Ο σκηνοθέτης, ηθοποιός και εμπνευστής της «Συντεχνίας του Γέλιου» Βασίλης Κουκαλάνι που πρωταγωνιστεί μεταξύ άλλων στη σειρά «Τεχεράνη», γεννήθηκε στην Κολωνία από μητέρα Ελληνίδα και πατέρα Ιρανό. Όταν ο ίδιος ήταν 4 ετών, ο πατέρας του πήγε στο Ιράν και το καθεστώς Σάχη τον φυλάκισε γιατί ήταν κομμουνιστής.
«Όλα τα τυραννικά καθεστώτα στη χώρα μου, τους κομμουνιστές ήθελαν να εξαφανίσουν. Γι’ αυτό τώρα παρακολουθώ με έκπληξη αριστερούς στην Ελλάδα να διαδηλώνουν κρατώντας εικόνες ηγετών που τυραννούν, φυλακίζουν κι εκτελούν κομμουνιστές. Ξέρουν άραγε τι κάνουν;» λέει στο tvxs περιγράφοντας μια ζωή μυθιστορηματική και άρρηκτα δεμένη με την πρόσφατη ιστορία του Ιράν.
Toυ ζητάω να ανασύρει μνήμες από το Ιράν κι εκείνος θυμάται πως «…όταν έφυγε ο Σάχης το 1979 ο κόσμος έκανε κατάληψη στην ραδιοτηλεόραση. Και το ίδιο απόγευμα παραδόθηκε τελευταία η αεροπορία. Η πρώτη μουσική μετά το μαύρο που έπαιξε στην νέα τηλεόραση ήταν Μίκης Θεοδωράκης. Το θυμάμαι καθαρά. Και στον έναν χρόνο μετά την επανάσταση που είχε δημοκρατία και πολυφωνία για έναν χρόνο, έπαιζε πολύ Θεοδωράκη στους δρόμους στις πρωτομαγιές και σε άλλες γιορτές» λέει ο Β. Κουκαλάνι.
Οι γονείς σου γνωρίστηκαν στην Κολωνία;
Ναι. Η μάνα μου είναι από την Κρήτη σπούδαζε οικονομικά εκεί. Ήταν γεμάτο το σπίτι από συντρόφους Ιρανούς και Έλληνες. Όταν ερχόταν η μυστική αστυνομία του Σάχη στην Κολωνία, οι Έλληνες πήγαιναν να τους πλακώσουν. Το ίδιο κι όταν απειλούνταν οι Έλληνες, πήγαιναν να καθαρίσουν οι Ιρανοί. Τέτοια σχέση είχαν.
Πότε ήρθες στην Ελλάδα;
Ήρθαμε τέλη του ’80 λίγο πριν ξεκινήσει ο πόλεμος με το Ιράκ, λίγο μετά την επανάσταση. Ήμουν σχεδόν 11 ετών. Πρώτα ήρθαμε εγώ με τη μητέρα μου. Ο πατέρας μου έμεινε με την ελπίδα να αλλάξουν τα πράγματα. Τελικά κηρύχθηκε η θεοκρατική δικτατορία. Κυνήγησαν τον εκλεγμένο πρόεδρο, άλλους υποψήφιους τους έβαλαν φυλακή. Άρχισαν να κυνηγούν τους ίδιους που πολεμούσε και το προηγούμενο καθεστώς του Σάχη.
Ο πατέρας μου χρειάστηκε να κρυφτεί μερικούς μήνες και μετά φυγαδεύτηκε μέσω της πατρίδας του στο βορειοδυτικό Ιράν από Κούρδους.
Οι μνήμες σου από το Ιράν; Τι κουβαλάς ως πολιτισμό από εκεί;
Την επανάσταση που ήταν τεράστια. Από το καλοκαίρι του ’78 που ήμουν 8 -9 ετών και τα θυμάμαι όλα. Οι πορείες που γινόντουσαν στην Τεχεράνη ήταν με 2-3 εκατομμύρια ανθρώπους κάτω στους δρόμους. Ούτε ο στρατός του Σάχη μπορούσε να τους διαλύσει.
