«Μόλις έφτασα έξω από το Στάδιο χαλάει ο κόσμος. Ζήτω η Ελλάς! Μπαίνω μέσα. Πέφτει επάνω μου ο Διάδοχος και με αγκαλιάζει. Σύρε και κόψε τη κλωστή μου λέει. Μωρέ τι κλωστή; Σκοινί να βάλετε να το κόψω! Ε ρε, νιάτα!… Κόβω που λες την κλωστή. Φέρνω και μια βόλτα τον γύρο του Σταδίου για ασικλίκι! Τ’ άλλα τα ξέρετε…». Είναι λόγια του Σπύρου Λούη, στον νεαρό ρεπόρτερ και μετέπειτα διαπρεπή δημοσιογράφο και συγγραφέα Δημήτρη Ψαθά, στα «Αθηναϊκά Νέα», με τα οποία περιέγραψε την ατμόσφαιρα στο Καλλιμάρμαρο και τα δικά του συναισθήματα, όταν εισερχόταν πρώτος και θριαμβευτής στον μαραθώνιο δρόμο των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, 40 χρόνια μετά τη νίκη του.
H είσοδος του Σπύρου Λούη στο Καλλιμάρμαρο
Και όπως αυτή η διοργάνωση θα μείνει στην Ιστορία ως η πρώτη της αναβίωσης των Αγώνων, στη χώρα που τους «γέννησε» -έπειτα από 1.503 χρόνια απουσίας-, έτσι και ο μύθος του Σπύρου Λούη πέρασε στην αιωνιότητα. Καθώς αναδείχθηκε νικητής στο πιο καινούριο -για πρώτη φορά διεξήχθη τότε- επίπονο, αλλά και συμβολικό της Ιστορίας των Ελλήνων αγώνισμα. Ετρεξε τότε 40 χιλιόμετρα στα βήματα του ηρωικού Φειδιππίδη και του νικηφόρου αγγέλματος «Νενικήκαμεν», που μετέφερε στους Αθηναίους για τη Μάχη στον Μαραθώνα απέναντι στους Πέρσες και αμέσως μετά εξέπνευσε.
Σημειώνεται ότι η απόσταση των 42.195 μέτρων του Μαραθωνίου καθιερώθηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου του 1908 όχι επειδή αντιστοιχούσε στην πραγματική διαδρομή του Φειδιππίδη, αλλά προκειμένου οι αθλητές να τερματίσουν μπροστά στο βασιλικό θεωρείο στο στάδιο των αγώνων.
H πέμπτη ημέρα
Οταν ο Λούης έκοβε το νήμα, συνοδεία περίπου του διαδόχου Κωνσταντίνου και του πρίγκιπα Γεωργίου, και ενώπιον 100.000 παραληρούντων θεατών, το ημερολόγιο έγραφε Παρασκευή 29 Μαρτίου 1896. Πριν από 130 χρόνια. Ηταν η πέμπτη ημέρα των Αγώνων, αλλά «χρυσή» στη νεότερη Ιστορία του ελληνικού και του παγκόσμιου αθλητισμού, καθώς ο θρύλος του Λούη πέρασε τα σύνορα. Εστω κι αν το μετάλλιό του ήταν ασημένιο, καθώς τα χρυσά μπήκαν στην ιστορία των Αγώνων αργότερα, το 1904. Τον Σπύρο Λούη δεν φαίνεται, πάντως, να τον ένοιαζε ιδιαίτερα ούτε το χρώμα ούτε η υλική αξία του μεταλλίου.
Το ασημένιο κύπελλο του Σπύρου Λούη, νικητή του Μαραθωνίου στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας που σχεδίασε ο Μισέλ Μπρέαλ,
Κλείσιμο
Αλλωστε, μετά τις επευφημίες και τους γύρους θριάμβου, όταν ο καταβεβλημένος αλλά πανευτυχής Λούης οδηγήθηκε στα αποδυτήρια, εμφανίστηκε το βασιλικό ζεύγος μπροστά του. Η βασίλισσα Ολγα τον φίλησε στο μέτωπο και του χάρισε τα κοσμήματά της, ενώ ο βασιλιάς Γεώργιος τον ρώτησε τι δώρο θα ήθελε για τον άθλο του. Κι εκείνος του ζήτησε μια σούστα και ένα γαϊδουράκι για να μεταφέρει το νερό στα σπίτια του Αμαρουσίου. Ηταν και παρέμεινε ένας απλός νερουλάς. Λίγο αργότερα, σε σχέση με το τι ένιωθε εκείνη την ώρα του θριάμβου, ο Λούης εκμυστηρεύτηκε, με την απλότητα που τον διέκρινε: «Τίποτα. Πεινούσα… Υστερα από τόσον δρόμο”.
