ΗΠΑ: Το Ιράν δεν μπορεί να εντοπίσει τις θαλάσσιες νάρκες στα Στενά του Ορμούζ – Εμπόδιο στις συνομιλίες
Ένας άνδρας περπατά κατά μήκος της ακτής, ενώ πετρελαιοφόρα και φορτηγά πλοία σχηματίζουν ουρά στα Στενά του Ορμούζ. Φωτογραφία: Altaf Qadri/AP
Το Ιράν φέρεται να αδυνατεί να εντοπίσει τις θαλάσσιες νάρκες που το ίδιο τοποθέτησε στα Στενά του Ορμούζ, ενώ δεν διαθέτει και την επιχειρησιακή δυνατότητα να τις απομακρύνει, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους που επικαλείται η New York Times.
Όπως αναφέρεται, η Τεχεράνη φέρεται να τοποθέτησε εκρηκτικούς μηχανισμούς με ανοργάνωτο τρόπο, χωρίς να έχει καταγράψει με ακρίβεια τις θέσεις τους.
Παράλληλα, ορισμένες νάρκες ενδέχεται να έχουν μετακινηθεί από τη θέση τους, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολο τον εντοπισμό τους.
Η παρουσία ναρκών, σε συνδυασμό με την απειλή επιθέσεων από drones και πυραύλους, έχει οδηγήσει σε σχεδόν πλήρη παύση της ναυσιπλοΐας στα Στενά, τα οποία αποτελούν κομβικό πέρασμα για περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου.
Μόνο περιορισμένος αριθμός πλοίων έχει διέλθει, κυρίως από χώρες που θεωρούνται φιλικές προς το Ιράν και κατόπιν καταβολής τελών.
Η επαναλειτουργία των Στενών αποτελεί βασικό αίτημα των ΗΠΑ στο πλαίσιο των συνομιλιών με το Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου.
Οι διαπραγματεύσεις, που βρίσκονται σε εξέλιξη στο Ισλαμαμπάντ, ενδέχεται να σκοντάψουν στο συγκεκριμένο ζήτημα, καθώς η Ουάσινγκτον ζητά άμεσο και πλήρες άνοιγμα της θαλάσσιας οδού.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ούτε το Ιράν ούτε οι ΗΠΑ διαθέτουν τη δυνατότητα να αποναρκοθετήσουν γρήγορα την περιοχή, ιδιαίτερα μετά τις ζημιές που έχει υποστεί το ιρανικό ναυτικό.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί είχε δηλώσει ότι τα Στενά θα ανοίξουν «λαμβάνοντας υπόψη τεχνικούς περιορισμούς», κάτι που οι ΗΠΑ εκτιμούν ότι σχετίζεται με τις δυσκολίες απομάκρυνσης των ναρκών.
Το κλείσιμο των Στενών έχει προκαλέσει εκτόξευση των τιμών ενέργειας, οδηγώντας στη μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση των τελευταίων δεκαετιών.
Οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι οι επιπτώσεις στον πληθωρισμό και στο κόστος βασικών αγαθών δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί πλήρως, ενώ αναμένεται αύξηση της παγκόσμιας φτώχειας.
