Όταν οι Αρχές ταυτοποίησαν τον 89χρονο «πιστολέρο» έφτασαν πολύ γρήγορα στα συγγενικά του πρόσωπα και κυρίως στην εγγονή του, κόρη της αδερφής του, που τον φιλοξενούσε στην Αθήνα όταν ερχόταν από το χωριό του, το Χανδρινό Μεσσηνίας.
Περιγράφει έναν παράξενο άνθρωπο που τους έλεγε κατά διαστήματα ότι θα σκοτώσει τα άτομα που τον αδίκησαν. Η «Ζούγκλα» παρουσιάζει την κατάθεση της εγγονής λίγες ώρες πριν συλληφθεί στην Πάτρα.
«Ο συγκεκριμένος συγγενής μου έχει μια κόρη και μία εγγονή οι οποίες ζουν στην Αμερική ωστόσο δεν έχει σχέσεις μαζί τους αρκετά χρόνια. Η πρώην γυναίκα του πέθανε πριν από περίπου 5 χρόνια. Με την κόρη του πρέπει να έχουν βρεθεί τα τελευταία 20 χρόνια ελάχιστες φορές. Από όσο γνωρίζω, τελευταία φορά επικοινώνησε μαζί τους πριν από περίπου 3 χρόνια, όταν είχε έρθει η κόρη του στην Ελλάδα και είχαν πάει να πιουν καφέ. Με τις συγκεκριμένες δεν έχει καμία επαφή».
Η εγγονή αναφέρει ότι ήταν ήρεμος, καλός και δοτικός καθώς δεν είχε άλλους συγγενείς ως στήριγμα και τους είχε σαν οικογένεια. Καλή ήταν η συμπεριφορά του και στους γείτονες με τους οποίους όμως δεν είχε πολλές επαφές.
«Γενικά ήταν ένας παράξενος άνθρωπος πίστευε ότι του είχαν κάνει μάγια και για αυτό το λόγο είχε χωρίσει με την πρώην σύζυγό του. Επίσης τουλάχιστον δέκα χρόνια μας έλεγε ανά διαστήματα ότι θα σκοτώσει τα άτομα που τον αδίκησαν, αναφερόμενος σε μια διαμάχη που είχε με το ΙΚΑ σχετικά με κάποια ένσημα για τα οποία δεν του έδιναν σύνταξη. Συγκεκριμένα εκείνος εργαζόταν για κάποια ένσημα που είχε εδώ».
Ο ηλικιωμένος «πιστολέρο» ήθελε να πάρει εκδίκηση γιατί τον αδίκησαν όχι για τη σύνταξη αλλά για μία λέξη ενώ τόνιζε ότι θα πάρει το νόμο στα χέρια του.
«Όχι για τη σύνταξη αλλά όπως ανέφερε τον αποκάλεσαν γενίτσαρο το οποίο μας έλεγε ότι τον πρόσβαλε. Εμείς δεν του δίναμε σημασία. Μου είχε αναφέρει ότι γύρω στο 2018 είχε πάει στα δικαστήρια και στον Εισαγγελέα κρατώντας μαζί του φυσίγγια, τα οποία τα άφησε στο γραφείο του και του είπε συγκεκριμένα: «Εγώ ότι είχα να κάνω το έκανα. Είναι δικιά σας η υπόθεση από εδώ και πέρα εσείς είστε τα Δικαστήρια και εάν δεν την λύσετε αυτή τη φορά σας φέρνω τα φυσίγγια αλλά την επόμενη θα φέρω την καραμπίνα».
Η εγγονή αναφέρει ότι μία ημέρα πριν από τις δύο επιθέσεις, ο 89χρονος της είπε ότι θα σκοτώσει. Την επόμενη ημέρα, το πρωί, έφυγε αλλά επέστρεψε και πάλι.