Θυμάμαι να είμαστε με τους γονείς μου στα μπλοκ και ξαφνικά σε κάποιες λεωφόρους όταν περνούσαν πλήθη άκουγες ησυχία. Ρωτούσα γιατί και μου έλεγαν: γιατί περνάει μπροστά από το νοσοκομείο. Αυτός ήταν ο στιβαρός πολιτισμός του Ιράν στη συλλογική συνείδηση. Όταν ήρθα στην Αθήνα, μου θύμιζε την Τεχεράνη σαν χώρος. Εκεί ήταν πιο ανατολίτικη η αρχιτεκτονική αλλά η Αθήνα θύμιζε σαν αίσθηση την Τεχεράνη. Δεν είχε τις παραγκουπόλεις της Τεχεράνης εδώ αλλά κάτι ήταν πολύ οικείο.
Πως εξελίχθηκε η σχέση σου με το Ιράν;
Ο πατέρας μου είχε φάει πολύ ταλαιπωρία. Δραπέτευσε και ήρθε όπως σου είπα αλλά είχαν εκτελέσει πολλούς φίλους του. Πριν έρθει πηγαίναμε σε ένα φιλικό σπίτι στου Ζωγράφου περιμένοντας τηλέφωνο του να δούμε αν ζει. Οι φίλοι του εκτελέστηκαν γιατί ήταν κομμουνιστές επαναλαμβάνω. Και πριν τον πόλεμο και μετά, όσους έβγαιναν από την φυλακή τους εκτελούσαν. Τους έλεγαν προσεύχεστε; Αν έλεγαν όχι, τέλος.
Όταν έκανα την παιδική παράσταση «Μια γιορτή στου Νουριάν», πήρα το όνομα του πρωταγωνιστή από οικογενειακό μας φίλο. Ήταν φόρος τιμής στον Νουριάν ήταν συναγωνιστές με τον πατέρα μου μαζί στη φυλακή. Δεν κατάφερε να περάσει τα σύνορα και τον εκτέλεσαν στην φυλακή. Γιατί ήταν κομμουνιστής. Για να καταλάβουν αυτοί που κρατούν φωτογραφίες του Χαμενεΐ με τι έχουν να κάνουν.
Πως αισθάνεσαι όταν βλέπεις την εικόνα αυτή;
Θλίβομαι. Οι κοντινοί μου άνθρωποι δεν συμπεριφέρονται έτσι. Ακούν. Αισθάνομαι οργή. Δεν θέλω να μιλήσω για οριενταλισμό αλλά δεν υπάρχει καθαρή ιδεολογική αντιμετώπιση της κατάστασης στο Ιράν από μέρος της Αριστεράς. Πιστεύουν ότι πρέπει να πάρουν μια θέση και να συνηγορήσουν με μια από τις πλευρές για να είναι αντι-ιμπεριαλιστές αριστεροί κλπ.
Είμαστε ενάντια σε κάθε καθεστώς που φυλακίζει καταπιέζει κυνηγάει για τις ιδέες, εμποδίζει τον κόσμο να οργανωθεί και ταυτόχρονα είμαστε απέναντι και στους πολεμοχαρείς Τραμπ και Νετανιάχου. Όχι για να πάρουμε ίσες αποστάσεις, αλλά γιατί είμαστε ιδεολόγοι αριστεροί. Δεν επιτρέπουμε να βασανίζονται άνθρωποι.
Μήπως αυτό είναι αποτέλεσμα της συσπείρωσης δυνάμεων γύρω από το καθεστώς λόγω της επίθεσης από ΗΠΑ και Ισραήλ; Δεν υπάρχουν και στο Ιράν φωνές αντίθετες στο καθεστώς που τώρα όμως συντάσσονται λόγω της εισβολής;
Ο λαός του Ιράν από τα Χριστούγεννα και μετά ξεσηκώθηκε σε πολύ πιο μεγάλο βαθμό. Το καθεστώς φοβήθηκε πραγματικά. Ήταν κοντά ο Ιρανικός λαός στο να τους αναγκάσει να αφήσουν την εξουσία.
