«Η ηλικία είναι κάτι που δεν μετράει, εκτός αν είσαι τυρί», έλεγε ο σπουδαίος filmmaker Λουίς Μπουνιουέλ. Εκτός από την ηλικία, αυτό που δεν μετράει επίσης είναι και η τοποθεσία καταγωγής, όπως λέει η κυβέρνηση Τραμπ, η οποία έχει ανοίξει πόλεμο με την Ε.Ε., καθώς προσπαθεί να κατοχυρώσει για τους Αμερικανούς παραγωγούς το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τις ονομασίες τυριών όπως η φέτα σε αγορές εκτός ΗΠΑ.
Από τη μία, οι Αμερικανοί παραγωγοί βλέπουν να τους ανοίγεται ένα τεράστιο παράθυρο ευκαιρίας για να αρπάξουν ένα τεράστιο κομμάτι της (τυρο)πίτας, αξίας αρκετών δισεκατομμυρίων ευρώ, αφού έχουν την εμπειρία και την ικανότητα να παρασκευάσουν τυριά ευρωπαϊκού τύπου σε τιμές συχνά καλύτερες από των Ευρωπαίων. Από την άλλη, οι Ευρωπαίοι λένε πως τα τυριά αυτά είναι απλά απομιμήσεις και πως προκαλείται disruption σε μια σημαντική αρχαία αγορά. Ηδη κάποιοι τρίτοι, δηλαδή χώρες όπως η Μαλαισία, η Ινδονησία και η Ταϊβάν, προτιμούν να ανοίξουν την αγορά και στις απομιμήσεις ώστε να δώσουν στους καταναλωτές τους πολλές και πιο φθηνές επιλογές.
Ωστόσο, πόσο θα αδικούνται τυριά όπως η παρμεζάνα ρετζιάνο, η φέτα, το μπρι, η γκοργκοντζόλα, το μουνστέρ και το ασιάγκο όταν θα πωλούνται με αυτές τις ονομασίες χωρίς να έχουν παρασκευαστεί με τις παραδοσιακές πρακτικές που τους χαρίζουν τη μοναδική τους γεύση; Και τι αξία θα έχουν πια οι δημοφιλέστατοι ετήσιοι διαγωνισμοί γευσιγνωσίας για τα καλύτερα τυριά του κόσμου όταν θα μιλάμε για βιομηχανικά προϊόντα χωρίς σαφή ταυτότητα;
Η ζημιά και οι απώλειες
Στη γειτονική μας Ιταλία, το ζήτημα αυτό το παίρνουν αρκετά σοβαρά. Οι παραγωγοί μάλιστα εκεί είναι οργανωμένοι: για παράδειγμα, υπάρχει το Consorzio del Formaggio Parmigiano Reggiano, δηλαδή ο Συνεταιρισμός του Τυριού Παρμιτζιάνο Ρετζιάνο, που παρακολουθεί διεθνείς εκθέσεις και παρεμβαίνει όταν απειλείται η Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης του τυριού τους, όπως έκανε το 2023 κατεβάζοντας διαφημιστική ταμπέλα για μη αυθεντικό τυρί στη Γερμανία στη διάρκεια έκθεσης.
Ο εν λόγω συνεταιρισμός, λοιπόν, εκτιμά ότι μόνο το περασμένο έτος η ιταλική οικονομία επλήγη κατά 2 δισ. ευρώ από τις πωλήσεις «παραποιημένης παρμεζάνας» εκτός Ε.Ε. Τόση είναι η ετήσια ζημιά, χωρίς να συνδέεται με την «κρυφή ζημιά», δηλαδή με αυτήν στη φήμη του προϊόντος στα μάτια (ή, καλύτερα, στον ουρανίσκο) του καταναλωτή που νομίζει ότι τρώει κάτι που, όμως, δεν είναι ό,τι δηλώνει.