Η επόμενη ανταμοιβή του ήταν όταν την επομένη, στη γενέτειρά του, το Μαρούσι, στήθηκε ολοήμερο γλέντι. Παρόντες όλοι οι κάτοικοι. Χόρτασε φαγητό και το αγαπημένο του κρασάκι. Ενώ την Κυριακή 31 Μαρτίου παρακάθησε σε επίσημο πρόγευμα που παρέθεσε προς τιμήν του ο βασιλιάς Γεώργιος στα ανάκτορα. Παρουσιάστηκε με στολή Εύζωνα μαζί με τον υπερήλικα πατέρα του.
Η τελευταία, ήταν η απονομή των μεταλλίων στους νικητές, την Τετάρτη, 3 Απριλίου 1896, ημέρα λήξης των Αγώνων. Στη μπροστινή πλευρά του μεταλλίου απεικονίζεται ο Δίας, κρατώντας μια υδρόγειο σφαίρα πάνω στην οποία βρίσκεται η Νίκη. Στα αριστερά αναγράφεται η λέξη «Ολυμπία». Στην πίσω πλευρά απεικονίζεται η Ακρόπολη και η φράση «Διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες Αθήνα 1896».
Ηταν το ένα από τα δέκα που κέρδισαν με ισάριθμες πρωτιές οι Ελληνες αθλητές, μόλις ένα λιγότερο απ’ όσα κατέκτησαν οι Αμερικανοί. Με τον αλυτάρχη Κωνσταντίνο Μάνο στην κεφαλή, ο Λούης οδήγησε τους αθλητές που πήραν μετάλλια σε έναν ακόμα γύρο του θριάμβου στο Στάδιο, ενώ παιζόταν ο Ολυμπιακός Υμνος, σε στίχους Κωστή Παλαμά και μελοποίηση Σπύρου Σαμάρα.

Πριν από 130 χρόνια, ο μαραθωνοδρόμος που «έτρεχε πιο γρήγορα από το άλογο» νίκησε τα μεγάλα φαβορί – Ο μύθος και οι σκιές της αμφισβήτησης – Εζησε λιτά, εργάστηκε σκληρά και πέθανε πάμφτωχος
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Η αναβίωση
Στις 18 Ιουνίου 1894, ο βαρόνος Πιέρ ντε Κουμπερτέν σε συνέδριο που οργάνωσε στο Παρίσι παρουσίασε τα σχέδιά του για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων σε εκπροσώπους αθλητικών επιτροπών από 11 χώρες. Επειτα από διαβουλεύσεις αποφασίστηκε ομόφωνα αυτοί να διεξαχθούν στην Αθήνα. Ο Ελληνας εκπρόσωπος Δημήτρης Βικέλας επισημοποίησε την πρόταση στις 23 Ιουνίου. Οι εκπρόσωποι τον εξέλεξαν πρώτο πρόεδρο της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής.
Στην ιστορική αυτή πρώτη διοργάνωση συμμετείχαν συνολικά 285 αθλητές από 13 χώρες και σε 9 αθλήματα. Η έναρξη των Αγώνων έγινε το απόγευμα της Δευτέρας 25ης Μαρτίου 1896, ανήμερα της επετείου της Εθνικής Παλιγγενεσίας, αλλά και Δευτέρα του Πάσχα ταυτόχρονα για Ορθόδοξους και Καθολικούς, στο Παναθηναϊκό Στάδιο.
Το αγώνισμα του Μαραθωνίου είχε προγραμματιστεί για την πέμπτη ημέρα των Αγώνων, την Παρασκευή 29 Μαρτίου. Μέχρι τότε το αγώνισμα αυτό δεν είχε διεξαχθεί ποτέ. Στην αρχαιότητα, μάλιστα, ο αγώνας δρόμου με τη μεγαλύτερη απόσταση ήταν ο δόλιχος, απόστασης 4.800 μέτρων.