Αυτό που έγινε στις 8 και 9 Γενάρη δεν το γνωρίζουμε σε όλη του την έκταση. Πρέπει να έγιναν σφαγές απίστευτες. Μου έλεγαν δικοί μου πως μέρες πριν, επιστρατεύανε νοσοκομεία για να φέρουν πτώματα. Η δυτική προπαγάνδα μιλάει για 30.000 νεκρούς εγώ λέω πως ήταν 10.000.
Το καθεστώς φοβήθηκε, έκλεισε το ίντερνετ για έναν μήνα και σκότωνε. Μετά, όταν ησύχασε το πράγμα πριν αρχίσει ο πόλεμος οι φοιτητές είχαν ξανά αρχίσει να ξεσηκώνονται, να μιλάνε για πολιτικούς κρατούμενους, νεκρούς κλπ. Άρχισε ο πόλεμος, ανέστειλε την εξέγερση για δεύτερη φορά και ισχυροποίησε το καθεστώς. Γιατί μέχρι κι εγώ που δεν συμπαθώ το καθεστώς, εύχομαι σήμερα να φύγουν οι δυτικοί τρομοκράτες ταπεινωμένοι!
Που οφείλεται η πόλωση κατά τη γνώμη σου και γιατί είναι τόσο δύσκολο να καταδικαστούν ταυτόχρονα και ένα αυταρχικό καθεστώς και οι δυνάμεις που κάνουν επίθεση;
Η πόλωση οφείλεται στην επικράτηση μιας λογικής που αντιμετωπίζει το Ιράν ως γεωπολιτικό πιόνι, αγνοώντας την ίδια τη ζωντανή κοινωνία και τους ανθρώπους της. Από τη μία πλευρά, υπάρχει μια επιλεκτική ευαισθησία που θυμάται τον ιρανικό πολιτισμό μόνο όταν απειλείται από εξωτερικές επιθέσεις, ενώ σιωπούσε επί χρόνια για την εσωτερική καταπίεση, την καταστολή και τις εκτελέσεις αλλά ακόμα και την εξαθλίωση των εργαζομένων. Από την άλλη, οι πολεμοκάπηλοι —είτε εντός είτε εκτός— χρησιμοποιούν τη ρητορική της «δικαιοσύνης» ή της «ασφάλειας» για να δικαιολογήσουν τον θάνατο.
Η δυσκολία ταυτόχρονης καταδίκης των μουλάδων και των δυνάμεων της Δύσης/Ισραήλ πηγάζει από το γεγονός ότι και οι δύο πλευρές αποτελούν τις δύο όψεις της ίδιας λογικής. Ο ένας καταπιέζει από μέσα, ο άλλος βομβαρδίζει από έξω. Και οι δύο αντιμετωπίζουν την ανθρώπινη ζωή ως αναλώσιμη μόλις βγει από τον κύκλο της υπακοής. Για τον λαό του Ιράν, ο δολοφόνος δεν εξαγνίζεται από τη σημαία που κρατά, είτε αυτή είναι το κοράνι είτε η υπεράτλαντες διεθνής τρομοκράτες.
Πιστεύω η πόλωση τρέφεται από την άρνηση τοποθέτησης της ταξικής ανάγνωσης στο επίκεντρο. Όσο η συζήτηση περιορίζεται σε γεωπολιτικούς άξονες, ο αγώνας των εργατών, των γυναικών, της νεολαίας και των συνταξιούχων για επιβίωση παραμένει αόρατος. Η πραγματική λύση δεν βρίσκεται στη συμμαχία με αντιδραστικές δυνάμεις που επιζητούν τον πόλεμο για πολιτικό κέρδος, αλλά στον διαχωρισμό από κάθε μηχανή καταστροφής που πατά πάνω σε πτώματα.
