Σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, μέσα στη νύχτα, μια γυναίκα κοιμάται και ονειρεύεται. Κάποια στιγμή, τα μάτια της κάτω από τα βλέφαρα κινούνται γρήγορα δεξιά–αριστερά, δεξιά–αριστερά. Το σήμα αυτό δείχνει ότι γνωρίζει πως ονειρεύεται.

Πρόκειται για μια διαυγή ονειροπόλο (lucid dreamer) — έναν άνθρωπο που μπορεί να αναγνωρίσει ότι βρίσκεται σε όνειρο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επηρεάσει το περιεχόμενό του.

Οι διαυγείς ονειροπόλοι αποτελούν για τους επιστήμονες ένα πολύτιμο παράθυρο προς τον μυστηριώδη κόσμο των ονείρων. Σε μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Neuroscience of Consciousness, ερευνητές ζήτησαν από συμμετέχοντες —διαυγείς και μη— να ονειρευτούν την επίλυση ενός γρίφου που δεν είχαν καταφέρει να λύσουν πριν κοιμηθούν.

Παρότι η μελέτη ήταν μικρής κλίμακας, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι ονειρεύτηκαν τον γρίφο είχαν περισσότερες πιθανότητες να τον λύσουν το επόμενο πρωί. Ένα απρόσμενο εύρημα ήταν ότι οι «κανονικοί» ονειροπόλοι τα κατάφεραν καλύτερα από τους διαυγείς, αναφέρει το The Time.

Για πολλά χρόνια τα όνειρα θεωρούνταν σχεδόν αδύνατο να μελετηθούν επιστημονικά. Όπως εξηγεί ο Ρόμπερτ Στίκγκολντ, καθηγητής στο MIT που ερευνά τη σχέση ονείρων και μνήμης, οι επιστήμονες βασίζονταν κυρίως στις αφηγήσεις των ανθρώπων όταν ξυπνούσαν. Αυτές όμως δεν αποτελούν πάντα αξιόπιστη πηγή: οι ερευνητές πρέπει απλώς να πιστέψουν ότι κάποιος πράγματι ονειρεύτηκε και ότι θυμάται σωστά τι συνέβη στο όνειρο.

Παρόλα αυτά, οι επιστήμονες έχουν βρει δημιουργικούς τρόπους για να εξετάσουν πώς ο ύπνος επηρεάζει τη σκέψη και τη συμπεριφορά μας. Σε ορισμένα πειράματα, για παράδειγμα, παίζουν ήχους ή δίνουν άλλα ερεθίσματα κατά τη διάρκεια διαφορετικών φάσεων του ύπνου, ώστε να δουν αν αυτά επηρεάζουν τις ικανότητες των ανθρώπων όταν ξυπνήσουν.

Μια πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι όταν δίνονται υπενθυμίσεις σε ανθρώπους κατά τη διάρκεια της φάσης REM —το σημείο που βλέπουμε τα περισσότερα όνειρα— για κάτι που είχαν μάθει πριν κοιμηθούν, η απόδοσή τους βελτιώνεται αργότερα.

Τα τελευταία χρόνια οι ερευνητές έχουν επίσης καταφέρει να επικοινωνούν με ανθρώπους την ώρα που βρίσκονται σε διαυγές όνειρο. Το 2021, οι επιστήμονες Κεν Πάλερ και Κάρεν Κονκόλι από το Πανεπιστήμιο Northwestern ανακοίνωσαν ότι πέτυχαν αμφίδρομη επικοινωνία με διαυγείς ονειροπόλους. Οι ερευνητές έδιναν σήματα αγγίζοντας τα χέρια των συμμετεχόντων με συγκεκριμένο μοτίβο, ενώ οι ονειροπόλοι απαντούσαν με κινήσεις των ματιών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, τους δόθηκαν απλές μαθηματικές ερωτήσεις τις οποίες προσπάθησαν να λύσουν μέσα στο όνειρό τους.