Ο Σπύρος Λούης κάνει τον γύρο του θριάμβου μετά την απονομή για τη νίκη του στον Μαραθώνιο
Η πρόταση για να συμπεριληφθεί ο Μαραθώνιος στο πρόγραμμα των αγώνων της Αθήνας είχε γίνει από τον Γάλλο Μισέλ Μπρεάλ, ο οποίος είχε εμπνευστεί από τον άθλο του Φειδιππίδη. Οι Ελληνες ενθουσιάστηκαν με την πρόταση και μερικοί αθλητές-υποψήφιοι μαραθωνοδρόμοι άρχισαν να προετοιμάζονται για να συμμετάσχουν. Στην ιστορία αυτή ενεπλάκη και ο Λούης.
Το ξεκίνημα της ζωής του
Ο Σπύρος Λούης είχε γεννηθεί στις 12 Ιανουαρίου 1873 στο Μαρούσι. Γονείς του ο Θανάσης και η Καλομοίρα Λούη. Εκεί ζούσε, βοηθώντας τον πατέρα του να μεταφέρει το εξαιρετικής ποιότητας μαρουσιώτικο νερό στις γύρω γειτονιές, μέχρι και την άνυδρη τότε Αθήνα. Ετσι, ενίοτε δύο φορές καθημερινά, κατέβαινε στην Αθήνα για να το πουλήσει. Η απόσταση Μαρούσι – Αθήνα, την οποία διένυε ο Λούης τέσσερις φορές την ημέρα άλλοτε περπατώντας και άλλοτε τρέχοντας δίπλα στο φορτωμένο γαϊδουράκι του, υπερέβαινε εκείνη του Μαραθωνίου. Ετσι, είχε μια τέλεια «προ-μαραθώνια» προπόνηση.
Κατά τη στρατιωτική του θητεία, μεταξύ 1893 και 1895, διακρίθηκε για την ικανότητά του να τρέχει «πιο γρήγορα από άλογο», εντυπωσιάζοντας τους ανωτέρους του. Ενα περιστατικό της εποχής, μάλιστα, τον ήθελε να τρέχει από την Αθήνα στο Μαρούσι και να επιστρέφει για να φέρει το πηλήκιο που είχε ξεχάσει στο σπίτι του, ώστε να μην τιμωρηθεί στην πρωινή αναφορά. Ο διοικητής του, τότε συνταγματάρχης Γιώργος Παπαδιαμαντόπουλος, τον έστελνε να του φέρνει τσιγάρα σε μια απόσταση αρκετών χιλιομέτρων σε χρόνο-ρεκόρ. Απότοκα όλων αυτών, η έκφραση «έγινε Λούης», που λέγεται για κάποιον που εξαφανίζεται τρέχοντας πολύ γρήγορα.
Αυτή η γνωριμία ήταν καθοριστική για την ανάδειξη του Λούη στον Ολυμπιονίκη-θρύλο. Ο Παπαδιαμαντόπουλος ορίστηκε από την ελληνική ομοσπονδία, ως υπεύθυνος για τους προκριματικούς αγώνες μεταξύ των Ελλήνων αθλητών που ήθελαν να πάρουν μέρος στον Μαραθώνιο των Ολυμπιακών Αγώνων. Πιστεύοντας στις εξαιρετικές δυνατότητες του παντελώς αρχάριου αθλητή Λούη, τον παρότρυνε να συμμετάσχει. Αλλά και του ίδιου του Λούη είχε καλοφανεί η ιδέα. Οταν ο συνταγματάρχης Μαυρομιχάλης, που επίσης τον γνώριζε, του έδειξε τα έργα που γίνονταν στο Στάδιο και του είπε ότι την επόμενη χρονιά «θα έρθουν από το εξωτερικό αθληταί και θα τρέξουν μαζί με τους δικούς μας από τον Μαραθώνα έως εδώ», εκείνος του απάντησε ευθέως: «Αμ, τότε θα τρέξω κι εγώ». Εκείνος γέλασε ειρωνικά, αλλά ο Λούης δεν ξέχασε.
