Πιθανότερη εξέλιξη η παρατεταμένη ασταθής κατάσταση. Καμία πλευρά δεν πέτυχε καθοριστική στρατιωτική νίκη. Στόχος της Τεχεράνης η διατήρηση της αβεβαιότητας. Διαφωνίες ΗΠΑ – Ισραήλ ως προς τους στόχους και τη στρατηγική. Αποφασισμένος να το πάει μέχρι τέλους ο Νετανιάχου. Εσωτερικές πιέσεις και στα δύο στρατόπεδα
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Το πρόβλημα, όπως καταγράφεται, είναι ότι το χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές παραμένει βαθύ. Η αμερικανική λογική, όπως περιγράφεται δημόσια, συνδέει την παύση ή την αποκλιμάκωση με σοβαρές ιρανικές υποχωρήσεις στο πυρηνικό, στους βαλλιστικούς πυραύλους, στην περιφερειακή συμπεριφορά και στην ομαλή λειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Εύθραυστη ανακωχή
Η ιρανική λογική, αντίθετα, φαίνεται να ζητά παύση επιθέσεων, αποζημιώσεις, διαφορετική αφετηρία στο ζήτημα των Στενών και, κυρίως, ένα πλαίσιο που δεν θα μοιάζει στο εσωτερικό της χώρας με άνευ όρων συνθηκολόγηση. Αρα, ακόμη και αν ανοίξει δίαυλος διαλόγου δεδομένα δεν βρισκόμαστε μπροστά σε ώριμη συμφωνία αλλά σε μια εξαιρετικά εύθραυστη ανακωχή προθέσεων.
Το σημείο όπου όλα τα στοιχεία, πάντως, συγκλίνουν απολύτως είναι ένα: το κέντρο βάρους του πολέμου μεταφέρεται από τον αέρα στη θάλασσα. Το Ορμούζ είναι πια το πιο κρίσιμο μέτωπο. Υπάρχει σήμερα μια σχεδόν θεσμοποιημένη ιρανική διαδικασία ελέγχου διέλευσης, ένα καθεστώς στο οποίο πλοία ελέγχονται από τους Φρουρούς της Επανάστασης και σε ορισμένες περιπτώσεις, πληρώνουν για ασφαλή διέλευση.
Την ίδια ώρα ξεκάθαρα υπάρχουν σοβαρές επιπτώσεις σε ολόκληρες αλυσίδες εφοδιασμού – όχι μόνο στο αργό, αλλά και στα πετροχημικά, στα πλαστικά, στα λιπάσματα, στο LNG, ακόμη και στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό για αποθήκευση φυσικού αερίου ενόψει χειμώνα. Αυτό αποδεικνύει για ακόμη μία φορά πως τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα θαλάσσιο πέρασμα, αλλά το σημείο όπου το Ιράν μπορεί να μετατρέψει τη γεωγραφία σε στρατηγική ισχύ.
Από αυτή την άποψη, το σημαντικότερο επόμενο βήμα του πολέμου δεν είναι κατ’ ανάγκην η επόμενη ομοβροντία πυραύλων. Είναι το αν η Τεχεράνη θα συνεχίσει να σφίγγει ή θα χαλαρώνει τη λαβή της πάνω στη ναυσιπλοΐα και στις ενεργειακές ροές. Αναλυτές θεωρούν πως αυτό είναι το πραγματικό διαπραγματευτικό χαρτί του Ιράν.
Δεν έχει την πολυτέλεια μιας συμβατικής αναμέτρησης μακράς διάρκειας απέναντι σε ΗΠΑ και Ισραήλ. Εχει όμως τη δυνατότητα να ανεβάζει την τιμή της αβεβαιότητας τόσο ώστε να πιέζει όχι μόνο κυβερνήσεις αλλά και αγορές, βιομηχανίες, ασφαλιστές, ναυτιλία και κεντρικές τράπεζες. Οσο αυτή η πίεση μένει ενεργή, η Τεχεράνη διατηρεί διαπραγματευτική αξία δυσανάλογη προς τη συμβατική της ισχύ.
Το νησί Χαργκ
Γι’ αυτό και σε αρκετές αναλύσεις επανέρχεται το σενάριο ενός χτυπήματος ή μιας πιο άμεσης επιχείρησης εναντίον κρίσιμων ιρανικών ενεργειακών κόμβων. Ξεχωριστή θέση κατέχει σε αυτό η περίπτωση του νησιού Χαργκ, βασικού κόμβου των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου. Η ουσία της ανάλυσης είναι διπλή. Ναι, μια επιχείρηση που θα αχρήστευε ή θα απομόνωνε το Χαργκ θα μπορούσε να στερήσει από την Τεχεράνη έσοδα και διαπραγματευτικό βάθος.
