Πού θα φτάσει το σινεμά του ο Πάολο Σορεντίνο και πού τις ερμηνείες του ο Τόνι Σερβίλο;;; Aυτό σκεφτόμουν βγαίνοντας από τον κινηματογράφο χθες το βράδυ, όπου μόλις είχα δει την τελευταία ταινία του Σορεντίνο “La grazia”- καθυστερημένη, αλλά δόξα τω Θεώ πρόλαβα.

La Grazia, η Χάρις δηλαδή, η θεία Χάρις αλλά και η απονομή χάριτος. Ελληνικός τίτλος “το Μεγαλείο”…

Και την είδα στον αγαπημένο μου κινηματογράφο, τον Γαλαξία, στον κινηματογράφο που έχω την μεγάλη τύχη να είναι κάτω ακριβώς από το σπίτι μου, στον κινηματογράφο που η Αθήνα έχει τη μεγάλη τύχη να στέκει ακόμα εκεί, στην αρχή της Μεσογείων πάνω από 60 χρόνια και όχι μόνο ν’ αντιστέκεται πεισματικά στις “αναπτυξιακές” ορέξεις αλλά να εξελίσσεται και να εκσυγχρονίζεται κρατώντας ωστόσο τον φιλικό- οικογενειακό θα μπορούσα να πω- χαρακτήρα του και το υψηλό επίπεδο ποιότητας των ταινιών που διαλέγει να προβάλλει.

Σε ποιον ανήκουν οι μέρες μας;

Το ερώτημα έρχεται και επανέρχεται στα χείλη των βασικών πρωταγωνιστών της ταινίας και καρφώνεται στο μυαλό του θεατή ακολουθώντας τον και μετά την έξοδο. Τουλάχιστον αυτό συνέβη σε μένα. Σε ποιον ανήκουν λοιπόν οι μέρες μας και μας τις λερώνουν μ’ αυτό τον τρόπο κάτι μακάριοι, πτωχοί τω πνεύματι;

Σε ποιον ανήκουν οι μέρες μας, όταν υποφέρουμε και θέλουμε να τερματίσουμε την ζωή μας μη αντέχοντας άλλο τους πόνους και την φθορά αλλά δε μας το επιτρέπει η εκκλησία και το κράτος; Σε ποιον ανήκουν οι μέρες μας, όταν αφοσιωνόμαστε σε ένα “υψηλό” καθήκον στεγνό, ενίοτε και στυγνό, όταν τις αποχυμώνουμε από κάθε πάθος, για χάρη υποτίθεται του κοινού καλού;

Σε ποιον ανήκουν οι μέρες μας και τολμάει να αποφασίζει για το μέλλον μας, να κάνει πολέμους να σκοτώνει μωρά και να πνίγει απελπισμένους; Σε ποιον ανήκουν οι μέρες μας και τις έχουμε εκχχωρήσει στην μιζέρια του;

Ο Τόνι Σερβίλλο υποδύεται έναν εν ενεργεία Πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας και αδέκαστο νομικό, τον Μαριάνο ντε Σάντις που διανύει τους τελευταίους έξι μήνες πριν τη λήξη της θητείας του. Έχει χάσει τη γυναίκα του την οποία λάτρευε και το όνομά της ήταν, όχι τυχαία νομίζω, Αουρόρα δηλαδή Αυγή.

Ο γιος του έχει φύγει στον Καναδά και γράφει εκεί τις μουσικές του. Κοντά στον πρόεδρο έχει μείνει η κόρη του η Ντοροτέα που είναι εξαιρετική νομικός και αναλαμβάνει όλες τις δύσκολες υποθέσεις στις οποίες ο πατέρας της αρνείται να πάρει μία απόφαση.

Όπως το να υπογράψει το νόμο περί ευθανασίας και να αποδώσει χάρη σε δύο καταδικασμένους για φόνο. Η κόρη- άλλο μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Πατέρες και κόρες. Η κόρη, η απολύτως αφοσιωμένη στον πατέρα της, που έχει παρατήσει τη ζωή της για να φροντίζει τον πατέρα της. Και που ξαφνικά καταλαβαίνει ότι δεν αναπνέει πια.

Υπάρχει μια παλιά απιστία της Αουρόρα που δεν αφήνει τον πρόεδρο να ησυχάσει, υπάρχει μια παλιά του φίλη, πληθωρική παρουσία βγαλμένη κατευθείαν από τον Φελλίνι, υπάρχει ένας Πάπας μαύρος, με ράστα μαλλί που κυκλοφορεί με μοτοσικλέτα.

Το σουρεαλιστικό στοιχείο είναι σπαρμένο στην υπέροχη αυτή ταινία και φωτίζει θαρρείς το ημίφως της, κυριολεκτικό και μεταφορικό. Στοχάζεται βαθιά και γελάει πλατιά ο Πάολο Σορεντίνο σ’ αυτή την ταινία, ισάξια ή ανώτερη νομίζω κι απ’ το Grande Bellezza.

Το ατού του Σορεντίνο, το συγκριτικό του πλεονέκτημα, είναι ότι ισορροπεί ανάμεσα στην πληθωρικότητα του ιταλικού σινεμά και στο μινιμαλισμό του σκανδιναβικού. Και ας είναι οι ταινίες του φαινομενικά τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, το Grande Belezza από το Youth ας πούμε και το Il Divo από το Xέρι του θεού.

Όσο για τον Τόνι Σερβίλλο δεν έχω λόγια γι’ αυτό το μέγιστο ηθοποιό. Oι ανυπέρβλητες λοξές ματιές του δεν έχουν νομίζω προηγούμενο στην ιστορία του σινεμά. Και μόνο ο τρόπος που φυσάει τον καπνό, του ενός και μοναδικού τσιγάρου της μέρας, σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός φαινομενικά άκαμπτου προέδρου που τον ονομάζουν “μπετόν αρμέ” αλλά είναι γεμάτος ρωγμές, οπως όλοι οι άνθρωποι…

Μη χάσετε αυτή την ταινία σας παρακαλώ. Μέσα στη σκατίλα, στη γλίτσα, στην ασχήμια που μας περιβάλλει τέτοιες ταινίες μας προσφέρουν δύο ολόκληρες ώρες ευτυχίας…