«Αφού ήπιαμε καφέ, χτύπησε ένας ταξιτζής το θυροτηλέφωνο για να κατέβει όμως εκείνος δεν ήταν έτοιμος και μέχρι να ετοιμαστεί πέρασε περίπου μισή ώρα. Βγήκε στις 9.15 φορώντας καμπαρντίνα από το σπίτι. Μετά από 5 λεπτά χτύπησε κουδούνι και ξανανέβηκε πάνω λέγοντάς μου ότι κάτι ξέχασε. Έπειτα έφυγε πάλι και μετά από 5 λεπτά χτύπησε το κουδούνι και μου είπε να βγω στο μπαλκόνι».
«Ήμουν προετοιμασμένος να πάω φυλακή» – Η απολογία του 89χρονου
Προμελετημένη ήταν η επίθεση του 89χρονου Παναγιώτη, σύμφωνα με την απολογία του στην ΕΛ.ΑΣ.
Ακολουθεί ολόκληρη η απολογία:
«Είχα σχεδιάσει πριν από τα Χριστούγεννα να πάω στο ΙΚΑ, στο Εφετείο και στο Στρασβούργο και να πυροβολήσω, χωρίς όμως να θέλω να σκοτώσω κάποιον», ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Επειδή όμως είχα συνεχώς δουλειές και πέρναγε ο καιρός και το ανέβαλλα και σε λίγες ημέρες θα έμπαινε Μάιος και θα άρχιζε να κάνει ζέστη και δεν θα μπορούσα να φοράω καμπαρντίνα αποφάσισα να πάω σήμερα», είπε στις Αρχές.
«Πέρασα την είσοδο χωρίς κάποιον έλεγχο. Ο φύλακας ήταν εκεί αλλά δεν με έλεγξε, μίλαγε με άλλο άτομο. Είχα πάει και δύο φορές την προηγούμενη εβδομάδα […] και είχα δει ότι δεν ζητάει ταυτότητα. […] Θύμωσε η διευθύντρια γιατί τους έβριζα και ότι ήμουν διατεθειμένος να τους τουφεκίσω και δεν μου μιλούσανε. Εφυγα και αποφάσισα να πάω ξανά σήμερα. Ανέβηκα στον τέταρτο όροφο και πυροβόλησα τους υπαλλήλους όχι για να τους σκοτώσω αλλά για να κάνω ντόρο».
«Πήγα στο Εφετείο και έκανα το ίδιο. Και εκεί δεν ήθελα να σκοτώσω κανέναν και πυροβόλησα στα πόδια. Αν ήθελα να τους σκοτώσω θα μπορούσα να το κάνω εύκολα, έριξα κάτω από τα γόνατα», είπε.
«Μπήκα στο Εφετείο από εκεί που μπαίνουν οι πολλοί. Την προηγούμενη εβδομάδα είχα πάει δυο-τρεις φορές και είδα ότι δεν υπήρχαν φύλακες. Διάλεξα το ευκολότερο γραφείο που ήταν μπροστά. Μπήκα, τους πυροβόλησα τρεις φορές, άφησα το όπλο στον πάγκο από έξω γιατί δεν το χρειαζόμουν πια και έφυγα. Πριν μπω, πέταξα περίπου 5-10 φυσίγγια, δεν θυμάμαι ακριβως, πίσω από κάτι τσίγκους στην είσοδο του Εφετείου που έχει κάτι φυτά».
Μετά τις δύο ένοπλες επιθέσεις έφυγε με ταξί και ζήτησε στον οδηγό να τον μεταφέρει στα ΚΤΕΛ στον Κηφισό.
«Είπα στον οδηγό ότι ήθελα να πάω Καλαμάτα, αλλά εγώ ήθελα να πάω στην Πάτρα. Στον δρόμο, κουβέντα στην κουβέντα ρώτησα τον ταξιτζή πόσα ήθελε να με πάει στην Πάτρα, μου είπε 250, του έδωσα 300 και με πήγε. Με άφησε στο καινούργιο λιμάνι και έβγαλα εισιτήριο για σήμερα το βράδυ να πάω στην Ανκόνα.