Καθώς υπάρχουν φανατικοί λάτρεις του τυριού οι οποίοι ξοδεύουν ένα σεβαστό κομμάτι του μηνιαίου προϋπολογισμού του νοικοκυριού τους σε τυριά, ο πρόεδρος του συνεταιρισμού, Νικόλα Μπερτινέλι, έχει δίκιο να ανησυχεί για τους «χαμένους πελάτες, τους καταναλωτές που μπορεί να πιστεύουν ότι αγοράζουν ένα προϊόν που συνδέεται με μια συγκεκριμένη ιταλική προέλευση και μέθοδο παραγωγής, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι».
Κλείσιμο
Στην Ελλάδα η φέτα είναι ένα από τα εξαγωγικά ατού της και το πιο εξαγώγιμο, ως το πιο γνωστό στο ευρύ κοινό τυρί. Σε διεθνές επίπεδο, κάθε χρόνο εξάγεται το 70% της παραγωγής της και μόνο το 30% απορροφάται από την εσωτερική αγορά. Το 2025 μάλιστα οι εξαγωγές ελληνικής φέτας ΠΟΠ σημείωσαν ιστορικό ρεκόρ, με την αξία τους να ξεπερνά τα 785 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας άνοδο 8,95% σε αξία και 11% σε όγκο σε σχέση με το 2024. Επιβεβαιώνοντας τις εκτιμήσεις του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων και του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ), η κατηγορία των τυριών -με τη φέτα να αντιπροσωπεύει τη συντριπτική πλειονότητα- κατέλαβε την 4η θέση στη λίστα των σημαντικότερων ελληνικών εξαγόμενων τροφίμων, με αξία 839,631 εκατ. ευρώ και όγκο 109.237 τόνων κατά το εννεάμηνο.
Η απειλή της ευλογιάς
Σε ό,τι αφορά τους προορισμούς, κατά κύριο λόγο το μεγαλύτερο ποσοστό εξαγωγών φέτας κατευθύνθηκε σε χώρες που έχουν παράδοση στην κατανάλωση ποιοτικών τυριών όπως είναι η Γερμανία, η Ιταλία και η Γαλλία. Η Γερμανία κατέχει την πρώτη θέση (227,3 εκατ. ευρώ το 2024), ακολουθούμενη από την Ιταλία και τη Γαλλία. Για το 2026 ο «λευκός βρώσιμος χρυσός» της Ελλάδας βρίσκεται σε συμπληγάδες. Παρά τις εκτιμήσεις ότι ο κλάδος θα ξεπεράσει τις προκλήσεις και θα συνεχίσει την ανοδική του πορεία, υπάρχει η απειλή της ευλογιάς στα αιγοπρόβατα που πιέζει τη διαθεσιμότητα γάλακτος, αλλά και την εμπορική πίεση από την προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να οικειοποιηθούν τα αμερικανικά τυροκομεία τη χρήση του όρου «φέτα».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν ελεύθερη την ονομασία, ενώ η Ευρωπαϊκή Ενωση υπερασπίζεται την Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (ΠΟΠ) – Η εξάπλωση απομιμήσεων φέρνει οικονομικές απώλειες δισεκατομμυρίων και υπονομεύει τη φήμη αυθεντικών προϊόντων
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Konstantinos Tsakalidis / SOOC
Φυσικά, η χρήση του όρου ΠΟΠ από ανταγωνιστικά τυροκομεία θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλο πλήγμα στη χώρα προέλευσης, κυρίως αφού θα συρρικνώσει την παραγωγή και θα πιέσει περαιτέρω τα κόστη. Σε ό,τι αφορά τη φέτα, χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του 2023, όταν η άνοδος των τιμών (λόγω ενεργειακού κόστους) οδήγησε σε πτώση του όγκου των πωλήσεων στο εσωτερικό. Στην εγχώρια αγορά, οι καταναλωτές κατευθύνθηκαν στο πιο κοντινό υποκατάστατο, που είναι το λευκό τυρί, που παράγεται δηλαδή από αγελαδινό γάλα, εν αντιθέσει με τη φέτα που παράγεται από αιγοπρόβειο γάλα.
