Πίσω από την κάννη των όπλων, τον τραυματισμό πέντε ανθρώπων σε ΕΦΚΑ και Ειρηνοδικείο και το κινηματογραφικό σχέδιο διαφυγής στην Πάτρα κρυβόταν ένας άνθρωπος που για χρόνια «έβραζε» από θυμό.
Ο 89χρονος που άνοιξε πυρ σε ΕΦΚΑ και Πρωτοδικείο / INTIME / ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΗΣ
ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ ΜΕ ΑΙ Ο 89χρονος δράστης, μοναχικός και φαινομενικά ήρεμος, πίστευε σε μάγια και εξέφραζε σταθερά απειλές για τη ζωή ατόμων που τον αδίκησαν σε διαμάχη για τα ένσημα. Τα σημάδια της επικείμενης έκρηξης φάνηκαν ήδη από το 2018, όταν ο δράστης παρουσιάστηκε στο δικαστήριο με φυσίγγια, απειλώντας με καραμπίνα την επόμενη φορά, γεγονός που οδήγησε σε ψυχιατρική νοσηλεία και κατάσχεση όπλων. Το πρωινό της επίθεσης, ο 89χρονος είχε μια παράξενη αναχώρηση και στη συνέχεια, σε καφετέρια, έσκισε συμβολικά ένα 50άρικο, δηλώνοντας ότι δεν θα το χρειαζόταν πια, προμηνύοντας τις επικείμενες βίαιες πράξεις. Ώρες μετά την επίθεση, ο δράστης συνελήφθη στην Πάτρα, αποκαλύπτοντας το εξωφρενικό σχέδιό του να συνεχίσει τη «σταυροφορία» του στο Στρασβούργο, αφήνοντας αναπάντητα ερωτήματα για την αποτροπή της πράξης του.
Στο διαμέρισμα της οδού Ανθέων, ο 89χρονος δεν θύμιζε σε τίποτα τον άνθρωπο που θα σκόρπιζε τον τρόμο. Η συγγενής του, στην κατάθεσή της, σκιαγραφεί το προφίλ ενός ανθρώπου που βίωνε την απόλυτη μοναξιά, απομονωμένος από την πρώην σύζυγό του και την οικογένειά του στην Αμερική. Για τους ανθρώπους που τον δέχτηκαν στο σπίτι τους, το πρόσωπό του ήταν διαφορετικό, καθώς όπως η ίδια καταθέτει χαρακτηριστικά: «Απέναντι σε μένα και στην οικογένειά μου ήταν ήρεμος, καλός και δοτικός, καθώς δεν είχε άλλους συγγενείς ως στήριγμα και μας είχε σαν οικογένειά του. Και απέναντι στους γείτονες συμπεριφερόταν κανονικά, όμως δεν είχε πολλές επαφές».
«Ήταν ένας παράξενος άνθρωπος, πίστευε ότι του είχαν κάνει μάγια»
Όμως, αυτή η ηρεμία ήταν η «σιωπή πριν από την καταιγίδα», αφού η μοναξιά είχε γίνει το λίπασμα για την παράνοια. Ένας χωρισμός που τον σημάδεψε και μια πίστη στο μεταφυσικό συνέθεταν έναν εκρηκτικό μηχανισμό, με τη συγγενή του να λέει: «Γενικά, ήταν ένας παράξενος άνθρωπος, πίστευε ότι του είχαν κάνει μάγια και γι’ αυτόν τον λόγο είχε χωρίσει με την πρώην σύζυγό του. Επίσης, τουλάχιστον δέκα χρόνια μας έλεγε ανά διαστήματα ότι θα σκοτώσει τα άτομα που τον αδίκησαν, αναφερόμενος σε μια διαμάχη που είχε με το ΙΚΑ, σχετικά με κάποια ένσημα για τα οποία δεν του έδιναν σύνταξη».
Τον εξόργιζαν οι υπάλληλοι -«Αυτή τη φορά σας φέρνω τα φυσίγγια, αλλά την επόμενη θα φέρω την καραμπίνα»
Τον εξόργιζε βαθύτατα ο τρόπος που ένιωθε ότι τον αντιμετώπιζαν οι υπάλληλοι, καθώς, σύμφωνα με την κατάθεση, «τον αποκάλεσαν “Γενίτσαρο”, το οποίο μας έλεγε ότι τον πρόσβαλε».