Σε οποιαδήποτε άλλη στάση απέναντι στον Ιρανικό λαό, εκχωρούμε την συζήτηση, τις ιδέες και τα επιχειρήματα μας στα χέρια του φιλελεύθερου αφηγήματος περί μαντήλας και περί δυτικής έγνοιας για τον «καημένο και καταπιεσμένο» Ιρανικό λαό.
Δέχθηκες επιθέσεις διαδικτυακά όταν έκανες ανάρτηση μέσα από την οποία εξέφραζες ανακούφιση για τη δολοφονία του Χαμενεΐ. Πιστεύεις ότι θεωρήθηκε πως υποστηρίζεις ΗΠΑ και Ισραήλ; Από την άλλη τι απαντάς σε εκείνους που θεωρούν προκλητική την ανάρτηση εν μέσω επίθεσης;
Θυμάμαι εκείνο το πρωί που βρήκα το κινητό μου γεμάτο μηνύματα από όλο τον κόσμο. Μου γράφανε ότι ο Χαμενεΐ είναι νεκρός. Παρόλα αυτά νιώσαμε μέσα μας έναν θρίαμβο λες: επιτέλους το κάθαρμα που σκότωσε τόσο κόσμο! Όλοι οι Ιρανοί μέσα μας αυτό λέγαμε.
Την μέρα που έφυγε ο Σάχης με το αεροπλάνο βγήκε ο κόσμος έξω και συνέχαιρε ο ένας τον άλλον. Έλεγαν: συγχαρητήρια, μπράβο σου. Αυτή τη χαρά είχα! Όχι ότι χάρηκα γιατί τον έφαγε ο Τραμπ. Μακάρι να είχε πέσει στα δικά μας χέρια, εννοώ να τους είχε ρίξει ο λαός.
Ποιος κερδίζει;
Κανένας, μόνο χαμένοι υπάρχουν
Τι μαθαίνεις από το Ιράν και ποιο είναι το μέλλον που προβλέπεις ;
Το μέλλον δεν ξέρω. Οι συγκυρίες μας βάζουν να πάρουμε θέση υπέρ κάποιου. Εγώ θέλω να ταπεινωθούν Ισραήλ και ΗΠΑ αλλά δεν θέλω να δυναμώσει το καθεστώς. Για μένα ένας Έλληνας εργάτης που παλεύει για τη ζωή του είναι όπως ένας Ιρανός . Κι οι ολιγάρχες είναι ίδιοι μεταξύ τους. Οι απλοί άνθρωποι που ζήσαμε την τυραννία στο Ιράν χαρήκαμε. Ταυτόχρονα θέλουμε να ηττηθούν ΗΠΑ και Ισραήλ.
Τα προηγούμενα χρόνια το Ιράν, μετά τον πόλεμο με το Ιράκ δεν έχει πειράξει μύγα γύρω του. Στις μυστικές υπηρεσίες όλοι δουλεύουν με όλους. Στο Αφγανιστάν δούλευαν μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ και των ΗΠΑ ενάντια στους Ταλιμπάν. Και οι μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ με του Ιράν, ενάντια στους Ταλιμπάν.
Οπότε πριν, συνέφερε την Αμερική μια χαρά να δουλεύει με το καθεστώς τόσα χρόνια. Τα τελευταία χρόνια το Ιράν έκανε ότι έλεγε η Αμερική. Λίγο καιρό πριν την επίθεση παραδεχόταν κι ο Τραμπ την αγαστή τους συνεργασία. Ρωτάς τι μαθαίνω από το Ιράν. Τον Ιούνιο που βομβαρδιζόταν μου έλεγαν πως ήταν κάτι το πρωτοφανές. Πως έπεφταν βόμβες όλη μέρα στον πόλεμο των 12 ημερών. Οι δικοί μας έχουν φύγει έχουν πάει προς την Κασπία.
Γιατί γίνεται αυτός ο πόλεμος;
Αυτή η ερώτηση έχει μεγάλη πλάκα διότι αντικειμενικά ο λόγος για τον οποίο γίνεται αυτός ο πόλεμος έχει γίνει αντικείμενο σύγχυσης, δεν μπορούνε να συνεννοηθούνε πέντε βασικοί νοματαίοι για το ποια είναι η βασική τους, η πιο αληθοφανής, τελοσπάντων, δικαιολογία για την επιθετική τους επιδρομή, και αλλάζουν το αφήγημα μέρα παρά μέρα και υπουργείο με υπουργείο.