Οι παραγωγοί λοιπόν έχουν κάθε δίκιο να αγχώνονται, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις των ειδικών. Στελέχη της γαλακτοβιομηχανίας προβλέπουν ότι η τιμή παραγωγού για το πρόβειο γάλα θα αγγίξει το 1,60 ευρώ το κιλό. Ηδη η αγορά προεξοφλεί ανατιμήσεις περίπου 1 ευρώ παραπάνω στο ράφι για τη φέτα, που σήμερα κοστίζει γύρω στα 13,5 ευρώ το κιλό, ενώ ενδέχεται σύντομα να φτάσει στα 14,5 ευρώ. Η φέτα βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της διαμάχης, καθώς η Ε.Ε. δίνει πολύ μεγάλη σημασία στο πώς θα αποκαλείται ένα από τα αρχαιότερα, αν όχι το αρχαιότερο τυρί στη Γηραιά Ηπειρο.
Για την Ευρωπαϊκή Ενωση η φέτα, αν και δεν είναι τοπωνύμιο, μπορεί να παράγεται μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές της Ελλάδας, με παράδοση που φτάνει χιλιάδες χρόνια πίσω. Μάλιστα, σύμφωνα με την Ε.Ε., αναφέρεται ακόμη και στην Οδύσσεια ως προϊόν που συναντάται στο σπήλαιο του Κύκλωπα Πολύφημου. Αντίθετα, στις ΗΠΑ η φέτα θεωρείται απλώς ένα λευκό, θρυμματιζόμενο τυρί, ανεξαρτήτως προέλευσης.
Διακρίσεις
Είναι λογικό όλο το παραπάνω, για όλες τις πλευρές. Για τους Ευρωπαίους διακυβεύονται η φήμη που χτίστηκε με κόπους αιώνων και η μακρά εμπειρία που οδήγησαν στην καταξίωση. Τα τυριά στη Γηραιά Ηπειρο, όπως σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού παγκοσμίως, δεν είναι απλώς «κάτι φαγώσιμο». Είναι μια ολόκληρη κουλτούρα, μια ολόκληρη φιλοσοφία, μια γαστριμαργική απόφαση.
Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι το πιο εξαγώγιμο φαγώσιμο προϊόν της χώρας (μαζί με το γιαούρτι), δηλαδή η φέτα, μπορεί να είναι το τυρί «των πολλών», ενώ άλλα τυριά καταφέρνουν να παίρνουν άλλες διακρίσεις. Στους διαγωνισμούς γεύσης, ειδικά τα τελευταία χρόνια, μια σειρά από άλλα ελληνικά τυριά που έχουν προστατευόμενη ονομασία προέλευσης κατακτούν τους διαγωνισμούς. Χαρακτηριστικότερη είναι η περίπτωση του βιωματικού ταξιδιωτικού διαδικτυακού οδηγού Taste Atlas. Στον τελευταίο διαγωνισμό γευσιγνωσίας για τα καλύτερα 100 τυριά του πλανήτη, τα ελληνικά σαρώνουν τον ανταγωνισμό.
Πρωταθλήτρια είναι η γραβιέρα Νάξου, ακολουθούμενη από την παρμεζάνα ρετζιάνο και άλλα τυριά, ενώ στην έκτη θέση είναι η γραβιέρα Κρήτης, για την οποία το Taste Atlas αναφέρει ότι «παρασκευάζεται παραδοσιακά από πρόβειο γάλα ή από μείγμα πρόβειου γάλακτος και κατ’ ανώτατο όριο 20% κατσικίσιου γάλακτος. Αυτά τα κατσίκια και τα πρόβατα βόσκουν ελεύθερα στα καταπράσινα λιβάδια του νησιού, ενώ η διατροφή τους βασίζεται σε τοπικά φυτά, τα οποία προσδίδουν στο γάλα τους μια ιδιαίτερη ποιότητα που αποτυπώνεται σε αυτό το εξαιρετικό τυρί. Πρόκειται για ένα σκληρό τυρί τραπεζιού με ανοιχτό κίτρινο χρώμα και σφιχτή υφή. Η γεύση του είναι ελαφρώς γλυκιά και θυμίζει ξηρούς καρπούς. Το τυρί αυτό ωριμάζει για 3-5 μήνες προτού διατεθεί στην αγορά».
