Η παγκόσμια οικονομία σε νευρικό κλονισμό, οι αγορές δεν ακούνε πια τον Τραμπ. Στις ΗΠΑ η τιμή της βενζίνης ανέβηκε κατά 48%, στην Ευρώπη τα κρατικά ομόλογα Γερμανίας, Γαλλίας, Βρετανίας καταρρέουν. SOS από την Παγκόσμια Τράπεζα για τις επιπτώσεις σε ενέργεια, γεωργικά εφόδια και τρόφιμα
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Στην Ινδία καταγράφονται ουρές χιλιομέτρων σε πρατήρια, αλλά και συγκρούσεις πολιτών για ένα μπιτόνι βενζίνης. Κίνδυνο στον εφοδιασμό πετρελαίου αντιμετωπίζουν επίσης Μαλαισία, Αυστραλία και Ταϊβάν
Και ενώ οι κυβερνήσεις στην Ασία ετοιμάζονται για τα worst-case σενάρια σχετικά με την ενέργεια, που περιλαμβάνουν έναν… ατέλειωτο πόλεμο και σοβαρή διαταραχή στην εφοδιαστική αλυσίδα, στην Ευρώπη, οι υπουργοί Οικονομικών ετοιμάζουν την απάντησή τους, σε ένα έκτακτο Eurogroup, στην εξελισσόμενη (και) ενεργειακή κρίση.
Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι γνωρίζουν ότι η έκρηξη των τιμών της ενέργειας, συνεπεία της αύξησης των τιμών των καυσίμων και του πολέμου στη Μέση Ανατολή, οδηγεί σε αύξηση του κόστους των μεταφορών, των τροφίμων και των υπηρεσιών, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις. Αναλυτές της αγοράς προειδοποιούν ότι το κόστος της ενέργειας έχει αντίκτυπο σε ολόκληρη την οικονομία, επηρεάζοντας τις εφοδιαστικές αλυσίδες και, τελικά, τις τιμές καταναλωτή. Ο κίνδυνος για την ευρωπαϊκή οικονομία είναι ορατός.
Τα ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα συνέχισαν να καταρρέουν την περασμένη Παρασκευή, εντείνοντας την πτώση που οδήγησε τα κόστη δανεισμού πολλών χωρών σε υψηλά επίπεδα δεκαετιών τις τελευταίες εβδομάδες.
Μία ημέρα νωρίτερα, η απόδοση του 10ετούς γερμανικού ομολόγου (σημείο αναφοράς για την Ευρωζώνη) εκτινάχθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα του 2011, όταν κορυφωνόταν η κρίση του ευρώ. Την Παρασκευή, το 10ετές γερμανικό ομόλογο σημείωσε περαιτέρω άνοδο 6 μονάδων βάσης, διαπραγματευόμενο στο 3,1228%, διατηρώντας τη θέση του πάνω από το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών.
Οι αποδόσεις και οι τιμές των ομολόγων κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις και μία μονάδα βάσης ισούται με 0,01%. Οι αποδόσεις των γαλλικών κρατικών ομολόγων, γνωστών ως OAT, επίσης σημείωσαν περαιτέρω άνοδο την Παρασκευή, με το 10ετές ομόλογο της χώρας να σημειώνει άνοδο 9 μονάδων βάσης, κυμαινόμενο επίσης στο υψηλότερο επίπεδό του από το 2011. Την προηγούμενη ημέρα, το 10ετές OAT σημείωσε άνοδο περίπου 14 μονάδων βάσης.
Χαρακτηριστικό της ψυχολογίας των αγορών είναι το γεγονός ότι το κόστος δανεισμού της βρετανικής κυβέρνησης έφτασε στα υψηλότερα επίπεδα από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, με τις αποδόσεις των βρετανικών κρατικών ομολόγων να εκτινάσσονται, καθώς οι επενδυτές έσπευσαν να προεξοφλήσουν την επανεμφάνιση του πληθωρισμού και να στοιχηματίσουν σε πιο επιθετική πολιτική από την Τράπεζα της Αγγλίας.