Είναι τόσο σκουντούφληδες που μοιάζει του καθενός το εφεύρημα για την αιτιολογία του πολέμου να σχετίζεται με τα προσωπικά συμπλέγματα και τις ονειρώξεις εξουσίας και δύναμης του κάθε Βάνς και Τραμπ και Ρούμπιο που μιλάνε και συμπεριφέρονται σα να παίζουν εικονικό πόλεμο σε Playstation. Μέσα σε όλη αυτή την πολιτική ψυχασθένεια, ο μόνος που παραμένει απελπιστικά συνεπής στο δικό του μονότονο τροπάριο είναι ο εγκληματίας Νετανιάχου που από την δεκαετία του ’90 υποδεικνύει εμμονικά ότι το Ιράν παιδιά θα έχει πυρηνικά όπλα μεθαύριο.
Ε, έχουν περάσει τριάντα χρόνια και ακόμα περιμένουμε το «μεθαύριο». Και με αυτή τη συνολική διαστροφή κάθε πολιτικής και διεθνούς νομιμότητας συμβαδίζει η δικιά μας κυβέρνηση με Μητσοτάκη, Δένδια και Άδωνη ξέρω ‘γω, κι αυτό είναι πιο τρομακτικό ακόμα και από τα σύνδρομα μεγαλείου και τις φαντασιώσεις τύπου «είμαι στρατηγός στο Playstation» του κάθε Χέγκσεθ και της παρέας του. Πρόκειται για μια τόσο δουλική άγνοια κινδύνου πού όσο δεν μπορούν πλέον να απεμπλακούν οι ΗΠΑ και Ισραήλ από τον στρόβιλο ψεμάτων αλλά κι από την ίδια τη σύρραξη που έχουν προκαλέσει, τόσο οι δικοί μας οι βλάκες θα βαθαίνουν την ανάμειξη της χώρας στον παράνομο πόλεμο.
Ο λόγος γι’ αυτόν τον πόλεμο φαινομενικά θα είχε μια εξήγηση ως ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος που θέλει να αποσταθεροποιήσει την περιοχή και να την θέσει στον έλεγχο των διαθέσεων του Ισραήλ, τον έλεγχο του φυσικού πλούτου της περιοχής κτλ., με το γνωστό πρόσχημα της απειλής του Ιράν, την απελευθέρωση του λαού από τον ουρανό με βόμβες… Η πραγματικότητα όμως μας δείχνει ότι πλέον ΗΠΑ και Ισραήλ έχουν εγκλωβιστεί στις δικές τους απελπισμένες αντιφάσεις, χτυπάνε ανοιχτά πια πολιτικούς στόχους για να πιέσουν το καθεστώς αλλά πιέζουν απελπιστικά τον πληθυσμό, θέλουν να απομονώσουν το Ιράν αλλά τελικά χρειάζονται το πετρέλαιο τους για να μην ανέβει η τιμή του περίφημου βαρελιού…
Και μέσα σε όλο αυτό το θέατρο του παραλόγου είναι ο λαός του Ιράν που πληρώνει το τίμημα αυτών των παιχνιδιών πολέμου. Πρόκειται για τον λαό που βγήκε στο δρόμο δυναμικά και με τη δική τους θέληση για μια πολιτική και κοινωνική αλλαγή, αλλά ο πόλεμος τον απώθησε, ο πόλεμος παράκαμψε τον ξεσηκωμό, κατέστειλε διπλά μια επανάσταση.
Τα βιώματα αυτά σε οδήγησαν στην τέχνη;
Έπαιξε ρόλο στο να γίνω καλλιτέχνης ο θείος μου ο Σοφοκλής στο Βερολίνο, που ήταν κινηματογραφιστής. Έκανε ταινίες και έπαιξα κι εγώ 9 χρονών σε μία από αυτές. Η πρώτη μου επαφή με το θέατρο ήταν το θέατρο Grips γι’ αυτό το κάνω κι εδώ στην Ελλάδα.