Γραβιέρα Νάξου
Λίγο πιο κάτω βρίσκονται η κεφαλογραβιέρα, το μετσοβόνε, το καλαθάκι Λήμνου, το λαδοτύρι Μυτιλήνης, η σφέλα, το αρσενικό Νάξου, η γραβιέρα Αγράφων, το μαστέλο Χίου και το κατίκι Δομοκού. Επίσης το γαλοτύρι, το κεφαλοτύρι, η μυζήθρα, το μανούρι και η κοπανιστή. Καθώς στη γευσιγνωσία προστατεύονται η παραδοσιακή συνταγή και η εντοπιότητα, το Taste Atlas βραβεύει και συγκεκριμένα προϊόντα από συγκεκριμένα τυροκομεία, που κρίνει ότι φτιάχνουν τα καλύτερα τυριά όλου του κόσμου. Εδώ, την τρίτη θέση καταλαμβάνει ένα ελληνικό προϊόν, η γραβιέρα Νάξου από το τυροκομείο Πιτταρά.
Και το γιαούρτι
Αν η πρόθεση του Αμερικανού προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να βοηθήσει τους Αμερικανούς τυροκόμους να οικειοποιηθούν την ονομασία της φέτας και άλλων διάσημων τυριών έχει κάνει τον γύρο του κόσμου, η πιο διάσημη σχετική ιστορία είναι αυτή του Χαμντί Ουλουκάγια.
Ο τουρκοαμερικανικής υπηκοότητας Κούρδος Χαμντί Ουλουκάγια
Ο τουρκοαμερικανικής υπηκοότητας Κούρδος είναι γνωστός στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι η εταιρεία του δεν δραστηριοποιήθηκε ποτέ σε αυτή, καθώς έχει ρίξει το βάρος της στις αγορές των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας. Κυρίως λόγω της δικαστικής του διαμάχης με τον ελληνικό κολοσσό του γιαουρτιού και του γάλακτος ΦΑΓΕ στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, αφού η τουρκική εταιρεία Chobani πουλάει… ελληνικό γιαούρτι. Μέχρι και ότι έκλεψε την -ελληνική- συνταγή της ΦΑΓΕ κατηγορήθηκε, ο οποίος ξεκίνησε την καριέρα του επειδή δεν έβρισκε… φέτα στις ΗΠΑ.
Ο εν λόγω επιχειρηματίας, παρ’ όλα αυτά και παρά τις δικαστικές διαμάχες και τις ήττες του, δεν εγκατέλειψε. Παρότι το 2014 έχασε στο Ηνωμένο Βασίλειο, δίκη που του απαγόρεψε να χρησιμοποιεί τον όρο «ελληνικό» για γιαούρτι που κατασκεύαζε στις ΗΠΑ, συνέχισε να κάνει focus στις γιγαντιαίες αγορές και να ρίχνει τις «βόμβες» του. Η Chobani ανακοίνωσε την πρόθεσή της να εισαχθεί στη Wall Street. Υπέβαλε στις αρμόδιες αμερικανικές αρχές (SEC) τα απαραίτητα έγγραφα τον περασμένο Νοέμβριο, ώστε να κάνει την Initial Public Offering (ΙΡΟ), δηλαδή την Αρχική Δημόσια Προσφορά, στον Nasdaq, με τη «Wall Street Journal» να γράφει τότε ότι η αποτίμηση της Chobani θα ξεπερνούσε τα 10 δισ. δολάρια. Αυτό σήμαινε ότι με την IPO θα γινόταν πλούσιος όχι μόνο ο Ουλουκάγια, αλλά και οι εργαζόμενοι της επιχείρησής του, στους οποίους ο ίδιος είχε υποσχεθεί ότι θα μοιράσει το 10% της Chobani μόλις αυτή πουληθεί ή μπει στο χρηματιστήριο. Ωστόσο και αυτό το όνειρο δεν θα κράταγε για πολύ…
