστο» λείπουν και κάποιες νύξεις έστω ενός οράματος για μια μελλοντική, σοσιαλιστική κοινωνία. Το κείμενο επισημαίνει πως επιδιώκει την «ευημερία των πολιτών και της κοινωνίας σήμερα, στο παρόν, και όχι αύριο ή κάποτε στο μέλλον».

Ορθώς μεν, αλλά η Αριστερά και οι αριστεροί πάντα κοιτούσαν και πέρα από το σήμερα και επιδιώκουν αλλαγές σήμερα που ανοίγουν το δρόμο και για βαθύτερες αλλαγές αύριο. Ειδάλλως, δεν μιλάμε για σύγκλιση σοσιαλδημοκρατίας και (ριζοσπαστικής και ανανεωτικής) Αριστεράς, αλλά για δεξιά σοσιαλδημοκρατία.

Δεν έχουμε «υπέρβαση» του διλήμματος «μεταρρύθμιση» ή «επανάσταση» (δίλημμα που έχει ξεπεραστεί εδώ και δεκαετίες από τους κομμουνιστές της ανανέωσης), ούτε «διεύρυνση των ορίων του εφικτού», αλλά προσγείωση σε έναν ήπιο μεταρρυθμισμό, που παραβλέπει την οφθαλμοφανή κρίση του τις τελευταίες δεκαετίες.

Έτσι εξηγείται και η πλήρης σχεδόν έλλειψη ριζοσπαστικών προτάσεων για μεταρρυθμίσεις που να θίγουν τις δομές εξουσίας του κράτους και της κοινωνίας.

Ακόμη και ο όρος «Κυβερνώσα Αριστερά» στον τίτλο του «Μανιφέστου» εγείρει ερωτηματικά. Φαίνεται να απαντάει κάπως συμπλεγματικά σε όσους δεν βλέπουν ή δεν θέλουν την Αριστερά στην κυβέρνηση και αντιπαραθέτουν κακώς την κυβερνώσα προς την κινηματική Αριστερά.

Κανένας όμως λόγος δεν υπάρχει να δεχτούμε αυτόν τον αλληλοαποκλεισμό. Η Αριστερά μας επιδιώκει να γίνει κυβερνώσα, αλλά είναι και κινηματική. Δεν ορίζεται όμως από το «κυβερνώσα» γιατί μπορεί να υπάρχει και εκτός κυβερνήσεων. Πού αλλού στον κόσμο αριστερό κόμμα περιλαμβάνει μονόπλευρα τη λέξη αυτή στον τίτλο, όχι ενός βιβλίου ή άρθρου πολεμικής, αλλά του μανιφέστου του;

Το «Μανιφέστο» είναι ένα αδύναμο κείμενο, κατώτερο είμαι βέβαιος των δυνατοτήτων των συντακτών του. Ο λόγος είναι, υποθέτω, οι κατευθύνσεις που θα δόθηκαν: να περιλαμβάνει κατά το δυνατόν λιγότερες συγκεκριμένες θέσεις, να αποφεύγει τα ευαίσθητα θέματα και τα ριζοσπαστικά μέτρα που θα «τρόμαζαν» ένα κεντρώο ακροατήριο και θα δυσαρεστούσαν τις επίσημες Βρυξέλλες, να αποφεύγει κάθε αναφορά σε διάλογο και συμμαχίες με άλλες πολιτικές δυνάμεις.

Στηρίζει το σχέδιο του πρώην πρωθυπουργού για one man show, για ένα προσωποπαγές και λαϊκιστικό κόμμα που θα απευθύνεται, χωρίς συγκεκριμένο πρόσημο πέραν ενός γενικού προοδευτικού, σε αντιδεξιούς πολίτες που το βασικό ή και μοναδικό κίνητρο της ψήφου τους είναι η απαλλαγή από τον Μητσοτάκη.

Είναι ασφαλώς γεγονός πως ένας ευρύς κύκλος προοδευτικών πολιτών βλέπει με οργή την κονιορτοποίηση της σημερινής Αριστεράς και έχει μπουχτίσει με τις ενδοαριστερές διαμάχες. Έχει όμως πειστεί πως, με τον «Αλέξη» και την ακτινοβολία του, υπάρχει σύντομος δρόμος για το μόνο σημαντικό, την ανατροπή Μητσοτάκη.

