Είναι η Θεσσαλονίκη μια ξεχωριστή περίπτωση σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα; Η εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων διαφέρει τόσο πολύ από ό,τι στην επικράτεια; Είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση που συνιστά ξεχωριστό παράδειγμα; Δεν θα το έλεγα, παρά τις υπαρκτές ιδιομορφίες που όμως συναντάμε συχνά στην εκλογική γεωγραφία. Τι είναι αυτό που κάνει τον πολιτικό λόγο της Θεσσαλονίκης ιδιαίτερο; Είναι το γεγονός ότι η πόλη, ως το δεύτερο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας και παρά την πολυεπίπεδη υποχώρηση της περιφέρειας, έχει ακόμη μια κρίσιμη πολιτική – μιντιακή – επιχειρηματική -διανοητική και κοινωνική μάζα που μπορεί να διατυπώσει πολιτικό λόγο με αξιώσεις εθνικού ακροατηρίου. 

Αυτό που παρατηρείται στη Θεσσαλονίκη και ευρύτερα στη Βόρεια Ελλάδα δεν είναι μια απλή εκλογική διακύμανση. Δεν είναι μια «κακή περίοδος» για τα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα. Είναι κάτι βαθύτερο μάλλον – μια σταδιακή αποσύνδεση ανάμεσα σε ένα γεωγραφικό και κοινωνικό σύνολο και σε εκείνους που διεκδικούν να το εκπροσωπήσουν. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι αντισυστημική πόλη όπως ίσως κάποιοι θέλουν να υποστηρίζουν. Ψήφισε, στήριξε, ανέδειξε κυβερνήσεις, έδωσε απλόχερα μεγάλα εκλογικά ποσοστά, έδωσε νίκες, έδωσε πολιτικό κεφάλαιο και σημαντικά στελέχη κυβερνήσεων κατά το παρελθόν. 

Και όμως σήμερα, τα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα – η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ – εμφανίζονται πιο αδύναμα εδώ απ’ ό,τι στο παρελθόν. Κέρδισαν εκλογές, διαμόρφωσαν πλειοψηφίες, άντλησαν πολιτική νομιμοποίηση, όμως σήμερα εμφανίζουν σαφώς πιο αδύναμες επιδόσεις. Και αυτό δεν εξηγείται με έναν μόνο λόγο γιατί είναι το αποτέλεσμα μιας συσσώρευσης παραγόντων που λειτουργούν ταυτόχρονα. Η πόλη σταδιακά άλλαξε χαρακτήρα αλλά άλλαξε και η σχέση της με το πολιτικό σύστημα. 

Αν η κουβέντα αφορούσε μόνο το ΠΑ.ΣΟ.Κ ή τον ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ δεν θα υπήρχε πεδίο για ανάλυση. Αφορά και τη Νέα Δημοκρατία που μέχρι και τις τελευταίες εκλογές κατέγραψε σημαντικά ποσοστά στην κάλπη. Σήμερα όμως η αίσθηση είναι ότι πιέζεται. Και ίσως πιέζεται λίγο παραπάνω από ό,τι στην υπόλοιπη χώρα. Προσπαθώ να εκτιμήσω και να παρουσιάσω μερικές αιτίες που κατά την άποψή μου αθροιζόμενες, σωρευτικά οδηγούν στο αποτέλεσμα αυτό. 

Πρώτον, υπάρχει ένα εδραιωμένο αίσθημα ανισορροπίας ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια. Η Αττική, με όλα της τα προβλήματα, εξακολουθεί να συγκεντρώνει επενδύσεις, υποδομές, υπηρεσίες και ευκαιρίες. Η περιφέρεια – και ειδικά η Βόρεια Ελλάδα – βιώνει μια διαφορετική πραγματικότητα. Όχι απαραίτητα απόλυτης υστέρησης σε κάθε δείκτη, αλλά μιας σχετικής καθυστέρησης που γίνεται αντιληπτή καθημερινά. Η Θεσσαλονίκη, ως το δεύτερο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας, διαθέτει την κρίσιμη μάζα για να εκφράσει αυτό το αίσθημα πιο καθαρά. Το ίδιο μπορεί να το νιώθουν η Δράμα, η Καβάλα, η Κοζάνη και ο Βόλος, αλλά η Θεσσαλονίκη μπορεί να το μετατρέψει σε πολιτικό μήνυμα. 