Με ενδιαφέρει το πως η τέχνη μπορεί να γίνει επικίνδυνη, πως θα μας φοβούνται όπως φοβόντουσαν τον Μπρεχτ. Να μας εμπιστεύεται ο κόσμος και να μας τρέμουν οι εξουσίες. Το «Μια γιορτή στου Νουριάν» το ανεβάσαμε το 2011 όταν η κρίση θέριζε και αλώνιζε η ΧΑ. Θέλαμε να γίνουμε επικίνδυνη αλλά δεν μας αντιμετώπισαν ως τέτοιους τα συστημικά ΜΜΕ.
Ποια είναι η μοίρα των καλλιτεχνών στο Ιράν ;
Η μοίρα των καλλιτεχνών στο Ιράν είναι μια ιστορία γεμάτη αντιφάσεις, και κάπως τεντωμένο σχοινί. Για δεκαετίες, το «επαναστατικό» καθεστώς αντιμετώπιζε τις τέχνες ως ένα προπαγανδιστικό «δημόσιο αγαθό», ρίχνοντας αμύθητα ποσά —εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια και ευρώ— για να στηθούν τεράστιες παραγωγές στην τηλεόραση, το σινεμά άντε και το θέατρο κάπως. Αυτή η κρατική επιδότηση δημιούργησε ένα πανίσχυρο επαγγελματικό κατεστημένο σε πολλά και διαφορετικά σε είδος κινηματογραφικά και τηλεοπτικά ρεύματα και ποιότητες, αλλά στις παραστατικές τέχνες και τη μουσική, προσφέροντας στους δημιουργούς τα μέσα να μεγαλουργήσουν, αλλά με το αζημίωτο.
Και εδώ συμβαίνει το εξής μαγικό που νομίζω το έχει ζήσει και η σύγχρονη ελληνική πολιτιστική έκφραση: οι Ιρανοί καλλιτέχνες, για να αποφύγουν ή καλύτερα να παρακάμψουν τη λογοκρισία, έγιναν διπλά και τριπλά δημιουργικοί. Έμαθαν να μιλάνε «πλάγια». Ανέπτυξαν έναν μοναδικό ρεαλισμό που απεικόνιζε την ιρανική κοινωνία με τεράστια δύναμη και ελπίδα, ασκώντας μια έμμεση αλλά βαθιά κριτική, χωρίς ποτέ να μπορούν να τους κατηγορήσουν ευθέως για αντίσταση. Έτσι, ο ιρανικός κινηματογράφος κατάφερε να ξεχωρίσει παγκοσμίως, μετατρέποντας τον περιορισμό σε υψηλή τέχνη. Και μέσα σε αυτήν την πολυφωνία κατάφερα και να γεννηθούν κάποιες σύντομες underground πρωτοπορείες.
Σήμερα, η μοίρα τους μοιάζει να ακολουθεί την πορεία της Δύσης σε περιόδους κρίσης, αλλά σε πολύ πιο ακραίο βαθμό. Η κοινωνική και κυρίως η οικονομική εξαθλίωση τους έχει χτυπήσει αλύπητα. Παράλληλα, το πολιτικό κλίμα έχει αγριέψει. Ακούμε διαρκώς για κινηματογραφιστές που μπαινοβγαίνουν στις φυλακές. Κι όμως, αυτό που προκαλεί δέος είναι η επιμονή τους.
Παρά τις διώξεις και την οικονομική ασφυξία, βρίσκουν πάντα τον τρόπο να στήνουν ξανά και ξανά τις κάμερές τους και να αφηγούνται τις ιστορίες τους. Η μοίρα τους, λοιπόν, είναι ένας διαρκής αγώνας επιβίωσης ανάμεσα στην κρατική εξάρτηση, την οικονομική κρίση και την αστείρευτη ανάγκη για ελευθερία έκφρασης.