Οι οπαδοί του εγχειρήματος υπολογίζουν πως ο Τσίπρας θα διαλύσει τον ΣΥΡΙΖΑ και τη «Νέα Αριστερά» και θα μονομαχήσει με τον Ανδρουλάκη για να αντιμετωπίσει τελικά μόνος του και νικηφόρα τον πρωθυπουργό ή τον όποιο διάδοχό του. Το πώς θα κατακτήσει την εξουσία και το τι θα γίνει μετά λίγη σημασία έχει, όπως δευτερεύοντα είναι τα ερωτηματικά που αφήνει το σχέδιο.

Εξάλλου ό,τι και να γίνει μια αντιδεξιά κυβέρνηση με τον Τσίπρα χειρότερη από το σημερινό «καθεστώς» δεν θα είναι. Γι’ αυτό και «εξουσιοδοτούν» εν λευκώ τον Αλέξη να φτιάξει το κόμμα περίπου μόνος του «από τα πάνω» και ας ισχυρίζεται πως το οικοδομούν οι πολίτες «από τα κάτω».

Η Αριστερά δεν θα ήταν Αριστερά αν αγνοούσε το ισχυρό λαϊκό ρεύμα που, αγανακτισμένο από τη σημερινή κατάσταση, ζητά να απαλλαγούμε από τη σημερινή κυβέρνηση πάση θυσία. Είναι όμως ρεαλιστικό το σχέδιο Τσίπρα;

Στην εποχή μας της απόλυτης ρευστότητας, τίποτε δεν αποκλείεται βέβαια. Φοβάμαι όμως πως, μπροστά στη δυσχέρεια του εγχειρήματος, κάποιοι αναζητούν σωτήρες και μαγικά κλειδιά που δεν υπάρχουν.

Θεοποιούν τον Τσίπρα παραβλέποντας πως ο πρώην πρωθυπουργός πιστώνεται μεν την άνοδο της Αριστεράς στην εξουσία και μια αξιοπρεπή διακυβέρνηση σε δύσκολες συνθήκες, χρεώνεται όμως και την καταβαράθρωσή της, είναι δε και τοξικός στην ευρύτερη κοινωνία.

Η επιστροφή του εν θριάμβω ως μοναχού καβαλάρη δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, αυτονόητη. Ας μη ξεχνάμε πως πολλοί από τους σημερινούς «χούλιγκανς» του Τσίπρα (που οργιάζουν στο διαδίκτυο) είχαν προηγουμένως πιστέψει ακόμη και στον Κασσελάκη.

Παρά τη φθορά της, η ανατροπή της κυβέρνησης της ΝΔ από τις προοδευτικές δυνάμεις, δεν θα είναι εύκολη ούτε έργο ενός ανδρός ή κόμματος. Με τα σημερινά μάλιστα δεδομένα στην αντιπολίτευση, χρειάζεται πιστεύω το εγχείρημα να στηριχτεί σε στέρεες βάσεις: ενότητα της Αριστεράς, σύμπραξή της με το ΠΑΣΟΚ, και μια ελάχιστη κοινή προγραμματική βάση.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο θα έχουν θέση πρόσωπα και ηγέτες – ασφαλώς και ο Τσίπρας με το ειδικό του βάρος. Χωρίς όμως αυταπάτες για από μηχανής θεούς και γενικευμένες ισοπεδωτικές απαξιώσεις του στελεχικού δυναμικού του χώρου μας. Μια τέτοια προσέγγιση θα περίμενα να υπηρετεί το «Μανιφέστο».

Επίσης, σε αντίθεση με τη μετάλλαξη που προαναγγέλλει το «Μανιφέστο», η σύμπραξη για την ανατροπή της ΝΔ καθόλου δεν αποκλείει η Αριστερά να παραμείνει Αριστερά. Χρειάζεται όμως ένα άλλο, λιγότερο αλαζονικό, αφήγημα: η Αριστερά να κάνει πράξη τα λόγια της για συγκλίσεις και συμμαχίες, να αξιοποιήσει όλο το δυναμικό του χώρου, να οικοδομήσει ένα συμπεριληπτικό και δημοκρατικό κόμμα, να διατηρήσει το όραμα μιας μελλοντικής κοινωνίας.