Έναν μήνα μετά την έναρξη των αμερικανοισραηλινών επιθέσεων στο Ιράν, η εικόνα που διαμορφώνεται γύρω από την πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι ενιαία, αλλά κατακερματισμένη σε τρεις διαφορετικές πραγματικότητες, τονίζει σε άρθρο του ο ιστότοπος Axios. Ads Μία στρατιωτική εκστρατεία που, σε μεγάλο βαθμό, αποδίδει, μία στρατηγική που παραμένει ασαφής και ένα πολιτικοοικονομικό κόστος που διογκώνεται καθημερινά, όπως τονίζει.
Η αμερικανική κυβέρνηση παρουσιάζει την επιχείρηση Epic Fury ως μια σαρωτική επιτυχία. Ωστόσο, η εξέλιξη του πολέμου – με μεταβαλλόμενους στόχους και αυξανόμενα βάρη – ενισχύει τα σενάρια ενός παρατεταμένου αδιεξόδου.
Σε καθαρά στρατιωτικό επίπεδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ φαίνεται να κυριαρχούν, όπως υπογραμμίζεται, καθώς μέσα στις πρώτες 29 ημέρες της επιχείρησης, καταγράφηκαν περισσότερα από 11.000 πλήγματα, ισάριθμες πολεμικές αποστολές και καταστροφή ή σοβαρή ζημιά σε πάνω από 150 ιρανικά πλοία, σύμφωνα με το Πεντάγωνο. Ads Η αρχική φάση του πολέμου αποδυνάμωσε δραστικά την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία του Ιράν και προκάλεσε σημαντικά πλήγματα στο βαλλιστικό του πρόγραμμα.
Ωστόσο, η συνέχιση των επιχειρήσεων έχει βαρύ τίμημα, γράφει το Axios, καθώς τουλάχιστον 13 Αμερικανοί στρατιώτες έχουν χάσει τη ζωή τους, εκατοντάδες έχουν τραυματιστεί, ενώ οι απώλειες σε εξοπλισμό ανέρχονται σε δισεκατομμύρια δολάρια.
Το ημερήσιο κόστος της εκστρατείας εκτιμάται περίπου στο 1 δισ. δολάρια. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ έχουν εξαντλήσει πάνω από 850 πυραύλους Tomahawk μέσα σε μόλις τέσσερις εβδομάδες, σε μια περίοδο όπου τα αποθέματα ήδη υπολείπονταν των στρατιωτικών απαιτήσεων.
Το Πεντάγωνο διαβεβαιώνει ότι διαθέτει τα απαραίτητα μέσα για κάθε αποστολή, όμως ζητά επιπλέον χρηματοδότηση ύψους περίπου 200 δισ. δολαρίων – κυρίως για την αναπλήρωση οπλικών συστημάτων. Η έγκριση αυτού του ποσού δεν θεωρείται δεδομένη, δεδομένων των πολιτικών ισορροπιών στο Κογκρέσο.
Δείτε: Live blog – Μέση Ανατολή / «Ο πρόεδρος του Ιράν ζήτησε εκεχειρία» λέει ο Τραμπ – Διαψεύδει κατηγορηματικά η Τεχεράνη
Το Ιράν συνεχίζει να πλήττει στόχους στην περιοχή
Μόλις μία ημέρα μετά τη δήλωση του υπουργού Άμυνας ότι οι ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες έχουν «εξουδετερωθεί», πυραυλική επίθεση έπληξε αμερικανική βάση στη Σαουδική Αραβία, τραυματίζοντας 29 στρατιώτες και προκαλώντας ζημιές σε αεροσκάφη ανεφοδιασμού και επιτήρησης.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, αρκετές από τις 13 αμερικανικές βάσεις στην περιοχή έχουν καταστεί σχεδόν μη λειτουργικές λόγω των επιθέσεων.
Σε στρατηγικό επίπεδο, η εικόνα είναι ακόμη πιο σύνθετη.
Η εξόντωση κορυφαίων στελεχών του ιρανικού καθεστώτος – συμπεριλαμβανομένου του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ – δεν οδήγησε σε αποσταθεροποίηση του καθεστώτος ούτε σε μεταβολή της στάσης του απέναντι στις ΗΠΑ.
Ο βασικός στόχος του πολέμου, η εξάλειψη της πυρηνικής απειλής, παραμένει ανοιχτός, με τον Τραμπ να εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο χερσαίας επιχείρησης για την κατάληψη αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου.
Ταυτόχρονα, ο έλεγχος του Ιράν στα Στενά του Ορμούζ έχει εξελιχθεί σε μια από τις πιο σοβαρές παράπλευρες συνέπειες της σύγκρουσης, προκαλώντας ισχυρούς κραδασμούς στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, πιέσεις στις σχέσεις με συμμάχους και τον κίνδυνο μιας ευρύτερης, μακροχρόνιας κρίσης.
Από την πλευρά του Λευκού Οίκου, αξιωματούχοι απορρίπτουν τις επικρίσεις, υποστηρίζοντας ότι οι στόχοι της επιχείρησης – η εξουδετέρωση των βαλλιστικών δυνατοτήτων του Ιράν, η καταστροφή του ναυτικού του, η διάλυση των φιλοϊρανικών οργανώσεων και η αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων – επιτυγχάνονται ή ακόμη και υπερκαλύπτονται.
Όπως τονίζεται, το ιρανικό ναυτικό έχει καταστεί επιχειρησιακά ανενεργό, οι επιθέσεις με drones έχουν μειωθεί κατά 90%, ενώ τα δύο τρίτα των παραγωγικών εγκαταστάσεων έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ το πολιτικό κόστος γίνεται ολοένα και πιο εμφανές
Για πρώτη φορά στη δεύτερη θητεία του, η δημοτικότητα του Τραμπ υποχωρεί κάτω από το 40%, ενώ η αύξηση της τιμής των καυσίμων επιβαρύνει την οικονομική του εικόνα.
Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, πάνω από το 60% των Αμερικανών αποδοκιμάζει τη διαχείριση του πολέμου, καθιστώντας τον τη λιγότερο δημοφιλή μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας.
Η φθορά καταγράφεται ακόμη και στο εκλογικό του ακροατήριο, με την υποστήριξη μεταξύ των ψηφοφόρων του 2024 να μειώνεται αισθητά.
Η κυβέρνηση αναγνωρίζει τις βραχυπρόθεσμες οικονομικές πιέσεις, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν σχέδια για τον μετριασμό τους μέσω πολιτικών για την κατοικία, τα φάρμακα και τη φορολογία.
Ο ίδιος ο Τραμπ, απαντώντας σε ερωτήσεις για την άνοδο των τιμών της βενζίνης, εμφανίστηκε αισιόδοξος, δηλώνοντας ότι «μόλις αποχωρήσουμε από το Ιράν – και αυτό θα γίνει πολύ σύντομα – οι τιμές θα ‘καταρρεύσουν’».