Πώς «προκρίθηκε»
Ο πρώτος Πανελλήνιος προκριματικός, που ήταν συγχρόνως και ο πρώτος Μαραθώνιος αγώνας στην ιστορία, διοργανώθηκε στις 10 Μαρτίου 1896. Νικητής ήταν ο Χαρίλαος Βασιλάκος. Διένυσε την απόσταση σε 3 ώρες και 18 λεπτά. Ο Λούης συμμετείχε στους δεύτερους προκριματικούς, που έγιναν στις 25 Μαρτίου. Οπως ανέφερε στον Δημήτρη Ψαθά, «οι Αγώνες άρχιζαν την Κυριακή του Πάσχα και εγώ τη Μεγάλη Πέμπτη δεν είχα ιδέα ότι θα έτρεχα. Εγνώριζα μονάχα ότι ο Παπασυμεών από το Μαρούσι και ο Καλαντζής ή Καρράς από το Χαλάνδρι επροπονούντο στον Μαραθώνιο και θα έτρεχαν δοκιμαστικώς. Η επιτροπή είχε δηλώσει ότι όποιος τρέξει σε τρεις ώρες και πέντε λεπτά, θα είχε το δικαίωμα να μετάσχει στους Ολυμπιακούς. Πολλοί Μαρουσιώτες πήγαμε να παρακολουθήσουμε τη δοκιμή, στην οποία ο Χαλανδριώτης πέρασε τον Μαρουσιώτη. Γυρίζοντας στο χωριό μας περάσαμε μέσα από το Χαλάνδρι και ακούσαμε κοροϊδίες από τους Χαλανδριώτες για το πάθημα του δικού μας.
Δεν μπορούσαμε να το χωνέψουμε και αποφασίσαμε να εκδικηθούμε. Κατεβήκαμε το Μεγάλο Σάββατο στην Αθήνα και δηλώσαμε στην επιτροπή ότι θέλουμε να τρέξουμε. Μας είπαν να κάνουμε μία δοκιμή και αν τρέξουμε κάτω από τρεις ώρες και πέντε λεπτά, θα μας εδέχοντο στους Ολυμπιακούς. Οι συγχωριανοί μας έκαναν έρανο και μας αγόρασαν αθλητικά παπούτσια, 25 δραχμές στοίχιζαν τότε. Τη Δευτέρα του Πάσχα ξεκινήσαμε για τον Μαραθώνα. Πρώτος τερμάτισε ο Λαυρέντης. Εγώ ήλθα πέμπτος γιατί με είχε πιάσει πόνος αλλά ήμουνα στην ώρα μου».
Δεν ήταν όμως, στην ώρα του. Εκπρόθεσμος ήταν. Αλλά με απαίτηση του Παπαδιαμαντόπουλου έγινε κατ’ εξαίρεση δεκτός, μαζί με τον 6ο τερματίσαντα Μουσούρη, με την επίκληση-δικαιολογία ότι αγωνίστηκαν κάτω από δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
Η «ωραία Ελένη»
Ωστόσο, πέρα από τον ανταγωνισμό με τους γειτονικούς Χαλανδριώτες, φαίνεται ότι ο Λούης είχε και ένα άλλο, υπέρτερο κίνητρο για να πάρει μέρος στους Αγώνες. Εναν μεγάλο έρωτα που ένιωθε για την αγαπημένη του Ελένη Κόντου. Η θετή μητέρα της, μια πλούσια Μαρουσιώτισσα, η Ασπασία Τερζοπούλου, δεν ήθελε για γαμπρό της έναν φτωχό νερουλά που με το ζόρι είχε τελειώσει το Δημοτικό. Δεν τον θεωρούσε άξιο της κόρης της. Η συμμετοχή στον Μαραθώνιο, -για τη νίκη ούτε λόγος-, ήταν κάτι που θα τον ανέβαζε στα μάτια της. Δικαιώθηκε πανηγυρικά.
Ο αγώνας
Στον Μαραθώνιο συμμετείχαν οι καλύτεροι από τους ξένους δρομείς που είχαν αναδειχθεί και σε άλλα αγωνίσματα, όπως ο Αμερικανός Αρθουρ Μπλέικ, ο Αυστραλός Εντγουιν Φλακ, ο Γάλλος Αλμπίν Λερμιζιό, καθώς και αρκετοί Ελληνες αθλητές με διακρίσεις στους Πανελλήνιους Αγώνες. Αρχικά δήλωσαν συμμετοχή πολλοί, ωστόσο λόγω καταπόνησης όσων είχαν πάρει μέρος και σε άλλα αγωνίσματα, αρκετοί αποσύρθηκαν. Στη γραμμή της εκκίνησης, στις 2 το μεσημέρι της 29ης Μαρτίου, βρέθηκαν 12 Ελληνες και 5 ξένοι.