Τα σημάδια της επερχόμενης έκρηξης είχαν σημάνει συναγερμό στις Αρχές ήδη από το 2018, όταν ο 89χρονος επιχείρησε να «δικάσει» ο ίδιος τους διώκτες του.
Η μάρτυρας αποκαλύπτει με ανατριχιαστική ακρίβεια τα όσα της είχε εξομολογηθεί για εκείνο το περιστατικό: «Μου είχε αναφέρει ότι γύρω στο 2018 είχε πάει στα δικαστήρια και στον εισαγγελέα, κρατώντας μαζί του φυσίγγια, τα οποία τα άφησε στο γραφείο του και του είπε συγκεκριμένα: “Εγώ ό,τι είχα να κάνω το έκανα. Είναι δικιά σας η υπόθεση από εδώ και πέρα, εσείς είστε τα δικαστήρια και εάν δεν τη λύσετε αυτή τη φορά σας φέρνω τα φυσίγγια, αλλά την επόμενη θα φέρω την καραμπίνα”. Έπειτα μου είπε ότι τον έκλεισαν στο ψυχιατρείο για 23 μέρες και στη συνέχεια οι αστυνομικοί του πήραν τις καραμπίνες».
Το κρίσιμο πρωινό της 28ης Απριλίου ο 89χρονος σκηνοθέτησε την έξοδό του από τον κόσμο της κανονικότητας. Η σκηνή της αναχώρησής του, όπως περιγράφεται στην ένορκη κατάθεση, θυμίζει πλάνο από ταινία νουάρ: «Από εχθές μου είχε πει ότι θα φύγει σήμερα για Χανδρινό και μου ανέφερε πάλι ότι θα σκοτώσει. Αφού ήπιαμε καφέ, περί ώρα 08:20 χτύπησε ένας ταξιτζής το θυροτηλέφωνο για να κατέβει, όμως εκείνος δεν ήταν έτοιμος και μέχρι να ετοιμαστεί πέρασε περίπου μισή ώρα. Βγήκε περί ώρα 9:15 φορώντας καμπαρντίνα από το σπίτι. Μετά από 5 λεπτά χτύπησε κουδούνι και ξανανέβηκε πάνω, λέγοντάς μου ότι κάτι ξέχασε. Έπειτα έφυγε πάλι και μετά από 5 λεπτά χτύπησε το κουδούνι και μου είπε να βγω στο μπαλκόνι και να του πετάξω το καφέ καπέλο του».
Φεύγοντας από την οδό Ανθέων, ο 89χρονος έκανε μια τελευταία στάση στο γνώριμο στέκι του στα Άνω Πατήσια. Εκεί, οι προθέσεις του δεν ήταν κρυφές. Στην υπάλληλο από την οποία έπαιρνε καθημερινά τον καφέ του επαναλάμβανε εμμονικά επί 10 ολόκληρα χρόνια πως μια μέρα «θα πάει με την καραμπίνα στον ΕΦΚΑ». Εκείνο το πρωί, η συμπεριφορά του ήταν ένα μακάβριο «αντίο». Αρχικά, άφησε τα καθιερωμένα χρήματα ως φιλοδώρημα, σαν να έκλεινε οριστικά τους λογαριασμούς του. Αμέσως μετά προχώρησε στην κίνηση-σοκ: Έβγαλε ένα χαρτονόμισμα των 50 ευρώ και το έσκισε μπροστά στα μάτια των υπαλλήλων, λέγοντάς τους με παγερή ψυχραιμία: «Πάρτε το, εγώ δε θα το χρειαστώ πια. Εκεί που θα πάω, θα τρώω και θα πίνω δωρεάν».
Λίγη ώρα αργότερα, ο «πιστολέρο» με την καμπαρντίνα και το καφέ καπέλο θα άνοιγε πυρ. Όταν οι αστυνομικοί τον εντόπισαν τελικά στην Πάτρα, το σχέδιό του ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος στην απολογία του, ο τελικός του προορισμός ήταν το Στρασβούργο, θέλοντας να μεταφέρει την προσωπική του «σταυροφορία» στην καρδιά της Ευρώπης.
Πλέον, οι Αρχές καλούνται να απαντήσουν στο αμείλικτο ερώτημα: Πώς ένας άνθρωπος που πίστευε στα μάγια, είχε νοσηλευθεί σε ψυχιατρείο και απειλούσε θεούς και δαίμονες επί μια δεκαετία, κατάφερε να οπλιστεί ξανά και να μετατρέψει την παράνοιά του σε αιματηρή πραγματικότητα;
