Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαίιν Νετανιάχου φαίνεται πώς είναι ο μεγάλος χαμένος μιας σύγκρουσης χωρίς νικητές, μετά τη σύναψη μιας εύθραυστης εκεχειρίας με το Ιράν.
ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ ΜΕ ΑΙ Η εύθραυστη εκεχειρία με το Ιράν αφήνει τον Νετανιάχου ως τον μεγάλο χαμένο, καθώς η αντιπολίτευση τον καταγγέλλει για άνευ προηγουμένου πολιτική και στρατηγική αποτυχία, με τον πόλεμο να παρατείνεται χωρίς σαφή κέρδη. Οι βασικοί στόχοι του Ισραήλ, όπως η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν ή η πλήρης εξουδετέρωση του πυρηνικού του προγράμματος, δεν επιτεύχθηκαν. Το Ιράν, παρά τις απώλειες, διατηρεί σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες και ενισχυμένους τους Φρουρούς της Επανάστασης. Η επιμονή του Ισραήλ στις επιχειρήσεις στον νότιο Λίβανο δημιουργεί νέους κινδύνους αντιπαράθεσης με τη Χεζμπολάχ. Ταυτόχρονα, το διπλωματικό κόστος είναι βαρύ, με υποχώρηση της στήριξης των ΗΠΑ και διεθνή απομόνωση λόγω των εξελίξεων στη Γάζα. Ο Νετανιάχου εισέρχεται σε δύσκολη προεκλογική περίοδο, καθώς οι υποσχέσεις του για «ολοκληρωτική νίκη» αποδεικνύονται κενές. Το πολιτικό του μέλλον τίθεται ανοιχτά υπό αμφισβήτηση, δεδομένης της αδυναμίας του να διαχειριστεί τις μη αναμενόμενες συνέπειες.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπενιαμίν Νετανιάχου / Φωτογραφία: Nathan Howard/Pool Photo via AP
Μετά από χρόνια έντονης ρητορικής του Νετανιάχου κατά της Τεχεράνης, διπλωματικών πιέσεων προς την Ουάσιγκτον και επαναλαμβανόμενων προειδοποιήσεων για τον ιρανικό πυρηνικό κίνδυνο, η σύγκρουση κατέληξε χωρίς τα αποτελέσματα που είχε υποσχεθεί η ισραηλινή ηγεσία, σημειώνει ο Guardian.
Αντί για μια σύντομη επιχείρηση, όπως είχε εκτιμηθεί αρχικά, ο πόλεμος με το Ιράν παρατάθηκε και προσωρινά τουλάχιστον παύθηκε χωρίς σαφή στρατηγικά κέρδη.
Η αντίδραση στο εσωτερικό του Ισραήλ υπήρξε άμεση και ιδιαίτερα αιχμηρή. Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, Γιαΐρ Λαπίντ, χαρακτήρισε τις εξελίξεις άνευ προηγουμένου: «Δεν υπήρξε ποτέ τέτοια πολιτική καταστροφή στην ιστορία μας. Το Ισραήλ δεν ήταν καν κοντά στο τραπέζι όταν λαμβάνονταν αποφάσεις για τον πυρήνα της εθνικής μας ασφάλειας».
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι, παρά την επιχειρησιακή επάρκεια του στρατού και την αντοχή της κοινωνίας, «ο Νετανιάχου απέτυχε πολιτικά και στρατηγικά», προειδοποιώντας ότι «θα χρειαστούν χρόνια για να αποκατασταθεί η ζημιά».
Στο ίδιο μήκος
κύματος, ο επικεφαλής των Δημοκρατικών, Γιαΐρ Γκολάν, μίλησε για «στρατηγική
αποτυχία» του Ισραηλινού πρωθυπουργού, τονίζοντας: «υποσχέθηκε μια ιστορική
νίκη και ασφάλεια για γενιές, αλλά στην πράξη πήραμε μία από τις πιο σοβαρές
στρατηγικές αποτυχίες που γνώρισε ποτέ το Ισραήλ».
Η κριτική
επικεντρώνεται κυρίως στο γεγονός ότι οι βασικοί στόχοι του πολέμου δεν
επιτεύχθηκαν. Το Ισραήλ δεν κατάφερε να προκαλέσει αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν,
ούτε να εξουδετερώσει πλήρως το πυρηνικό του πρόγραμμα ή να αποδυναμώσει
καθοριστικά τη στρατιωτική του ισχύ.