«Την παραμονή του αγώνα για τους Ολυμπιακούς πήγαμε στον Μαραθώνα και το βράδυ μας φιλοξένησε ο δήμαρχος. Δεν πίστευα ότι θα κερδίσω γιατί ήμουνα ακόμα πιασμένος. Οταν ήρθε η ώρα, ένας από την Ολυμπιακή Επιτροπή έβγαλε λόγο σε ξένη γλώσσα και ελληνικά και μας είπε πώς εκείνη ήταν η μεγάλη μέρα της Ελλάδος. Δεν καταλάβαινα γιατί ήταν μεγάλη μέρα, το κατάλαβα αργότερα. Εκείνη τη στιγμή σκεπτόμουν πως ο δρόμος ήταν πολύς και με παρηγορούσε ότι είχα το δικαίωμα να σταματήσω αν έβλεπα πως δεν μπορώ να συνεχίσω», περιέγραψε ο Λούης.
Κατά μήκος της διαδρομής, πολλοί κάτοικοι των χωριών της Αττικής περίμεναν και ενθάρρυναν τους αγωνιζομένους, προσφέροντάς τους δροσιστικά ποτά. Μετά το Πικέρμι, πολλοί άρχισαν να καταβάλλονται από την κούραση και αποσύρονταν στις άμαξες που ακολουθούσαν. Ο μύθος, αλλά και μαρτυρίες, θέλουν τον Λούη, περνώντας από ένα πανδοχείο κοντά στο Πικέρμι να ζητάει και να πίνει ένα ποτήρι κρασί. Στο 33ο χιλιόμετρο, πρόλαβε τον Αυστραλό Φλακ, το φαβορί του αγώνα. Ετρεξε συνετά και μέχρι το 37ο χιλιόμετρο πήγαινε δίπλα του. Ο Αυστραλός εγκατέλειψε και ο Λούης ακάθεκτος «πέταξε» προς τη νίκη.
«Στα μισά του δρόμου ήμουν έκτος. Πρώτος ερχόταν ο Γάλλος, δεύτερος ένας Αυστραλός και άλλοι. Από το Πικέρμι και ύστερα άρχισα να τους πιάνω έναν-έναν και στην Αγία Παρασκευή έφθασα τον πρώτον. Από κει και πέρα διατήρησα την πρώτη θέση», ανέφερε ο ίδιος.
Την ίδια ώρα, στο Στάδιο υπήρχε αγωνιώδης προσμονή. Οι πληροφορίες ότι προηγούνταν ο Λερμιζιό είχαν γεμίσει απογοήτευση τους θεατές. Ο Γάλλος δρομέας εγκατέλειψε στο 32ο χιλιόμετρο και μετά τον ακολούθησε και ο Φλακ. Λίγο πριν τις 5 το απόγευμα ακούστηκε ο πολυπόθητος πυροβολισμός, σήμα ότι ο προπορευόμενος μαραθωνοδρόμος είχε φτάσει στη Ριζάρειο Σχολή. Ο κόσμος ενθουσιάστηκε, καθώς ένας έφιππος-αγγελιοφόρος ειδοποίησε ότι προηγείται Ελληνας. Το Στάδιο δονήθηκε από την ιαχή «Ελλην-Ελλην». Συγχρόνως, δε, δόθηκε εντολή και διακόπηκε προσωρινά ένα από τα πιο θεαματικά αγωνίσματα του στίβου, το άλμα επί κοντώ, για να συνεχιστεί αργότερα με νικητή τον Αμερικανό Γουίλιαμ Χόγιτ.
Τελικά, ένας ηλιοκαμένος αθλητής με τον αριθμό 17 στη φανέλα του, ντυμένος στα λευκά και λουσμένος στον ιδρώτα, εισήλθε στο Στάδιο. Ο Σπύρος Λούης. Το πλήθος ξέσπασε σε ουρανομήκεις ζητωκραυγές, ενώ οι μπάντες παιάνιζαν τον Εθνικό Υμνο. Σε ένα από τα δεκάδες δημοσιεύματα της εποχής το κλίμα περιγραφόταν χαρακτηριστικά, ότι ο Λούης στη φαντασία του πλήθους είχε μεταβληθεί σε κήρυκα εθνικής νίκης. Μυθοποιήθηκε. Η νίκη του Λούη «εύρε το Στάδιον, συγκεκινημένον, κατεχόμενον υπ’ αλλοφροσύνης, ανάστατον όλον».