Στις ΗΠΑ, η ραγδαία άνοδος των τιμών της ενέργειας, το αυξανόμενο κόστος των εισαγωγών και οι εντεινόμενες ανησυχίες για στασιμοπληθωρισμό ωθούν τις αγορές να θεωρήσουν ότι η επόμενη κίνηση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ θα μπορούσε να είναι μια αύξηση των επιτοκίων. Οι επενδυτές στην αγορά συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης ανέβασαν την πιθανότητα αύξησης των επιτοκίων έως τα τέλη του 2026 στο 52% την Παρασκευή το πρωί, η πρώτη φορά που ξεπέρασε το όριο του 50%, σύμφωνα με το εργαλείο FedWatch του CME Group.
Κρίσεις μέσα στην κρίση
Αυτό το κλίμα τρόμου για το μέλλον επιτείνουν και οι εικόνες από αναπτυσσόμενες οικονομίες: Σημαντικότερες αυτές από την Ινδία, όπου καταγράφονται συγκρούσεις (!) πολιτών με μπιτόνια στα χέρια και ουρές χιλιομέτρων σε πρατήρια.
Για τον δεύτερο μεγαλύτερο εισαγωγέα LNG και τρίτο μεγαλύτερο εισαγωγέα πετρελαίου στον κόσμο, όσο οι τιμές παραμένουν άνω των 100 δολαρίων το βαρέλι, «τόσο μεγαλύτερο είναι το ρίσκο για την οικονομία», σχολιάζουν στελέχη της S&P Global, ενώ η υπουργός Πετρελαίου της χώρας Χαρντίπ Σινγκ Πούρι παραδέχεται ότι «τα έσοδά μας έχουν δεχτεί ένα τεράστιο χτύπημα», από την προσπάθεια συγκράτησης των τιμών των καυσίμων.
Με τον ΟΟΣΑ να προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα εκτοξευθεί και τον πανικό να είναι διάχυτος στην αγορά, κάποιες χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοια με την Ινδία προβλήματα (λ.χ. η Μαλαισία), κάποιες άλλες, όπως η Αυστραλία, σπεύδουν να δηλώσουν ότι προς το παρόν έχουν επαρκές απόθεμα πετρελαίου, ενώ κάποιες οικονομίες που εξαρτώνται από τον «μαύρο χρυσό» του Κόλπου, ενδέχεται να δεχτούν χτύπημα ικανό να προκαλέσει κρίσεις μέσα στην κρίση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της Ταϊβάν, κύριου κατασκευαστή και εξαγωγέα ημιαγωγών, που έχει μεγάλη εξάρτηση από την αγορά του Περσικού. Εάν η νησιωτική χώρα αντιμετωπίσει πρόβλημα στην εισαγωγή πετρελαίου, θα αναγκαστεί να μειώσει την παραγωγή της, προκαλώντας ελλείψεις στα μικροτσίπ και μια κρίση παρόμοια με αυτή που είδαμε στη μετά COVID εποχή.
Η Παγκόσμια Τράπεζα επισημαίνει ότι οι επιπτώσεις επεκτείνονται πέρα από τις αγορές ενέργειας και σε βασικά γεωργικά εφόδια, προκαλώντας ανησυχίες για την οικονομική σταθερότητα και την επισιτιστική ασφάλεια. «Οι διαταραχές στις θαλάσσιες διαδρομές αυξάνουν το κόστος, ενώ οι κίνδυνοι εφοδιασμού επεκτείνονται από τον τομέα της ενέργειας στα λιπάσματα και σε άλλα κρίσιμα γεωργικά εφόδια», ανέφερε.
Αναλυτές της BMO Capital Markets επισημαίνουν ότι η εξελισσόμενη σύγκρουση έχει προκαλέσει απότομες διακυμάνσεις στις τιμές των εμπορευμάτων που συνδέονται με την περιοχή, όπου οι εφοδιαστικές αλυσίδες για το πετρέλαιο, τα λιπάσματα, τα χημικά και τα μέταλλα παραμένουν ιδιαίτερα συγκεντρωμένες. Οι πρώτες αντιδράσεις στις τιμές αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό την έκθεση κάθε εμπορεύματος στην προσφορά της Μέσης Ανατολής.