Παρά τις πιέσεις του Νετανιάχου προς τον Αμερικανό πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ, να συνεχιστεί η σύγκρουση, η Ουάσιγκτον προχώρησε τελικά σε εκεχειρία, αφήνοντας σύμφωνα με επικριτές το Ισραήλ στο περιθώριο των κρίσιμων αποφάσεων.
Το αποτέλεσμα
ήταν μια συμφωνία που θυμίζει περισσότερο παλαιότερα διπλωματικά πλαίσια, όπως
εκείνα της εποχής του Μπαράκ Ομπάμα, στα οποία ο Νετανιάχου είχε αντιταχθεί σθεναρά.
Σε στρατιωτικό επίπεδο, το Ιράν εξήλθε της σύγκρουσης τραυματισμένο αλλά όχι ηττημένο. Παρά τις σημαντικές απώλειες, το καθεστώς διατηρεί κρίσιμες στρατιωτικές δυνατότητες και φαίνεται αποφασισμένο να επανεξοπλιστεί.
Ιδιαίτερα οι
Φρουροί της Επανάστασης εμφανίζονται ενισχυμένοι, έχοντας πετύχει τον βασικό
τους στόχο: την επιβίωση απέναντι σε μια συντονισμένη επίθεση από δύο μεγάλες
στρατιωτικές δυνάμεις.
Η πραγματικότητα
αυτή εντείνει τις ανησυχίες για μελλοντική κλιμάκωση, καθώς η Τεχεράνη
ενδέχεται να αναζητήσει ευκαιρίες για αντίποινα.
Παράλληλα, η
επιμονή του Ισραήλ στις επιχειρήσεις στον νότιο Λίβανο δημιουργεί νέους
κινδύνους. Η προοπτική δημιουργίας «ζώνης ασφαλείας» φέρνει τις ισραηλινές
δυνάμεις σε άμεση αντιπαράθεση με τη Χεζμπολάχ, μια οργάνωση με μεγάλη εμπειρία
σε ανταρτοπόλεμο στο συγκεκριμένο έδαφος.
Οι μαζικές
αεροπορικές επιδρομές στον Λίβανο, με βαρύ απολογισμό θυμάτων, εκλαμβάνονται
από ορισμένους ως μια κίνηση επίδειξης ισχύος μετά την αποτυχία στο ιρανικό
μέτωπο.
Το διπλωματικό κόστος για το Ισραήλ ενδέχεται να αποδειχθεί εξίσου βαρύ. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η παραδοσιακή διακομματική στήριξη προς το Ισραήλ δείχνει να υποχωρεί, με αντιδράσεις τόσο από προοδευτικούς όσο και από κύκλους της δεξιάς.
Η εμπλοκή του
Ισραήλ στην ώθηση προς τον πόλεμο με το Ιράν έχει δεχθεί έντονη κριτική, ενώ η
συνολική εικόνα της χώρας έχει επιβαρυνθεί περαιτέρω από τις εξελίξεις στη
Γάζα.
Σε εσωτερικό μέτωπο
ο Νετανιάχου εισέρχεται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο, ιδίως ενόψει εκλογών.
Οι υποσχέσεις για «ολοκληρωτική νίκη» και εξάλειψη των απειλών αποδεικνύονται,
σύμφωνα με επικριτές, κενές περιεχομένου.
Όπως σημειώνουν
αναλυτές, πολλές από τις αδυναμίες της ισραηλινής ηγεσίας ήρθαν στο φως: τάση
για ριψοκίνδυνα στοιχήματα, επιφανειακός σχεδιασμός και αγνόηση των ειδικών.
Σε αυτό το
πλαίσιο, τίθεται πλέον ανοιχτά το ερώτημα για το πολιτικό μέλλον του Ισραηλινού
πρωθυπουργού και τη δυνατότητά του να διαχειριστεί τις συνέπειες μιας
σύγκρουσης που δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.
Η σύγκρουση με το
Ιράν ίσως αποτελούσε μια μοναδική ευκαιρία για το Ισραήλ να επιτύχει
στρατηγικούς στόχους με την πλήρη στήριξη των ΗΠΑ. Ωστόσο, η ευκαιρία αυτή
φαίνεται να χάθηκε.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές, αυτή είναι η τέταρτη φορά που οι υποσχέσεις για πλήρη νίκη αποδεικνύονται κενές. Με την εκεχειρία να παραμένει εύθραυστη και τις εντάσεις να συνεχίζονται, το ερώτημα που αναδύεται είναι σαφές: ποιο είναι το επόμενο βήμα για τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου και το Ισραήλ;