Δεύτερος νικητής αναδείχθηκε ο Χαρίλαος Βασιλάκος, που οι ειδικοί περίμεναν ως νικητή. Ή τον Ιωάννη Λαυρέντη, που μάλιστα κατείχε και το ρεκόρ της διαδρομής. Ο Λούης τερμάτισε σε 2 ώρες 58.50”, ενάμιση χιλιόμετρο μπροστά από τον Βασιλάκο (3.06.03”), με τρίτο τον επίσης Ελληνα Μπελόκα (3.06.30”) και τέταρτο τον Ούγγρο Κέλνερ (3.06.35′). Ηταν ο δεύτερος και τελευταίος αγώνας του Λούη, που δεν ξανάτρεξε ποτέ.
Η αμφισβήτηση
Τον απίστευτο άθλο του Λούη ήρθαν ωστόσο να αμαυρώσουν κάποιες φήμες ότι ουσιαστικά είχε κλέψει τη νίκη διανύοντας ένα μέρος της απόστασης με κάρο. Η αλήθεια είναι ότι πράγματι ο αγώνας έγινε υπό συνθήκες που δυνητικά επέτρεπαν μια απάτη. Δεν υπήρχαν κριτές για να επιτηρούν τους δρομείς σε όλο το μήκος της απόστασης παρά μόνο σε κάποια σημεία. Ούτε θεατές εξάλλου, υπήρχαν παντού. Στο βιβλίο του ο Ντόναλντ ΜακΦέιλ ισχυρίζεται ότι ο Βασιλάκος εξεπλάγη με τη νίκη του Λούη, καθώς δεν τον είδε ποτέ να τον προσπερνάει κατά τη διαδρομή.
Κάποιες ευρωπαϊκές εφημερίδες άφησαν υπόνοιες για την νίκη του Λούη, επικαλούμενες κυρίως τη σχεδόν ανύπαρκτη εμπειρία του, έχοντας μόνο μια κούρσα «στα πόδια του» και τη μέτρια επίδοση που είχε σημειώσει σε αυτήν. Ωστόσο ουδείς, ούτε ο Βασιλάκος, κατέθεσε επίσημη ένσταση, αντιθέτως, η επιτροπή του αγώνα έκανε δεκτή ένσταση του Ούγγρου Κέλνερ, σύμφωνα με την οποία ο 3ος νικητής Μπελόκας ανέβηκε σε κάρο κατά τη διαδρομή.
Η μετέπειτα ζωή του
Ο θρίαμβος του Λούη στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες πέρα από ένα μετάλλιο, ένα κλαδί ελιάς, μια σούστα και ένα γαϊδουράκι, του χάρισε την αθανασία, αλλά και την επί της γης απόλυτη ευτυχία, καθώς κατάφερε να παντρευτεί την αγαπημένη του Ελένη, με την οποία μπορεί να έζησαν φτωχικά, αλλά ήταν πάντα χαρούμενοι και αγαπημένοι. Απέκτησαν τρεις γιους, τον Παναγιώτη, τον Γιώργο και τον Νίκο. Από τους δύο απέκτησαν και τρία εγγόνια. Από τον Γιώργο Λούη, τον Σπύρο και τον Νίκο, ενώ από τον Νίκο Λούη την Ελένη.
Ο Ολυμπιονίκης παρέμεινε στο Μαρούσι με την οικογένειά του. Η φήμη του, όμως, εξαπλώθηκε στα πέρατα του κόσμου, ενώ η δόξα του γιγαντώθηκε στην Ελλάδα. Παντού όπου πήγαινε, όλοι τον υποδέχονταν με αγάπη και εκδηλώσεις τιμής. Πόλεις και χωριά τον καλούσαν για να τον θαυμάσουν και να τον τιμήσουν, ενώ χιλιάδες φωτογραφίες του τσολιά ταξίδεψαν ως καρτ ποστάλ σε όλο τον κόσμο.