Οι ίδιοι αναλυτές αναφέρουν ότι ακόμα και αν ο πόλεμος τελειώσει σήμερα, «η σύγκρουση έχει ήδη αναδιαμορφώσει τα βασικά μεγέθη της αγοράς πετρελαίου, εξαλείφοντας τις προσδοκίες για υπερπροσφορά και μειώνοντας τα παγκόσμια αποθέματα».
Οι αγορές πετρελαίου αντιμετωπίζουν τη σημαντικότερη διαταραχή, σύμφωνα με τον αναλυτή πετρελαίου και φυσικού αερίου της BMO Ράντι Ολενμπέργκερ, ο οποίος δήλωσε ότι η σύγκρουση αποτελεί το μεγαλύτερο σοκ για την αγορά πετρελαίου εδώ και δεκαετίες. Οι τιμές ανέβηκαν για λίγο προς τα 120 δολάρια ανά βαρέλι πριν υποχωρήσουν στο εύρος των 90 δολαρίων, αλλά ο ίδιος υποστήριξε ότι η αγορά υποτιμά την κλίμακα του κινδύνου εφοδιασμού. Ακολουθούν σε κίνδυνο τα λιπάσματα και τα χημικά.
Τρόφιμα και λιπάσματα
Χειρότερα είναι τα σήματα που έρχονται για μια επερχόμενη επισιτιστική κρίση, καθώς η άνοδος των τιμών του πετρελαίου αλλά και των λιπασμάτων τείνει να οδηγήσει σε αύξηση του κόστους των τροφίμων, σύμφωνα με τους οικονομολόγους.
Οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου μπορούν να αυξήσουν το κόστος σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων, από τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στη γεωργία και την παραγωγή λιπασμάτων έως τη μεταφορά και την ψύξη, σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα του Σεντ Λούις.
Πολλοί καταναλωτές έχουν ήδη αντιδράσει: περίπου το 48% δήλωσε ότι αγοράζει ορισμένα είδη χονδρικά επειδή αναμένει αύξηση των τιμών, σύμφωνα με έρευνα σε 1.000 ενήλικες στις ΗΠΑ που διεξήχθη από τις 9 έως τις 13 Μαρτίου από την πλατφόρμα ηλεκτρονικού εμπορίου Omnisend.
Μέσα σε αυτό το χάος και αφού η αγορά της Μέσης Ανατολής έχει «παγώσει» και της Ασίας βρίσκεται μπροστά σε ενεργειακή κρίση, σε κρίση μέσα στην κρίση φαίνεται πως οδηγείται και ο τομέας των ειδών πολυτελείας, οι μετοχές του οποίου είδαν να εξαϋλώνονται 100 δισ. δολάρια μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα.
Οι μετοχές του κλάδου έχουν πέσει περισσότερο από 15% από τότε που άρχισε ο πόλεμος στο Ιράν. Χαρακτηριστικά παραδείγματα. οι μετοχές των LVMH και Hermès που έχουν πέσει κατά 16% και 20% (έναντι 6% που είναι η αντίστοιχη πτώση του S&P 500 στο ίδιο διάστημα), αλλά και της Ferrari που είναι επίσης κάτω κατά 15%.
Κατάρρευση στις αγορές
Το παράδειγμα της αμερικανικής χρηματαγοράς που έκανε μια βουτιά σε περιοχή διόρθωσης, «σβήνοντας» 400 μονάδες, ακολούθησαν και οι ασιατικές, αλλά κυρίως οι ευρωπαϊκές μετοχές, ακόμα και μετά την παράταση από τον Ντόναλντ Τραμπ της αναστολής επιθέσεων κατά των ενεργειακών υποδομών του Ιράν. Ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 σημείωσε πτώση 0,8%, ο FTSE 100 καταγράφηκε να διαπραγματεύεται 0,2% χαμηλότερα, ενώ ο γαλλικός CAC 40 υποχώρησε 0,6%. Ο γερμανικός DAX υποχώρησε 1,2%.
Τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια επανέλαβαν τις πτώσεις τους από την προηγούμενη συνεδρίαση, έχοντας κλείσει χαμηλότερα την Πέμπτη, καθώς οι επενδυτές δυσκολεύονταν να ερμηνεύσουν τα αντικρουόμενα μηνύματα σχετικά με την πορεία των ειρηνευτικών συνομιλιών στη Μέση Ανατολή.
Φωτογραφίες: REUTERS
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