Η έρευνα αυτή άνοιξε τον δρόμο για το ενδεχόμενο να μπορούμε κάποτε να ρωτάμε τους ανθρώπους σε πραγματικό χρόνο τι ακριβώς ονειρεύονται.

Παρά τα παραπάνω, παραμένει ασαφές αν τα όνειρα έχουν πρακτικό όφελος πρακτικό— για παράδειγμα αν μπορούν να μας βοηθήσουν να επεξεργαστούμε προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην καθημερινή ζωή. Πολλοί άνθρωποι έχουν την αίσθηση ότι αυτό συμβαίνει, αλλά η επιστημονική απόδειξη είναι δύσκολη.

Στη νέα μελέτη, οι ερευνητές θέλησαν να εξετάσουν αν το να ονειρευτεί κανείς συνειδητά ένα πρόβλημα μπορεί να τον βοηθήσει να το λύσει. Είκοσι συμμετέχοντες κλήθηκαν να δουλέψουν πάνω σε μια σειρά λογικών γρίφων. Κάθε γρίφος συνοδευόταν από μια ξεχωριστή ηχητική μουσική. Όταν οι συμμετέχοντες κοιμήθηκαν στο εργαστήριο, οι ερευνητές έπαιξαν κατά τη διάρκεια της φάσης REM το ηχητικό κομμάτι ενός γρίφου που δεν είχαν καταφέρει να λύσουν. Αυτό λειτουργούσε ως υπενθύμιση ότι έπρεπε να προσπαθήσουν να τον λύσουν μέσα στο όνειρό τους.

Το επόμενο πρωί οι συμμετέχοντες αφηγήθηκαν τα όνειρά τους και προσπάθησαν ξανά να λύσουν τους γρίφους. Τα αποτελέσματα δεν ήταν εύκολο να ερμηνευτούν, καθώς κάποιοι ονειρεύτηκαν τους γρίφους ενώ άλλοι όχι, και μερικοί βρέθηκαν σε διαυγές όνειρο, ενώ άλλοι όχι. Ωστόσο, ένα συμπέρασμα βγήκε: όσοι ονειρεύτηκαν τους γρίφους είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να βρουν τη λύση την επόμενη μέρα.

Το παράδοξο όμως ήταν, ότι οι διαυγείς ονειροπόλοι δεν τα πήγαν καλύτερα. Αντίθετα, η επίδοση ήταν χαμηλότερη όταν το πρόβλημα εμφανιζόταν σε διαυγές όνειρο, δηλαδή σε όνειρο στο οποίο ήταν ο ονειρευόμενος με επίγνωση.

Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι όταν είμαστε ξύπνιοι συχνά «κολλάμε» σε λάθος τρόπους σκέψης. Κατά τη διάρκεια του ύπνου όμως ο εγκέφαλος μπορεί να εγκαταλείψει αυτές τις λανθασμένες στρατηγικές και να βρει νέες λύσεις. Αν προσπαθούμε συνειδητά να λύσουμε το πρόβλημα μέσα στο όνειρο, ίσως παρεμβαίνουμε σε αυτή τη διαδικασία.

Μια άλλη θεωρία είναι ότι τα διαυγή όνειρα μοιάζουν πολύ με την κατάσταση εγρήγορσης. Το ασυνείδητο, αντίθετα, λειτουργεί πιο ελεύθερα: μπορεί να επεξεργάζεται ταυτόχρονα πολλές ιδέες και συσχετισμούς, κάτι που ίσως ενισχύει τη δημιουργικότητα.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι ο στόχος αυτών των μελετών δεν είναι —τουλάχιστον προς το παρόν— να «χειραγωγήσουμε» τα όνειρα για πρακτικούς σκοπούς. Πρώτα πρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τι ρόλο παίζουν στον εγκέφαλο.

Ωστόσο τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι τα όνειρα ίσως επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε όταν ξυπνάμε. Και ίσως, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μας βοηθούν να βρούμε λύσεις σε προβλήματα που μας απασχολούν — ακόμη κι αν αυτό συμβαίνει χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.