Η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη, την περασμένη Τρίτη, είχε καλά νέα για την πόλη. Ο πρωθυπουργός επισκέφτηκε μικρά και μεγαλύτερα έργα υποδομών, που είναι στην ευθύνη του κράτους και της αυτοδιοίκησης, άκουσε τους αρμόδιους να εξηγούν την πρόοδο, να δίνουν χρονοδιαγράμματα και εξέφρασε την ικανοποίησή του επειδή -όπως έχει ακουστεί πολλές φορές τα τελευταία χρόνια- «η Θεσσαλονίκη αλλάζει». Κάτι που αναμένεται να εκφράζεται σε ενεστώτα διαρκείας μέχρι τον καθοριστικό -όπως, επίσης, οι πολιτικοί λένε- ορίζοντα του 2030. Παράλληλα τις τελευταίες ημέρες ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Στέλιος Αγγελούδης έκανε έναν δημόσιο απολογισμό για τα πολλά εργοτάξια που υπάρχουν στην πόλη για την αλλαγή των πεζοδρομίων. Ανάλογες περιοδείες και δηλώσεις κάνουν συχνά πυκνά  και οι άλλοι αυτοδιοικητικοί του πολεοδομικού συγκροτήματος, αφού αυτό που έχουν να δείξουν οι δήμαρχοι -και αυτό που σε τελευταία ανάλυση τους ενδιαφέρει- είναι τα τεχνικά έργα. Το μπετόν που πέφτει, τις πλάκες που στρώνονται, τους τοίχους που υψώνονται.

Όλα αυτά είναι καλά, άγια και χρήσιμα. Καλώς σχεδιάζονται, καλώς εκτελούνται και ακόμη καλύτερα προβάλλονται, ώστε ο κάθε υπεύθυνος στην κεντρική διοίκηση ή την αυτοδιοίκηση να πιστωθεί τις πρωτοβουλίες του και εξ αντανακλάσεως να χρεωθεί τις παραλήψεις του. Και είναι πιθανό η Θεσσαλονίκη του 2030 να είναι μια διαφορετική πόλη από τη Θεσσαλονίκη του -για παράδειγμα- 2000, αφού και μόνο η λειτουργία του μετρό την έχει αλλάξει προς το καλύτερο. Μόνο που αυτά τα έργα, ακόμη και αν συνυπολογιστούν όλα μαζί, δεν αρκούν για να περάσει η Θεσσαλονίκη σε άλλο -εννοείται  ανώτερο- επίπεδο. Για να ξεπεράσει την κρίση που τη μαστίζει. Διότι το κύριο πρόβλημα της πόλης δεν είναι τα έργα, αλλά η οικονομία. Καθώς το 2030 θα συμπληρώνονται 40 χρόνια από το 1990 και την αλλαγή σελίδας της παγκόσμιας ιστορίας και της παγκόσμιας οικονομίας, η Θεσσαλονίκη θα μετράει κυρίως πληγές. Επειδή στη δεκαετία του 1990 λόγω της παγκοσμιοποίησης, αλλά και της αδυναμίας του ελληνικού συστήματος να προσαρμοστεί γρήγορα στις αλλαγές, όπως και της αδράνειας του ελληνικού αθηνοκεντρικού κράτους, η Θεσσαλονίκη έκανε στο οικονομικό πεδίο άλματα προς τα πίσω. Με την εκτεταμένη αποβιομηχάνιση, τον περιορισμό των εξαγωγών, την ύφεση του εμπορίου «παραδόθηκε» άνευ όρων στη στασιμότητα και την υπανάπτυξη. Ακολούθησε στα βήματα προς τα πίσω η κοινωνία, που απώλεσε τον δυναμισμό των δεκαετιών του 1960, του 1970 και του 1980. Κάτι που είχε ως άμεσο και χειροπιαστό αποτέλεσμα τη διαρροή προς το κέντρο της χώρας ή το εξωτερικό αφενός της φυσικής οικονομικής, πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας της πόλης και αφετέρου των δημιουργικών ανθρώπων της νέας γενιάς, που παλαιότερα -κατ’ αναλογίαν-  μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους θα επέμεναν να παραμείνουν και να προκόψουν στη Θεσσαλονίκη.   

Δυστυχώς σήμερα στο κρίσιμο πεδίο της οικονομίας, που σημαίνει δημιουργία κοινωνικού πλούτου και διαμοιρασμό του μέσω της ποσοτικής αύξησης και της ποιοτικής ανόδου της απασχόλησης, η Θεσσαλονίκη υποφέρει. Τα «φουγάρα» που έσβησαν στη δεκαετία του 1990 δεν αντισταθμίστηκαν ποτέ, ενώ η συντριπτική εικόνα συμπληρώθηκε από την έντονη παρακμή του τοπικού εμπορίου μετά το 2010 και τη χρεοκοπία της χώρας. Σήμερα πολλά καταστήματα στους εμπορικούς δρόμους και παραδρόμους του κέντρου παραμένουν κλειστά, σκοτεινά κι ανοίκιαστα, είτε επειδή οι ιδιοκτήτες – εισοδηματίες δεν συμβιβάζονται με ενοίκια κατώτερα αυτών που οι ίδιοι έχουν υπολογίσει, είτε λόγω του… ασπρίσματος της οικονομίας και περιορισμού της παραοικονομίας, που απέδειξε ότι πολλές μικρές επιχειρήσεις αδυνατούν να επιβιώσουν σε συνθήκες κανονικότητας. Οι ιδιωτικές παραγωγικές επενδύσεις παραμένουν περιορισμένες και κατά κανόνα γίνονται σχεδόν αποκλειστικά με τη συνδρομή του κράτους και των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Αλλά και οι επενδύσεις από μόνες τους δεν λύνουν το πρόβλημα. Χρειάζεται η κατά το δυνατόν αποδοτικότερη αξιοποίησή τους, που πάντα είναι ευχερέστερη σε ένα δημιουργικό πλαίσιο και μια θετική ατμόσφαιρα, που δεν υπάρχει σε αυτή τη φάση της Θεσσαλονίκης. Αν η διανομή του πλούτου είναι ζητούμενο σε κάθε κοινωνία και κάθε οικονομία, η δημιουργία του πλούτου προηγείται, τουλάχιστον χρονικά. Για τη Θεσσαλονίκη αυτές είναι άγνωστες λέξεις και δύσκολες έννοιες, αφού -για παράδειγμα- ακόμη και το πρώτιστο αναπτυξιακό έργο στην πόλη, το λιμάνι που δημιουργήθηκε πριν από 24 αιώνες και για το οποίο έγιναν οι δύο Βαλκανικοί Πόλεμοι, παραμένει υποβαθμισμένο. Τα έργα για την επέκταση της 6ης προβλήτας, ώστε να πιάνουν μεγαλύτερα εμπορικά πλοία, που μόλις ξεκίνησαν συζητούνται 30 χρόνια -20 με τη διοίκηση της ΟΛΘ ΑΕ στο δημόσιο και σχεδόν 10 με τον ιδιώτη-, ενώ οι απαραίτητες οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις του, που αποτελούν υποχρέωση του κράτους, παραμένουν στα χαρτιά ή μπλοκαρισμένες στην γραφειοκρατία. Αλλά και η ιδιωτικοποίησή του το 2018 έγινε χωρίς να εξασφαλιστεί θεσμικά η κυρίαρχη και ενεργός συμμετοχή μίας εκ των μεγάλων ναυτιλιακών εταιρειών του κόσμου που διακινούν τα εμπορεύματα ανά τους ωκεανούς, αφού το απόλυτο και μοναδικό ζητούμενο της αναβάθμισης του λιμανιού είναι η αύξηση των φορτίων και κυρίως των κοντέινερς. Αλλά -δεύτερο εμβληματικό παράδειγμα- και η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, που ήδη διχάζει την πόλη λόγω της ανάπλασης, συζητείται ως έργο real estate, αλλά και ως Μητροπολιτικό Πάρκο και όχι ως δυναμικός επιχειρηματικός πόλος για εκθέσεις και συνέδρια, που θα στηρίζει την οικονομία της πόλης, αλλά και την ευρύτερη θέση της ως περιφερειακό πόλο στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Διότι εάν συνέβαινε αυτό τότε το πρώτιστο μέλημα των κυβερνήσεων ήδη από τη δεκαετία του 1990 θα ήταν είτε η ιδιωτικοποίησή της είτε η στρατηγική της διασύνδεση με έναν διακεκριμένο πάροχο εκθεσιακών διοργανώσεων της Ευρώπης. 

Το κακό με τα αναπτυξιακά ζητήματα είναι ότι συχνά δεν φαίνονται με γυμνό μάτι, οπότε δύσκολα αποτελούν φόντο για μεγαλόστομες δηλώσεις, ενώ παράλληλα πρόκειται για διαδικασίες διαρκείς και μακρόσυρτες, με τις οποίες μια υπεύθυνη ηγεσία υποχρεούται να ασχολείται διαρκώς και κατά προτεραιότητα. Διότι το στοίχημα είναι πρωτίστως οικονομικό, πεδίο στο οποίο επικρατεί ο αναλφαβητισμός. Είναι -όπως σημειώσαμε και πιο πάνω- η βιώσιμη παραγωγή πλούτου και η εν συνεχεία όσο το δυνατόν δικαιότερη κατανομή του στην κοινωνία.