Δεύτερον, τα μεγάλα έργα υποδομής, ακόμη και όταν προχωρούν, δεν λειτουργούν πλέον ως πολιτικό κεφάλαιο με τον ίδιο τρόπο. Γιατί; Διότι συχνά έρχονται με καθυστέρηση μιας ολόκληρης γενιάς. Όταν ένα έργο ολοκληρώνεται σήμερα αλλά θα έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί πριν από 15 ή 20 χρόνια, η αίσθηση που δημιουργείται δεν είναι πρόοδος, αλλά αποκατάσταση μιας παλιάς εκκρεμότητας. Η πολιτική μοιάζει να λύνει προβλήματα του χθες, ενώ η κοινωνία αναζητά απαντήσεις για το αύριο. Έχουμε και δίπλα μας παραδείγματα πόλεων, στα δικά μας κυβικά, που εκτινάχθηκαν, οπότε η σύγκριση είναι κάπως άβολη. Αν το σκεφτούμε, όλα τα μεγάλα έργα που γίνονται ή σχεδιάζονται είναι ιδέες των 80s και 90s.

Τρίτον, η Βόρεια Ελλάδα φαίνεται να έχει χάσει ένα κρίσιμο στοίχημα της περιόδου 2000–2020. Σε μια φάση όπου άλλες περιοχές της Ευρώπης και των Βαλκανίων αναδιατάσσονταν οικονομικά και γεωπολιτικά, η περιοχή δεν κατάφερε να κεφαλαιοποιήσει τη θέση της ως διαμετακομιστικός, παραγωγικός ή επενδυτικός κόμβος. Προ κρίσης, το project των Ολυμπιακών Αγώνων δημιούργησε μια ανισορροπία που λόγω παχιών αγελάδων μπορεί να μην έγινε αισθητή, όμως οι μεταβλητές της δυναμικής των περιοχών άλλαξαν. Μετά ήρθε η υπερδεκαετής κρίση και η οριζόντια συμπίεση και στην τελευταία περίοδο βλέπουμε και πάλι την ψαλίδα με την Αττική να ανοίγει. Το γεγονός ότι σήμερα παρατηρείται κινητικότητα και υλοποιούνται ορισμένες παρεμβάσεις, δεν αναιρεί την υστέρηση που έχει ήδη καταγραφεί, έχει εμπεδωθεί και έχει μεταβολιστεί από την κοινωνία ως μια κεντρική δομική επιλογή του πολιτικού συστήματος. Με απλά λόγια, η περιοχή δεν αρκεί να «περπατά»· χρειάζεται να τρέξει για να καλύψει το χαμένο έδαφος. Και αυτό το αντιλαμβάνονται όλοι. Όταν είσαι ο χαμένος ενός ιστορικού κύκλου χρειάζεσαι πρωτοβουλίες ιστορικής κλίμακας, όχι ασπιρίνες.

Τέταρτον, ο τόπος χρειάζεται ένα ρεαλιστικό όραμα για τις επόμενες δύο δεκαετίες. Όχι ευχολόγιο, ούτε έκθεση ιδεών αλλά ορισμένες κεντρικές ιδέες γύρω από τις οποίες θα δομηθεί η όποια προσπάθεια. Εδώ δεν είμαι πολύ αισιόδοξος γιατί συγκρινόμενοι με τα μεταπολιτευτικά χρόνια δεν έχουμε σοβαρή παραγωγή ιδεών. Όλοι οι δυνητικοί παραγωγοί συλλογικών οραμάτων έχουν υποχωρήσει – κόμματα, θεσμοί, φορείς, συνδικάτα, διαθεσιμότητα κοινωνίας των πολιτών – τα πάντα είναι σε χαμηλότερο επίπεδο από ό,τι πριν 30 και 40 χρόνια. Όταν λοιπόν δεν υπάρχει ένα κεντρικό αφήγημα, ένας συλλογικός στόχος που να κινητοποιεί, να ορίζει, να μετασχηματίζει και να ενσωματώνει προσδοκίες, επιθυμίες και αντικειμενικές δυνατότητες, τότε ενισχύεται η αίσθηση της ματαιότητας. Ενισχύεται ο κυνισμός, η αδιαφορία και η στενά ατομικιστική θεώρηση των πραγμάτων. Αποσύρεται η βούληση και η πράξη και ελπίζουμε σε ανεδαφικές νομοτέλειες. Μα νομοτελειακά κανείς δεν αναπτύχθηκε.