Το κόστος, όμως, για τις ΗΠΑ θα ήταν σοβαρό: έκθεση σε πυραύλους, drones, ναρκοθετήσεις, επιμήκυνση των γραμμών ανεφοδιασμού και κίνδυνος να μετατραπεί μια επιχείρηση πίεσης σε μακρά, πολυδάπανη εμπλοκή. Και αν συμφωνήσουμε όλοι πως οι ΗΠΑ όντως διαθέτουν τα μέσα να καταλάβουν το συγκεκριμένο κομβικό νησί, ας μην είμαστε τόσο βέβαιοι για το εάν και για το πόσο μπορούν να το κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους.
Αυτό είναι και το κρίσιμο σημείο, το Χαργκ δεν είναι η εύκολη λύση, αλλά ένα εργαλείο πίεσης εξαιρετικά υψηλού ρίσκου.
Την ίδια στιγμή, η στρατιωτική εικόνα δεν περιορίζεται μόνο στο Ιράν. Οι αναλύσεις υπογραμμίζουν ολοένα περισσότερο ότι ο πόλεμος αποκτά και δεύτερο άξονα, με το βόρειο μέτωπο να μπορεί να εξελιχθεί σε ξεχωριστό κέντρο βάρους.
Ηδη τα διεθνή Μέσα γράφουν για νέα κύματα ισραηλινών πληγμάτων στο Ιράν χωρίς εμφανή διπλωματική πρόοδο, ενώ σε άλλα ρεπορτάζ σημειώνεται ότι η σύγκρουση έχει παραγάγει θύματα και εκτός του βασικού θεάτρου, με τον Λίβανο να παραμένει ενεργό και για το Ισραήλ σήμερα ίσως το πλέον κρίσιμο μέτωπο.
Αυτό έχει μεγάλη σημασία για τα επόμενα βήματα: ακόμη και αν υπάρξει κάποια προσωρινή χαλάρωση στο αμερικανοϊρανικό επίπεδο, τίποτε δεν εγγυάται ότι το Ισραήλ δεν θα συνεχίσει να πιέζει σε ένα ευρύτερο περιφερειακό πλαίσιο. Αρα η αποκλιμάκωση, αν έρθει, μπορεί να είναι αποσπασματική και όχι οριζόντια.
Υπάρχει και μια άλλη διάσταση, λιγότερο θεαματική αλλά ίσως πιο κρίσιμη για τη συνέχεια: η οικονομική φθορά. Το Reuters δείχνει ότι οι επιπτώσεις έχουν ήδη ξεφύγει από τη στενή αγορά πετρελαίου. Τα πετροχημικά περνούν κρίση προσφοράς, οι τιμές πλαστικών εκτινάσσονται, η αγορά λιπασμάτων συμπιέζεται, η Ευρώπη σπεύδει να ξανασκεφτεί την πλήρωση των αποθηκών φυσικού αερίου, ενώ οι τιμές και το ρίσκο μεταφέρονται στην πραγματική οικονομία.
Αυτό έχει διπλό αποτέλεσμα. Πρώτον, αυξάνει την πίεση προς το Ιράν επειδή η διεθνής δυσφορία για το Ορμούζ μεγαλώνει. Δεύτερον, αυξάνει και την πίεση προς την Ουάσινγκτον, διότι όσο παρατείνεται η κρίση τόσο δυσκολότερο γίνεται να παρουσιαστεί ως «ελεγχόμενος πόλεμος» χωρίς σημαντικές παρενέργειες στην παγκόσμια οικονομία.
Αυτός ο παράγοντας εξηγεί γιατί τα μεγάλα ξένα Μέσα δεν βλέπουν ως πιθανότερο σενάριο μια απεριόριστη αμερικανική κλιμάκωση. Βλέπουν, αντίθετα, μια Ουάσινγκτον που θέλει αποτέλεσμα χωρίς «βάλτωμα». Θέλει να πιέσει τόσο ώστε να κάμψει την ιρανική θέση, αλλά όχι τόσο ώστε να εγκλωβιστεί σε μια νέα περιφερειακή στρατιωτική δέσμευση με ανοιχτό τέλος.
Εδώ ακριβώς γεννιέται η ένταση της αμερικανικής στρατηγικής: για να έχεις διαπραγματευτικό αποτέλεσμα πρέπει να κρατάς πειστική την απειλή. Αν όμως η απειλή γίνει πράξη σε υπερβολικό βαθμό, μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη και ακριβότερη σύγκρουση από αυτή που ήθελες να αποφύγεις.