Αλλά ο ίδιος δούλεψε πολύ σκληρά για τα προς το ζην. Πρώτα ως αγρότης, μετά κηπουρός, κατά τη δεκαετία του 1920 ως φύλακας στον σιδηροδρομικό σταθμό Μαρκοπούλου του Λαυρεωτικού Σιδηροδρόμου και έπειτα ως τοπικός αστυνομικός.
Μοναδική μελανή σελίδα στάθηκε μια περίεργη υπόθεση στην οποία βρέθηκε μπλεγμένος το 1926, όταν κατηγορήθηκε για πλαστογράφηση στρατιωτικών εγγράφων. Παρέμεινε προφυλακισμένος για πάνω από έναν χρόνο. Η υπόθεσή του προκάλεσε σάλο. Μέχρι που τελικά αθωώθηκε και επέστρεψε στην αφανή ζωή του. Είχε κατηγορηθεί αδίκως. Η κοινή γνώμη συνέχισε να τον θεωρεί θρύλο και να τον αποθεώνει. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο χαλύβδινος Λούης μαράζωσε βλέποντας τη σύζυγό του Ελένη να υποφέρει βαριά άρρωστη και κατάκοιτη. Το πρωί της Τρίτης 26 Μαρτίου 1940 ξύπνησε με πονοκεφάλους και υπνηλία. Υπέστη ανακοπή καρδιάς και έφυγε από τη ζωή.
Η Ελληνική Πολιτεία τον αντάμειψε ηθικά μετά θάνατον. Θα ήταν αδύνατον, στο ΟΑΚΑ, το Ολυμπιακό Αθλητικό Κέντρο Αθηνών στο Μαρούσι, που εγκαινιάστηκε επίσημα τον Σεπτέμβριο του 1982 και το οποίο αποτέλεσε και το επίκεντρο της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, να δοθεί άλλο όνομα εκτός του θρυλικού Ολυμπιονίκη. Το ίδιο και η λεωφόρος που διασχίζει τη μια πλευρά του. Βέβαια, μόλις το 1991 και με πρωτοβουλία του Εξωραϊστικού Πολιτιστικού Συλλόγου Αμαρουσίου και όχι της Πολιτείας στήθηκε στο ΟΑΚΑ ο ανδριάντας του ένδοξου Ολυμπιονίκη. Στο Μόναχο φέρει το όνομά του η λεωφόρος Spiridon-Louis-Ring στο αντίστοιχο Ολυμπιακό Πάρκο.
Ο Μαραθώνιος του Λούη παρουσιάστηκε στην κινηματογραφική ταινία «Συνέβη στην Αθήνα» (It Happened in Athens), του 1962, με πρωταγωνίστρια την Τζέιν Μάνσφιλντ, σε σκηνοθεσία του Αντριου Μάρτον και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Η Μάνσφιλντ υπόσχεται να παντρευτεί τον νικητή του Μαραθώνιου, πιστεύοντας ότι θα είναι ο φίλος της, αλλά ένας νέος (βοσκός στην ταινία και όχι νερουλάς) από το Μαρούσι, ο Σπύρος, τον οποίο υποδύεται ο Τραξ Κόλτον, κάνει τη μεγάλη έκπληξη.
Πέρα από όλα αυτά, ο θρύλος του Σπύρου Λούη παρέμεινε αναλλοίωτος και η εικόνα του Εύζωνα με το μετάλλιο στο στέρνο σφράγισε τα αθλητικά και κοινωνικά ήθη του τόπου μας για πολλές δεκαετίες. Το Ασημένιο Κύπελλο που του είχε απονεμηθεί για τη νίκη του, έμπνευσης του Μισέλ Μπρεάλ, αποκτήθηκε αντί 664.842 ευρώ από το Ιδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», σε δημοπρασία του οίκου Christie’s στο Λονδίνο, στις 18 Απριλίου 2012. Το Κύπελλο έκτοτε, αφού αρχικά φιλοξενήθηκε στο Μουσείο Ακρόπολης, εκτίθεται σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» (ΚΠΙΣΝ).