Πέμπτο, πολιτική εκπροσώπηση. Έχω την αίσθηση ότι το πολιτικό προσωπικό της περιοχής επειδή ακριβώς δεν είναι και δεν αισθάνεται ακριβώς περιφερειακό αλλά δεν είναι ούτε και κεντρικό, δεν έχει βρει επαρκώς τον ρόλο του. Οι βουλευτές της υπόλοιπης περιφέρειας έχουν ένα manual. Tα κεντρικά πολιτικά στελέχη των κομμάτων που ως επί τω πλείστο κατοικοεδρεύουν στο εθνικό κέντρο, έχουν επίσης το δικό τους. Οι τοπικοί πολιτικοί μας -σε όλες τις βαθμίδες- αντιλαμβάνονται τα ανωτέρω αλλά δεν έχουν εύκολες επιλογές. Πολλοί εξ αυτών θεωρούν ότι ένα ακόμη έργο, μία ανάπλαση, ένα σχολείο και μια πρωτοβουλία «κατόπιν ενεργειών μου» φτιάχνει θετικό κλίμα. Νομίζω ότι το διαβάζουν ανάποδα. Το διαβάζουν λανθασμένα. Πιο πολύ λείπει μια φωνή που θα αρθρώσει λόγο πολιτικό με αρχή μέση και τέλος – και όπου χρειάζεται και διεκδικητικό και αντιπαραθετικό, παρά μια φωνή που προσπαθεί να φανεί ότι λύνει προβλήματα. Τα προβλήματα για να λυθούν, πρώτα πρέπει να αναδειχθούν, να οροθετηθούν, να διαμορφώσουν τους συσχετισμούς και να τεθούν στο επίκεντρο του διαλόγου και των δημοσίων πολιτικών. Τα προβλήματα και τα ζητήματα που λύνονται με διευθετήσεις, με συνεννοήσεις, με μερικά τηλέφωνα και λίγη επικοινωνία δεν είναι –ποτέ δεν ήταν – σημαντικά προβλήματα. Ήταν και παραμένουν δεύτερης και τρίτης κατηγορίας ζητηματάκια που πρέπει να λύνονται σε διοικητικό ή χαμηλό πολιτικό επίπεδο. Το να επιχειρείται να φανούν ως καθαρισμός της κόπρου του Αυγεία, δεν πείθει και δικαίως πολλούς.

Θα αναρωτηθεί κανείς ποια είναι τα μεγάλα ζητήματα της ευρύτερης περιοχής. Πρόχειρα γράφω όσα μου έρχονται στο νου. Ποιότητα ατμοσφαιρικού αέρα, μετρό στα δυτικά, έκτος προβλήτας λιμανιού και συνδέσεις του, στεγαστικό, αντιπλημμυρική θωράκιση, θερμική νησίδα, ανάπλαση Δ.Ε.Θ, παραλιακό μέτωπο Αγγελοχώρι – Καλοχώρι, Λαχανόκηποι, ανακύκλωση και κυκλική οικονομία, φροντίδα δύο οικοσυστημάτων Θερμαϊκού κόλπου και Σέιχ Σου, παραγωγική και εισοδηματική υστέρηση, ακτοπλοΐα, περιβαλλοντική ισορροπία, ισόρροπη γεωγραφικά και κοινωνικά ανάπτυξη (δυτικά – ανατολικά), δημογραφία και μερικά ίσως ακόμη αυτού όμως του επιπέδου. 

Το κρίσιμο για το τέλος. Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι δεν γίνεται τίποτα. Γίνονται αρκετά πράγματα και υποδομές και σχεδιάζονται και μερικά ακόμη. Αυτό που επισημαίνω στο παρόν σημείωμα είναι ότι όλοι πρέπει να γνωρίζουν και να αντιλαμβάνονται τα μεγέθη, τις κλίμακες και τις δυναμικές. Οι της κυβέρνησης ότι όλα αυτά έχουν συγκεκριμένο αποτύπωμα και χρειάζονται περισσότερα και σε άλλα επίπεδα. Οι της αντιπολίτευσης ότι αν δεν αναδείξουν με έναν άλλο, διαφορετικό λόγο τις υστερήσεις και τις δικές τους προτεραιότητες δεν θα καταφέρουν να αυξήσουν την πολιτική τους επιρροή. Οι αυτοδιοικητικοί ότι έχουν δική τους κάλπη και λογοδοτούν στους ψηφοφόρους τους, ότι έχουν την υποχρέωση των δικών τους προτεραιοτήτων και επιλογών. Οι άλλοι θεσμικοί και μη παίκτες ότι είμαστε όλοι επιβάτες σε ένα κοινό καράβι. Μέχρι να γίνουν όλα αυτά, οι δυσκολίες – κυρίως για τις συστημικές πολιτικές δυνάμεις και πρόσωπα- θα είναι η επόμενη εκλογική πραγματικότητα.