Σκληρή στάση
Για το Ιράν, από την άλλη, ο κίνδυνος είναι διαφορετικός αλλά εξίσου σοβαρός. Οσο περισσότερο πιέζεται στρατιωτικά και οικονομικά τόσο πιο εύκολα μπορεί να ενισχυθεί στο εσωτερικό του η λογική της σκλήρυνσης. Δεν είναι τυχαίο ότι η σημερινή εικόνα, όπως προκύπτει από τα διεθνή δημοσιεύματα, δεν δείχνει ένα καθεστώς έτοιμο να αποδεχθεί εύκολα όρους που θα μοιάζουν με υποχώρηση υπό πίεση.
Η ιρανική ηγεσία φαίνεται να επιδιώκει ένα αφήγημα επιβίωσης: χτυπηθήκαμε, αλλά σταθήκαμε, κρατήσαμε το κόστος ψηλά, δεν λυγίσαμε. Αυτό το αφήγημα είναι πολύτιμο για το εσωτερικό μέτωπο και εξηγεί γιατί η Τεχεράνη θα προσπαθήσει πιθανότατα να συνδέσει οποιαδήποτε συζήτηση όχι μόνο με παύση των επιθέσεων αλλά και με κάποιο είδος πολιτικής αναγνώρισης της θέσης της.
Αν τα βάλει κανείς όλα αυτά σε μια σειρά, τα επόμενα βήματα του πολέμου καταλήγουν σε τέσσερις βασικές τροχιές.
Η πρώτη είναι μια εύθραυστη, ελεγχόμενη αποκλιμάκωση: λίγες ημέρες ή εβδομάδες σχετικής συγκράτησης, συνέχιση επαφών μέσω τρίτων, μερική χαλάρωση της πίεσης στο Ορμούζ και διατήρηση της στρατιωτικής απειλής στο φόντο.
Η δεύτερη είναι η κλιμάκωση μέσω ενέργειας και ναυσιπλοΐας: μεγαλύτερη ιρανική πίεση στα στενά και δυτική απάντηση σε κρίσιμους ενεργειακούς κόμβους ή σε θαλάσσιες δυνατότητες της Τεχεράνης.
Η τρίτη είναι ένας παρατεταμένος πόλεμος φθοράς, με λιγότερα μεγάλα χτυπήματα αλλά διαρκή κόστη σε εμπόριο, μεταφορές, χρηματοδότηση και περιφερειακή ασφάλεια. Η τέταρτη είναι η γεωγραφική διεύρυνση, όπου ο Λίβανος, ο Κόλπος και τα θαλάσσια περάσματα γίνονται ισότιμα υπομέτωπα μιας ενιαίας περιφερειακής κρίσης.
Διαφορετικές προσεγγίσεις και το ρήγμα
Ο τρόπος με τον οποίο ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς μίλησε στον πρωθυπουργό του Ισραήλ, αλλά κυρίως το γεγονός πως επέλεξε και να το διαρρεύσει σε έγκυρα δυτικά Μέσα, κάνει για ακόμη μία φορά ξεκάθαρο πως Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ κινούνται μαζί αλλά στην πορεία, όπως και στον 12ήμερο πόλεμο το περασμένο καλοκαίρι, έχουν εντελώς διαφορετική στρατηγική αλλά και στόχους.
Ο Βανς κατηγόρησε τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου πως «πούλησε έναν σύντομο πόλεμο στον Τραμπ», αλλά αν συνέβη κάτι τέτοιο, ο Νετανιάχου είναι δεδομένα ο ισχυρότερος πολιτικός του πλανήτη. Αν όσα διέρρευσαν από το γραφείο του αντιπροέδρου έχουν βάση, τότε επίσημα οι ΗΠΑ αποδέχονται πως το Ισραήλ τις «έσυρε» σε έναν πόλεμο με το Ιράν και πως οι ίδιες έκαναν τη λάθος κίνηση με τον λάθος αντίπαλο, ποντάροντας πως θα υπάρξει ένας ακόμη 12ημερός ή ακόμη και τριήμερος πόλεμος. Το γεγονός παραμένει όμως το ίδιο: ΗΠΑ και Ισραήλ είναι μαζί αλλά και χώρια στη συγκεκριμένη περίπτωση και δεδομένα ο Νετανιάχου δεν εγκρίνει και δεν υπογράφει κανένα «αφήγημα εξόδου» προκειμένου να διευκολύνει την Ουάσινγκτον.
Για το Τελ Αβίβ είναι ξεκάθαρο πως το μέτωπο με την Τεχεράνη πρέπει να παραμείνει ανοιχτό και να κλιμακωθεί και αν περνά από το χέρι του ή τα όπλα των μαχητικών του αυτό ακριβώς θα επιχειρήσει. Από την άλλη, στην Ουάσινγκτον φαίνεται πως οι ατάκες Τραμπ «με παρακαλάνε για εκεχειρία» ή και τα σχέδια για χερσαία επίθεση υπάρχουν για να δώσουν με τον δικό του τρόπο το σήμα λήξης.
