Σε μία έντονη ομιλία γεμάτη αιχμές προχώρησε ο Αλέξης Χαρίτσης στην Κεντρική Επιτροπή της Νέας Αριστεράς μετά την παραίτησή του από πρόεδρος του κόμματος και την ανάληψή των καθηκόντων του από τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη.

Λίγο πριν από το τελικό κείμενο που θα υιοθετούσε η πλειοψηφία της Κ.Ε. (υπερψηφίστηκε τελικά η εισήγηση Σακελλαρίδη με 70 υπέρ, 41 κατά, 3 λευκά), ο Αλέξης Χαρίτσης ανέφερε αρχικά: «Μου κάνει εντύπωση μάλιστα ότι ενώ στο Πολιτικό Γραφείο την Πέμπτη μάς παρουσιάστηκε προφορικά ο σκελετός της εισήγησης, δεν ειπώθηκε το παραμικρό για το κεφάλαιο που αφορά στην πορεία της Νέας Αριστεράς και τις ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση. Αποσιωπήθηκε και δεν ξέρω γιατί», σημείωσε εισαγωγικά ο Αλέξης Χαρίτσης.

Ενώ επί της ουσίας των πολιτικών διαφωνιών, υπερασπίσθηκε τη στρατηγική της προηγούμενης περιόδου: «δεν ήταν προσωπική επιλογή κάποιου, ήταν συλλογική απόφαση του ιδρυτικού μας συνεδρίου».

Επιπροσθέτως, «σε όλο αυτό το διάστημα, το ΠΓ είχε κεντρικό ρόλο όχι μόνο στην υλοποίηση αλλά και στη διαμόρφωση αυτής της στρατηγικής. Δεν την αμφισβήτησε ρητά και ευθέως με διαφορετικό κείμενο προς ψήφιση. Ούτε θυμάμαι ποτέ να τέθηκε θέμα ηγεσίας».

Έπειτα τόνισε πως «η γραμμή δεν “διολίσθησε”, όπως αναφέρει η εισήγηση. Η γραμμή παρέμεινε αυτή που ψηφίστηκε στο συνέδριο: η συγκρότηση ενός λαϊκού μετώπου με προγραμματικές προϋποθέσεις, με σαφή αριστερό χαρακτήρα και με στόχο τη διεύρυνση της κοινωνικής και πολιτικής επιρροής της Αριστεράς».

Όπως τόνισε: «αυτό που πράγματι συνέβη στο διάστημα που ακολούθησε ήταν κάτι διαφορετικό: υπήρξε μια προσπάθεια επανερμηνείας και προσαρμογής της γραμμής του συνεδρίου, μέσα από τις αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής και της Πολιτικής Γραμματείας. Οπότε ναι. Επιχειρήθηκε διολίσθηση αλλά όχι αυτή που περιγράφεται στην εισήγηση».

Τέλος, μιλώντας για το αύριο του κόμματος σημείωσε: «Στο σημείο που βρισκόμαστε, όμως, χρειάζεται να τολμήσουμε να απαντήσουμε ευθέως: Θέλουμε αυτόνομη πορεία ή συμμαχική στρατηγική και ευρύτερο πόλο; Αν, ναι με ποια ή ποιες πολιτικές δυνάμεις; Για τις εκλογές του 2027, θέλουμε εκλογική καταγραφή ή πολιτική ανατροπή; Αυτά είναι στρατηγικά ερωτήματα επί των οποίων διαφωνούμε και παραμένουν ανοιχτά γιατί η εισήγηση δεν τοποθετείται».