Προσπάθησα να κάνω ανάληψη από το ΑΤΜ, όμως δεν τα κατάφερα. Χτύπησα την πόρτα και η υπάλληλος μού είπε ότι δεν γινόταν από το μηχάνημα και έπρεπε να πάω αύριο. Πήγα σε ένα πρακτορείο και άλλαξα το εισιτήριό μου για αύριο. Ήθελα να πάω στο Στρασβούργο, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, για να τουφεκίσω και τους υπαλλήλους εκεί, γιατί μου έστειλαν ένα γράμμα και με κορόιδευαν και αυτοί».
«Σκέφτηκα εάν αύριο δεν μου έδινε χρήματα η τράπεζα, έχω λογαριασμό σε δολάρια αλλά δεν είχα μαζί μου τον αριθμό του λογαριασμού, θα έχανα το καράβι, είχα ρίξει τις ντουφεκιές μου και είτε θα πήγαινα στη φυλακή Γαλλία ή στην Ελλάδα. Αποφάσισα να πάω στα ΚΤΕΛ και να πάω στο χωριό μου. Μόλις βγήκα από το ξενοδοχείο με έπιασαν οι αστυνομικοί. Πάνω μου είχα το περίστροφο και 10 σφαίρες».
«Θα πήγαινα στην Ιταλία με πλοίο και μόλις έφτανα στο Στρασβούργο θα έμπαινα με το περίστροφο μέσα. Εκεί είχα πάει άλλες δύο φορές να αφήσω επιστολές και είχα δει ότι είχε φύλακα. Επειδή δεν θα μπορούσα να μπω, είχα σκεφτεί να απειλήσω τον φύλακα, να μπω μέσα, να πυροβολήσω μέσα στο γραφείο και να κάνω ντόρο. Έπειτα, ήμουν προετοιμασμένος να πάω φυλακή. Αλλά σας είπα τι σκέφτηκα: τι να κάνω φυλακή στη Γαλλία, τι στην Ελλάδα. Τους πυροβολισμούς τους είχα ρίξει πια. Οπότε σκοπός μου, αφού δεν θα έφευγα, θα ήταν να πάω στο χωριό μου, στο καφενείο κάτω από τον Πλάτανο και εκεί θα έλεγα στον σερβιτόρο να πάρει την αστυνομία στην Πύλο και να έρθουν να με βρουν. Επίσης, είχα σκεφτεί και δεύτερο σχέδιο, δηλαδή να φύγω μετά τους πυροβολισμούς. Θα πήγαινα παράνομα στην Αλβανία με ταξί και από εκεί στην Αμερική, αλλά είμαι πια πολύ ηλικιωμένος για να το κάνω αυτό».
Ενδιαφέρον έχουν οι απαντήσεις που έδωσε στις Αρχές για το πώς προμηθεύτηκε τα όπλα.
Ερώτηση: Την καραμπίνα πού τη βρήκατε;
Απάντηση: Την αγόρασα πριν από τέσσερα χρόνια περίπου, 1.500 ευρώ, από κάτι γύφτους στο χωριό μου και εγώ την έκοψα. Ξέρω γιατί ήμουν μηχανικός. Δούλεψα σε εργοστάσιο. Εκοψα το κοντάκι και την κάννη.
Ερώτηση: Το περίστροφο πού το βρήκατε;
Απάντηση: Το αγόρασα […] δεν θυμάμαι πριν από πόσα χρόνια, πάλι από κάτι γύφτους στο χωριό. Έφεραν δυο-τρία για να διαλέξω και αγόρασα αυτό που βρήκατε πάνω μου.
Ερώτηση: Πώς ξέρατε να χρησιμοποιείτε τα όπλα;
Απάντηση: Είχα ρίξει στα χωράφια μου στο σπίτι, στο χωριό και με δύο άλλα όπλα.
