Ο Ντόναλντ Τραμπ και η εμμονή του να παράγει πολιτικά αποτελέσματα και να κάνει διαπραγματεύσεις μέσω δηλώσεων και αναρτήσεων, δυσχεραίνει την προσπάθεια τερματισμού του πολέμου.
Η πορεία των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν για τον τερματισμό της επτά εβδομάδων σύγκρουσης φαίνεται να σκοντάφτει όχι μόνο στις γνωστές στρατηγικές διαφωνίες, αλλά και σε έναν απρόβλεπτο παράγοντα. Αυτός ο παράγοντας δεν είναι άλλος από τη δημόσια επικοινωνιακή τακτική του ίδιου του Αμερικανού προέδρου.
Η ταυτόχρονη δημοσιοποίηση ευαίσθητων πληροφοριών σχετικά με το περιεχόμενο των συνομιλιών, οι υπεραισιόδοξες διακηρύξεις και, κυρίως, οι αντιφατικές δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ έχουν δημιουργήσει ένα σύνθετο περιβάλλον που δυσχεραίνει τις συνομιλίες, υπονομεύει την εμπιστοσύνη και φέρνει σε δύσκολη θέση τόσο τους διαπραγματευτές όσο και το επιτελείο του Λευκού Οίκου.
Ένας νέος γύρος ειρηνευτικών συνομιλιών μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν «προγραμματίζεται για αύριο», σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων Reuters. Αναφερόμενο σε ανώνυμη πηγή από το Πακιστάν, το Reuters πρόσθεσε ότι υπάρχει δυναμική για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων και ότι «τα πράγματα προχωρούν».
Η πηγή πρόσθεσε ότι ο ίδιος οΤραμπ θα μπορούσε ακόμη και να παραστεί στις συνομιλίες αυτοπροσώπως ή διαδικτυακά, σε περίπτωση που υπογραφεί συμφωνία, αναφέρει το ρεπορτάζ του διεθνούς ειδησεογραφικού πρακτορείου, μια τελευταία εξέλιξη ως πιθανό σενάριο στην πορεία των διαπραγματεύσεων.
Ωστόσο όλα παραμένουν ρευστά καθώς υπάρχει ένα κακό προηγούμενο, γύρω από τον αστάθμητο παράγοντα «Τραμπ».
Καθώς πλησίαζε το κρίσιμο Σαββατοκύριακο πριν από τη λήξη της προσωρινής εκεχειρίας, υπήρχε συγκρατημένη αισιοδοξία ότι οι δύο πλευρές πλησίαζαν σε μια συμφωνία. Ωστόσο, αυτή η εύθραυστη δυναμική ανατράπηκε όταν ο Τραμπ επέλεξε να επικοινωνήσει δημόσια λεπτομέρειες των εν εξελίξει διαπραγματεύσεων. Μέσω αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και δηλώσεων σε δημοσιογράφους, παρουσίασε ως σχεδόν δεδομένες παραχωρήσεις από την ιρανική πλευρά, οι οποίες όμως δεν είχαν ακόμη συμφωνηθεί, τονίζει το CNN σε σημερινό του δημοσίευμα, καθώς εκπνέει η εκεχειρία ΗΠΑ-Ιράν, και οι δύο πλευρές φέρονται να εργάζονται για μια βάση συμφωνίας.
Οι ισχυρισμοί του Τραμπ την περασμένη εβδομάδα περιλάμβαναν ότι το Ιράν είχε αποδεχθεί «απεριόριστη» αναστολή του πυρηνικού του προγράμματος και ότι συμφωνούσε να παραδώσει τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου. Οι δηλώσεις αυτές όχι μόνο δεν επιβεβαιώθηκαν από την Τεχεράνη, αλλά απορρίφθηκαν κατηγορηματικά, προκαλώντας έντονη ενόχληση. Για τους Ιρανούς αξιωματούχους, η δημόσια παρουσίαση μη συμφωνημένων όρων δημιουργούσε την εικόνα υποχώρησης απέναντι στις ΗΠΑ -κάτι πολιτικά δύσκολο και εσωτερικά επικίνδυνο.
Η αντίδραση της Τεχεράνης ήταν άμεση: Διέψευσε τις δηλώσεις, αμφισβήτησε την πρόοδο των συνομιλιών και έδειξε απροθυμία για νέο γύρο διαπραγματεύσεων. Έτσι, η επικοινωνιακή τακτική του Αμερικανού προέδρου όχι μόνο δεν ενίσχυσε την πίεση προς συμφωνία, αλλά φάνηκε να επιβραδύνει ή και να εκτροχιάζει τη διαδικασία.
Στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης, η κατάσταση έγινε εξίσου περίπλοκη. Αξιωματούχοι παραδέχθηκαν ιδιωτικά ότι οι δημόσιες παρεμβάσεις του προέδρου έβλαψαν τις διαπραγματεύσεις. Η διπλωματία, ιδίως σε τόσο ευαίσθητα ζητήματα, βασίζεται σε εμπιστευτικότητα, προσεκτικές ισορροπίες και σαφή μηνύματα.
Το πρόβλημα δεν περιορίστηκε μόνο στη δημοσιοποίηση πρόωρων συμπερασμάτων. Οι δηλώσεις του Τραμπ χαρακτηρίστηκαν από έντονες αντιφάσεις, ακόμη και σε βασικά ζητήματα. Ενώ ανώτεροι αξιωματούχοι επιβεβαίωναν τη συμμετοχή του αντιπροέδρου, Τζέι Ντι Βανς, στις συνομιλίες στο Ισλαμαμπάντ, ο ίδιος ο πρόεδρος δήλωνε ότι δεν θα ταξιδέψει λόγω ανησυχιών για την ασφάλεια. Λίγο αργότερα, εμφανίστηκαν νέες πληροφορίες που τον ήθελαν ήδη καθ’ οδόν, μόνο για να διαψευστούν ξανά από την πραγματικότητα.