Το μεγάλο ζήτημα, όμως, είναι πως αυτήν τη φορά, σε αντίθεση με το περασμένο καλοκαίρι, σε αυτό το τέλος, κάτι θα πρέπει να κερδίσει και το Ιράν και αυτό δεδομένα η διάδοχη κατάσταση του καθεστώτος θα το «πουλήσει» ως νίκη και είναι ξεκάθαρο πως θα το κεφαλαιοποιήσει και ανάλογα.
Ο πονοκέφαλος του Νετανιάχου
Η διαφορετική πορεία ΗΠΑ και Ισραήλ ενδέχεται όμως υπό προυποθέσεις να πιέσει και τον ίδιο τον Νετανιάχου και μάλιστα σε προεκλογική χρονιά, καθώς η χώρα πρέπει να πάει στις κάλπες μέχρι τον Οκτώβριο και τα σενάρια να αναφέρουν πως ο «Μπίμπι» θα το κάνει μέχρι τον Μάιο…
Στην Κνεσέτ την περασμένη Πέμπτη για πρώτη φορά από την έναρξη του νέου πολέμου με Ιράν αλλά και Χεζμπολάχ στον Λίβανο ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης, Γιαΐρ Λαπίντ, κατακεραύνωσε τους χειρισμούς Νετανιάχου και στα δύο μέτωπα. Ο ίδιος ο Λαπίντ είχε βέβαια την πρώτη εβδομάδα του πολέμου δώσει λευκή επιταγή στην κυβέρνηση δηλώνοντας πως το Ιράν πρέπει να «εξαλειφθεί ανεξάρτητα από το πόσον χρόνο θα χρειαστεί».
Ο Λαπίντ υπογράμμισε πως η χώρα δεν μπορεί να παραμένει σε πόλεμο χωρίς στόχους από τις 7 Οκτωβρίου του 2023 και πως θα πρέπει να υπάρξουν εγγυήσεις αλλά και δημοσίευση των στόχων τόσο για το μέτωπο με το Ιράν όσο κυρίως για το μέτωπο με τη Χεζμπολάχ στον νότιο Λίβανο.
Ειδικά σε αυτό το μέτωπο το Ισραήλ, πέρα από τις απώλειες σε στρατιωτικό προσωπικό -δύο στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους την περασμένη Πέμπτη και Παρασκευή- το μεγάλο πρόβλημα είναι πως η Χεζμπολάχ, για την οποία ο Νετανιάχου πριν από έναν και πλέον χρόνο ανακοίνωνε πως δεν είναι πλέον απειλή, σήμερα έχει τη δυνατότητα να εκτοξεύει περισσότερες από 600 ρουκέτες ημερησίως προς ισραηλινούς οικισμούς.
Πιέσεις
Οι δήμαρχοι αυτών των οικισμών έχουν ήδη ξεκινήσει να πιέζουν δημόσια την κυβέρνηση υπογραμμίζοντας πως δεν δίνεται εντολή εκ νέου εκκένωσής του, καθώς το κυβερνητικό επιτελείο κρίνει πως είναι μια εξόχως ακριβή κίνηση και η οικονομία δεν αντέχει σήμερα τέτοια «βάρη». Σε κάθε περίπτωση, σήμερα και με δεδομένο πως στην περιοχή ζουν κυρίως αραβόφωνοι πληθυσμοί αλλά και Δρούζοι, μπορεί ο Στρατός να προελαύνει αλλά τα απότοκα της προέλασης τα δέχεται άμαχος πληθυσμός με ισραηλινό διαβατήριο και δικαίωμα ψήφου…
Το πιθανότερο άμεσο σενάριο, αν διαβάσει κανείς προσεκτικά τα απτά δεδομένα που έχουμε στο φως και στα χέρια μας, δεν είναι ούτε η ειρήνη ούτε η έκρηξη χωρίς φρένα. Είναι μια νευρική ενδιάμεση φάση. Μια φάση όπου η διπλωματία θα κινείται, αλλά θα το κάνει κάτω από τη σκιά νέων πληγμάτων. Οπου η αγορά θα ελπίζει σε αποκλιμάκωση, αλλά θα τιμολογεί ακόμη τον φόβο. Οπου το Ιράν θα προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή τη γεωοικονομική του πίεση χωρίς να προκαλέσει συντριπτική απάντηση.
Και όπου οι ΗΠΑ θα προσπαθούν να δείξουν ότι μπορούν να τελειώσουν την κρίση με όρους ισχύος, χωρίς όμως να μπουν σε μια νέα, απρόβλεπτη περιφερειακή βύθιση. Βρισκόμαστε επί της ουσίας μπροστά σε ένα διαχρονικά παραγόμενο στους πολέμους ερώτημα: είναι η αρχή του τέλους ή το τέλος της αρχής;
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