Αίτημα στο χρηματιστήριο
Τώρα η Chobani, η εταιρεία που πουλάει «ελληνικό γιαούρτι» στις ΗΠΑ, υπέβαλε εκ νέου έγγραφα στις ρυθμιστικές αρχές της χώρας. Με αυτά γίνεται σαφές ότι εγκαταλείπει οριστικά το σχέδιο εισαγωγής της στο χρηματιστήριο. Σε ανακοίνωσή της επικαλείται για την απόφαση αυτή τις τρέχουσες συνθήκες στην αγορά: «Το focus μας παραμένει στην κερδοφόρο ανάπτυξη και εξακολουθούμε να έχουμε ενθουσιασμό για το μέλλον της Chobani». Η εταιρεία τροφίμων και ποτών είχε υποβάλει αίτημα για αρχική δημόσια εγγραφή στο Χρηματιστήριο του Nasdaq τον Σεπτέμβριο υπό το σύμβολο «CHO». Ωστόσο, ήταν μια ταραχώδης χρονιά για τη χρηματιστηριακή αγορά, που έφερε έντονη ξηρασία στις IPOs. Συγκεκριμένα, στο β’ τρίμηνο πραγματοποιήθηκαν 41 IPOs στις ΗΠΑ, αριθμός μειωμένος κατά 73% σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της ΕΥ.
Τα τελευταία χρόνια η Chobani επέκτεινε το χαρτοφυλάκιο των προϊόντων της πέρα από το ελληνικό γιαούρτι, προσθέτοντας γάλα βρώμης, κρέμες καφέ και ροφήματα γιαουρτιού. Γιος Κούρδων κτηνοτρόφων, ο Ουλουκάγια έζησε μια νομαδική ζωή στην Ανατολία, έως ότου οι γονείς του τον έστειλαν στη Νέα Υόρκη για να μάθει αγγλικά. Το 1996, όταν ο πατέρας του σχεδίαζε να τον επισκεφτεί, ο 26χρονος τότε φοιτητής έψαξε να βρει όσα συνήθιζαν να τρώνε στο σπίτι τους στην Τουρκία: ψωμί, ελιές και φέτα. Διαπιστώνοντας με έκπληξη ότι η καλύτερη φέτα που μπορούσε να βρει στα αμερικανικά σούπερ μάρκετ ήταν εντελώς άγευστη μπροστά σε εκείνη που έφτιαχνε η οικογένειά του στην Τουρκία, έκανε το πρώτο βήμα για να γίνει δισεκατομμυριούχος.
Τα επόμενα χρόνια προσάρμοσε την οικογενειακή τους συνταγή στις τοπικές πρώτες ύλες και τα γούστα των Αμερικανών καταναλωτών και άρχισε να πουλά τη δική του φέτα, την οποία ονόμαζε «Euphrates». Εφτιαξε ένα μικρό εργοστάσιο στο οποίο έκανε μόνος του μέχρι και τις διανομές, ενώ ακόμη και κάποιες φορές εξουθενωμένος από την πολλή δουλειά κοιμόταν μέσα στο σαράβαλο φορτηγάκι του.
Η ευκαιρία της ζωής του, όμως, ήρθε μέσω του ταχυδρομείου, όταν ένα τοπικό μεσιτικό γραφείο τού έστειλε ένα φυλλάδιο διαφημίζοντας κάποιο εργοστάσιο που πωλούνταν. Το αγόρασε με δανεικά έχοντας πάντα στο μυαλό του το ελληνικό γιαούρτι που πουλούσε στα αμερικανικά ντελικατέσεν η ΦΑΓΕ.
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