To ασημένιο κύπελλο που απονεμήθηκε στον Σπύρο Λούη
Ο Χίτλερ
Λίγες ημέρες μετά τη συνέντευξη στον Δ. Ψαθά, ο Λούης ταξίδεψε με τρένο στο Μόναχο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Αυγούστου του 1936. Τιμητικός προσκεκλημένος των διοργανωτών. Παράλληλα, για πρώτη φορά, η Ολυμπιακή Φλόγα ταξίδεψε από την Ολυμπία έως το Στάδιο του Βερολίνου, μεταφερόμενη από 11.000 λαμπαδηδρόμους. Ολο το σχέδιο, εμπνεύσεως του πρωτεργάτη της γερμανικής προπαγάνδας Γιόζεφ Γκέμπελς, αποσκοπούσε στο να μεταφέρει παγκοσμίως το μήνυμα της υπεροχής του ναζιστικού καθεστώτος.
Ο Λούης έτυχε μεγάλων τιμών. Μαζί του πήρε δύο φουστανέλες, σε δύο βαλίτσες. Οπως είπε στον Ψαθά:
«- Εχεις δει το περιστέρι που βγαίνει από το αυγό του;
– Δεν έτυχε…
– Ε, λοιπόν, αν το έβλεπες θα καταλάβαινες. Ετσι άσπρος σαν το περιστέρι θα μπω στο στάδιο του Βερολίνου να τους δώσω τη φωτιά».
Ετσι εμφανίστηκε μπροστά στον Χίτλερ κατά την τελετή έναρξης των Αγώνων. Με τη θρυλική άσπρη φουστανέλα και το σκούρο γιλέκο του, απαθανατίστηκε να του προσφέρει ένα φουντωτό κλαδί ελιάς που κρατούσε στο δεξί του χέρι. Η φορεσιά αυτή έχει δωρηθεί και φυλάσσεται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας.
Εικόνες από τη συνάντηση του Λούη με τον Αδόλφο Χίτλερ
Στο Βερολίνο
Ο Λούης παρέλασε επικεφαλής της ελληνικής ολυμπιακής αποστολής στο στάδιο του Βερολίνου, ενώπιον του Χίτλερ και των επισήμων. Ηταν ο μόνος που αρνήθηκε να χαιρετήσει ναζιστικά όπως όλοι. Οταν τελείωσε η παρέλαση των αποστολών, ο Χίτλερ κατέβηκε από το θεωρείο των επισήμων και με τη συνοδεία του κατευθύνθηκε προς τον Λούη. Οι δύο άνδρες στάθηκαν αντικριστά και ο θρυλικός Ολυμπιονίκης έδωσε στον Χίτλερ το κλαδί της ελιάς, σύμβολο ειρήνης μεταξύ των λαών. Ειρωνεία της μοίρας, στον άνθρωπο που λίγο αργότερα αιματοκύλισε την ανθρωπότητα, τον πιο στυγνό εγκληματία της παγκόσμιας ιστορίας.
Εν μέσω αποθέωσης από τους θεατές, που θεωρούσαν θρύλο τον Λούη, ο Χίτλερ τού απένειμε ένα μετάλλιο, διαμέτρου 9,3 εκατοστών, τιμής ένεκεν για τη διάκρισή του στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες. Στη μία όψη του το μετάλλιο φέρει ανάγλυφο με μαύρη αρκούδα, που συμβολίζει το Βερολίνο, ενώ αναγράφει τη χρονολογία 1936 και την επιγραφή «Η πρωτεύουσα του Ράιχ Βερολίνο για τους 11ους Ολυμπιακούς Αγώνες 1936». Στη δεύτερη όψη απεικονίζεται η Πύλη του Βραδεμβούργου σε χαμηλό ανάγλυφο, ο αγκυλωτός σταυρός και η επιγραφή «Η αδιάκοπη εργασία για τον Λαό και το Εθνος είναι η υπερηφάνεια της πόλης μας». Αυτό, όπως και ένα κύπελλο που δωρήθηκε κάποια στιγμή στον Λούη, χαρακτηρίστηκαν το 2012 ως Κινητά Μνημεία από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων.
Η φωτογραφία, ωστόσο, αυτής της σκηνής έμελλε να σώσει πολλούς δύσμοιρους Ελληνες κατά τα μαύρα χρόνια της κατοχής που ακολούθησαν. Σε πολλές συλλήψεις Ελλήνων από την Γκεστάπο οι συγγενείς του συνήθιζαν να παραθέτουν την εικόνα ισχυριζόμενοι ότι ο συλληφθείς ήταν συγγενής του Ελληνα Ολυμπιονίκη, τον οποίο ο Χίτλερ είχε αποθεώσει.

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή