Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα όσα κατέθεσε ενώπιον των δικαστικών Αρχών ο γνωστός γκαλερίστας Γιώργος Τσαγκαράκης.
Ο κ. Τσαγκαράκης πρόσφατα αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, αντιμετωπίζοντας βαριές κατηγορίες, μεταξύ άλλων για αρχαιοκαπηλία και απάτες.
Όπως κατέθεσε, το Ευαγγέλιο έφτασε στα χέρια του μέσω ενός ιδιώτη, του P.M., ο οποίος είναι διευθυντής εταιρείας. Ο ιδιώτης τού παρουσίασε κάποια αντικείμενα που διέθετε προς δημοπράτηση και πιο συγκεκριμένα πέντε πίνακες ζωγραφικής και το επίμαχο Ευαγγέλιο. Τα συγκεκριμένα αντικείμενα ο ιδιώτης ισχυρίστηκε ότι τα είχε πολλά χρόνια στην κατοχή του από τους γονείς του. Στη συνέχεια υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση, αφήνοντάς τα παρακαταθήκη προς πώληση στον κ. Τσαγκαράκη και ορίζοντας τιμή ασφαλείας για το κάθε αντικείμενο.
Μάλιστα, ο γνωστός γκαλερίστας υποστήριξε κατά την απολογία του ότι, επειδή δεν είχε γνώσεις ως προς το Ευαγγέλιο, προέβη σε έρευνα στο διαδίκτυο σχετικά με την τιμή πώλησης αντίστοιχων αντικειμένων. Όμως, δεν βρήκε κάτι και έτσι έθεσε από κοινού με τον ιδιοκτήτη ως τιμή ασφαλείας τα 500 ευρώ!
«Θεώρησα ότι δεν ήταν ένα μοναδικό και σπάνιο κομμάτι, καθώς εκείνη την περίοδο είχαν τυπωθεί πάρα πολλά αντίστοιχα τέτοια Ευαγγέλια στη Βενετία. Σημειώνω ότι αποτελεί εκτύπωση και όχι χειρόγραφο», φέρεται να είπε.
Τσαγκαράκης: Όταν διάβασα τα σχόλια για το Ευαγγέλιο, άρχισα να προβληματίζομαι
Το Ευαγγέλιο το παρουσίασε για πρώτη φορά στην εκπομπή του στις 18/3/2026 και όπως τόνισε δεν το δημοπράτησε. Κατά τη διάρκεια της εκπομπής εκδηλώθηκε μεγάλο ενδιαφέρον και το βράδυ της ίδιας ημέρας, αφού ανέβασε το αντικείμενο στα μέσα κοινωνικής δικτώσης της εταιρείας, είδε στα σχόλια των χρηστών μήνυμα που εξέφραζε την απορία αν το αντικείμενο ήταν δηλωμένο.
«Την επόμενη ημέρα, όταν διάβασα τα σχόλια άρχισα να προβληματίζομαι. Αναρωτήθηκα αν πράγματι αυτό το αντικείμενο έπρεπε να συνοδεύεται από κάποιου είδους άδεια και έτσι άμεσα ήρθα σε επικοινωνία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων. Εξέφρασα την επιθυμία να μεταβώ προκειμένου να δηλώσω το αντικείμενο το οποίο μου είπαν ότι έπρεπε να δηλωθεί. Έκλεισα ραντεβού την επόμενη ημέρα, αλλά δεν πρόλαβα καθότι συνελήφθην», δήλωσε ενώπιον των Αρχών.
Ο
Γιώργος Τσαγκαράκης στην απολογία του αναφέρθηκε και στους πίνακες ζωγραφικής,
321 στον αριθμό, που βρέθηκαν κατά τη διάρκεια έρευνας των Αρχών σε αποθήκη που
διατηρεί στο Ελληνικό. Όπως έδειξε η πρώτη πραγματογνωμοσύνη, την οποία και
αμφισβήτησε, μόνο επτά έργα αποδείχθηκαν γνήσια.
Όπως κατέθεσε, τα περισσότερα έργα εξ αυτών ήταν των γονιών του και τα έφερε από το πατρικό του στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια από εύπορη οικογένεια. Οι γονείς στο πατρικό του σπίτι είχαν πολλά αντικείμενα συλλεκτικής αξίας, καθώς και πληθώρα πινάκων ζωγραφικής, διότι ήταν συλλέκτες. «Όταν έφυγα από την Αίγυπτο και ήρθα στην Ελλάδα τα αντικείμενα αυτά τα αποθήκευσα στο Ελληνικό. Στην αποθήκη υπάρχουν και άλλα αντικείμενα από τα καταστήματά μου που έχουν κλείσει εδώ και χρόνια. Ήταν ξεχασμένα και βρίσκονταν εκεί για χρόνια», είπε.
Μάλιστα, αμφισβήτησε την πραγματογνωμοσύνη που έκανε υπάλληλος της Εθνικής Πινακοθήκης στην αποθήκη του Ελληνικού, λέγοντας ότι «αποφάνθηκε επιπόλαια (σ.σ.: ότι οι πίνακες είναι πλαστοί) χωρίς να κατεβάσει ούτε έναν πίνακα από τα ράφια και απουσία φωτισμού. Όσον αφορά τους πίνακες που βρέθηκαν στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στη Γλυφάδα, είναι πίνακες που περιήλθαν στην κατοχή μας από ιδιωτικές συλλογές για να μελετηθούν και να διαπιστωθεί η αξία τους και η γνησιότητά τους και στη συνέχεια να τεθούν προς πώληση».
«Ουδέποτε θα παρουσίαζα κάτι ως γνήσιο γνωρίζοντας ότι είναι πλαστό»
Ο ίδιος δήλωσε σε ανακριτή και εισαγγελέα ότι με βάση την εμπειρική του γνώση προβαίνει στην εκτίμηση των πινάκων ζωγραφικής, με στοιχεία που αντλεί από το διαδίκτυο και από το αρχείο του. Και αυτό γιατί, όπως τόνισε, στην Ελλάδα δεν υπάρχει επίσημος φορέας που να μπορεί να απευθυνθεί κάποιος για να πιστοποιήσει τη γνησιότητα πινάκων ζωγραφικής και άλλων έργων τέχνης, παρά μόνο ιδιώτες πραγματογνώμονες οι οποίοι τις περισσότερες φορές δε διαθέτουν εξειδικευμένη επιστημονική κατάρτιση. «Επομένως, δεν υπάρχει κάποιος επίσημος φορέας στον οποίο θα μπορούσαμε να απευθυνθούμε για να λάβουμε πιστοποίηση γνησιότητας», απολογήθηκε.
Και πρόσθεσε ότι για τα περίπου 50 έργα που έχει παρουσιάσει τους τελευταίους 5 με 6 μήνες στην εκπομπή του είχε την πεποίθηση ότι ήταν γνήσια. «Ουδέποτε θα παρουσίαζα κάτι ως γνήσιο γνωρίζοντας ότι είναι πλαστό και διακυβεύοντας τη φήμη μου και την πορεία μου τα τελευταία 35 χρόνια».