Αυτές οι αντιφάσεις δημιούργησαν σύγχυση όχι μόνο στα μέσα ενημέρωσης αλλά και στους ίδιους τους κυβερνητικούς μηχανισμούς. Στελέχη του Λευκού Οίκου βρέθηκαν επανειλημμένα στη θέση να διορθώνουν ή να επαναδιατυπώνουν τα λεγόμενα του προέδρου, συχνά ανώνυμα, προκειμένου να αποκαταστήσουν την εικόνα συνοχής, αποκαλύπτει η Washington Post σε ρεπορτάζ της.
Το φαινόμενο αυτό υπονομεύει την αξιοπιστία της αμερικανικής πλευράς, καθώς οι συνομιλητές δεν είναι βέβαιοι ποια θέση είναι τελικά επίσημη. Η ασυνέπεια επεκτάθηκε και στην ουσία των διαπραγματεύσεων. Από τη μία πλευρά, ο Τραμπ υποστήριζε ότι «τα περισσότερα σημεία έχουν ήδη συμφωνηθεί» και ότι μια συμφωνία είναι θέμα ημερών. Από την άλλη, απέρριπτε προτάσεις που είχαν τεθεί στο τραπέζι από την ίδια την αμερικανική αντιπροσωπεία, όπως η 20ετής αναστολή του εμπλουτισμού ουρανίου. Παράλληλα, δήλωνε ότι δεν επιθυμεί καμία μορφή εμπλουτισμού, ακόμη και προσωρινή, υιοθετώντας μια πιο σκληρή γραμμή από αυτή που φέρεται να διαπραγματεύονταν οι συνεργάτες του, προσθέτει το αμερικανικό μέσο ειδησεογραφικό μέσο.
Όταν η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, ρωτήθηκε στις 8 Απριλίου αν το Ιράν είχε δηλώσει ότι θα παραδώσει το ουράνιο, απάντησε: «Ναι, το έχουν κάνει».
Ωστόσο, οι δύο πλευρές έφυγαν από το Ισλαμαμπάντ χωρίς συμφωνία. Στη συνάντηση, ο Βανς πρότεινε μια 20ετή αναστολή του προγράμματος εμπλουτισμού του Ιράν, την οποία ο Τραμπ απέρριψε αργότερα. «Δεν μου αρέσουν τα 20 χρόνια», δήλωσε στην εφημερίδα «New York Post» στις 14 Απριλίου.
Στα τέλη της περασμένης εβδομάδας, ο Τραμπ επανέλαβε ότι οι
Ιρανοί είχαν συμφωνήσει ότι οι ΗΠΑ θα απομάκρυναν το εμπλουτισμένο ουράνιο του
Ιράν, το οποίο χαρακτήρισε «πυρηνική “σκόνη”».
Επιπλέον, οι δημόσιες απειλές του Αμερικανού προέδρου επιβάρυναν περαιτέρω το κλίμα. Ενώ δήλωνε ότι βρίσκεται κοντά σε συμφωνία, ταυτόχρονα προειδοποιούσε ότι, σε περίπτωση αποτυχίας, οι ΗΠΑ θα καταστρέψουν κρίσιμες υποδομές του Ιράν. Αυτή η εναλλαγή μεταξύ αισιοδοξίας και απειλών ενισχύει την καχυποψία και μειώνει τα περιθώρια συμβιβασμού.
Το παράδειγμα του Ορμούζ είναι χαρακτηριστικό:
Την Παρασκευή, ο Τραμπ δήλωνε ότι τα Στενά του Ορμούζ ήταν ανοιχά και ότι οι διαπραγματεύσεις θα είναι γρήγορες επειδή «τα περισσότερα από τα κύρια σημεία έχουν οριστικοποιηθεί», συμπεριλαμβανομένης της «απεριόριστης» αναστολής του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.
Συνέχισε ισχυριζόμενος ότι το Ιράν «έχει συμφωνήσει να μην κλείσει ποτέ ξανά τα Στενά του Ορμούζ».
Ωστόσο, το Σάββατο, το Ιράν δήλωσε ότι θα κλείσει ξανά τη θαλάσσια οδό επειδή οι ΗΠΑ διατηρούσαν τον ναυτικό αποκλεισμό τους.
«Το Ιράν ανακοίνωσε πρόσφατα ότι θα κλείσει το Στενό, κάτι που είναι παράξενο, επειδή ο ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ μας το έχει ήδη κλείσει», ανέφερε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την Κυριακή ο Τραμπ.
«Προσφέρουμε μια πολύ δίκαιη και λογική ΣΥΜΦΩΝΙΑ, και ελπίζω να την αποδεχθούν, διότι, αν δεν το κάνουν, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα καταστρέψουν κάθε μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και κάθε γέφυρα στο Ιράν», δήλωνε, ενώ η ναυσιπλοΐα στα Στενά έμπαινε ξανά στο στόχαστρο της αντιπαράθεσης
Η πιθανότητα μιας ενδιάμεσης συμφωνίας ή ενός πλαισίου κατανόησης εξακολουθεί να υπάρχει, όμως οι συνθήκες έχουν γίνει πιο δύσκολες. Οι επικριτές φοβούνται ότι το Ιράν μπορεί να εκμεταλλευτεί την κατάσταση για να κερδίσει χρόνο, ενώ οι υποστηρικτές της διαπραγμάτευσης ανησυχούν ότι η έλλειψη συνοχής από την αμερικανική πλευρά θα οδηγήσει σε πλήρη αποτυχία.
