Η υπόθεση «17 Νοέμβρη» άρχισε να ξετυλίγεται με καταιγιστικό ρυθμό μετά την έκρηξη της βόμβας στον Πειραιά τον Ιούνιο του 2002 στα χέρια του Σάββα Ξηρού, όπως καταγράφεται στο 5ο επεισόδιο του ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά «Φάκελος 17Ν».
Για πρώτη φορά προβλήθηκαν τα βίντεο που τράβηξε η αστυνομία μέσα από τις δύο γιάφκες της 17Ν. Η δημοσίευση της φωτογραφίας ενός «προσώπου φαντάσματος», του Σάββα Ξηρού, οδήγησε τελικά στο πρώτο σπίτι στα Πατήσια. Αρχικά κανείς δεν γνώριζε την ταυτότητα του ανθρώπου που τραυματίστηκε. Μετά από άρση του απορρήτου, μελετήθηκαν συνομιλίες και κατέληξαν στο όνομα Σάββας Ξηρός.
Στις 29 Ιουνίου 2002 σήμανε συναγερμός σε ΕΛ.ΑΣ. και υπουργείο Δημόσιας Τάξης, ύστερα από έκρηξη αυτοσχέδιου μηχανισμού στο λιμάνι του Πειραιά. Ανώτεροι αξιωματικοί διαπίστωσαν άμεσα ομοιότητες με τις μεθόδους της 17Ν και ενημέρωσαν τον τότε υπουργό Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, καθώς και ξένες υπηρεσίες όπως CIA, FBI και Σκότλαντ Γιαρντ.
Ο τότε αξιωματικός της ΕΛΑΣ, Αναστάσιος Νασιάκος είπε στο ντοκιμαντέρ ότι όταν του μετέφερε ο πυροτεχνουργός ότι η δεύτερη βόμβα είχε δύο ρολόγια, μοτίβο που χρησιμοποιούσε η 17Ν σε όλες της βομβιστικές επιθέσεις που έκανε, πείστηκε 100%. Το μετέφερε μάλιστα στον Χρυσοχοΐδη τηλεφωνικώς: «Είναι 17. Ξεκινάμε!». Η ταυτοποίηση του Σάββα Ξηρού οδήγησε τις αρχές στην πεποίθηση ότι για πρώτη φορά είχαν στα χέρια τους μέλος της οργάνωσης. Ο Δημήτρης Κουφοντίνας περιγράφει την έκρηξη ως ένα «ατύχημα» που προέκυψε από βραχυκύκλωμα κατά τον χειρισμό της βόμβας.
«Θυμάμαι τον Σάββα που έλεγε με αυτό το μισό χαμόγελο, το πικρό, όταν το συζητάγαμε, τουλάχιστον αν γίνει να είναι δυνατή η έκρηξη. Κι έγινε αυτό το ατύχημα. Δεν ήταν ένα απλό ατύχημα. Ηταν πιο πολύ από τη σκέψη ότι μπορεί… Υπήρχε η απειροελάχιστη πιθανότητα να χτυπήσει κάποιος και έσπρωχνε και ξανάσπρωχνε τη βόμβα μέχρι να τη στριμώξει και τότε έγινε το βραχυκύκλωμα», είπε ο Δημήτρης Κουφοντίνας, ο οποίος ήταν ο εκτελεστικός αρχηγός της 17 Νοέμβρη.
Διαβάστε: Συνέντευξη Κουφοντίνα / Το παρασκήνιο της ένταξής του στη «17 Νοέμβρη» και η παρ’ ολίγον σύλληψή του το 1985
Μετά τη σύλληψη Ξηρού, η επεξεργασία των στοιχείων και των αμέτρητων κλειδιών που βρέθηκαν πάνω του οδήγησε σε κρίσιμες εξελίξεις. Παρά τις αρχικές επιφυλάξεις της ΕΛ.ΑΣ., αποφασίστηκε η δημοσιοποίηση της φωτογραφίας του, επιλογή που αποδείχθηκε καθοριστική.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα επικοινώνησε με το υπουργείο, αναφέροντας ότι αναγνώρισε τον άνδρα από συχνές εμφανίσεις του κοντά στο σπίτι της, στην οδό Πάτμου στα Πατήσια.
Η πληροφορία οδήγησε σε μεγάλη επιχείρηση της αντιτρομοκρατικής, με αποτέλεσμα τον εντοπισμό της πρώτης γιάφκας. Στο ντοκιμαντέρ παρουσιάζονται για πρώτη φορά εικόνες από την είσοδο των αστυνομικών, όπου βρέθηκαν όπλα, εκρηκτικά, προκηρύξεις και η χαρακτηριστική κόκκινη σημαία της οργάνωσης. Αξιωματικοί που συμμετείχαν κάνουν λόγο για σοκ μπροστά στα ευρήματα, ενώ η καταγραφή και μεταφορά τους διήρκεσε 17 ημέρες.
Ακολούθησε ο εντοπισμός δεύτερης γιάφκας στο Παγκράτι, όπου εντοπίστηκαν εκρηκτικές ύλες, οπλισμός, χειροβομβίδες, πυροκροτητές, αλλά και η ιστορική σφραγίδα της 17Ν.
«Το πρώτο που αντικρίζω στο βάθος, βλέπω τη σημαία με το αστέρι, βλέπω πάνω στον πάγκο τα μπαζούκας από το Πολεμικό Μουσείο βλέπω όπλα, βλέπω εκτυπωτές, προκηρύξεις… Βλέποντάς τα, ανατρίχιασα. Αμάν, λέω, είμαι στη γιάφκα 17 Νοέμβρη», δήλωσε χαρακτηριστικά ανώτερος αξιωματικός που συμμετείχε στις έρευνες.
Οι εξελίξεις επιταχύνθηκαν, με την κοινωνία να παρακολουθεί καθημερινά με αγωνία νέες αποκαλύψεις. Οι συλλήψεις διαδέχονταν η μία την άλλη: μετά τον Βασίλη Ξηρό συνελήφθη ο αδελφός του Χριστόδουλος, ενώ στη συνέχεια συνελήφθησαν οι Βασίλης Τζωρτζάτος και Χριστόδουλος Ψαραδέλης.
Καθώς ο κλοιός έσφιγγε, ο Δημήτρης Κουφοντίνας αποφάσισε να παραδοθεί. Στο ντοκιμαντέρ περιγράφει ότι μπήκε σχεδόν απαρατήρητος στη ΓΑΔΑ, δίνοντας μάλιστα φιλοδώρημα 100 ευρώ στον ταξιτζή «για να τον θυμάται». «Πέρασα ανάμεσα τους, δεκάδες αξιωματικοί, ασφαλίτες, δεν με αναγνώρισε κανείς. Πήγα μέσα. Από πίσω έτρεχε ο ταξιτζής, τα ρέστα, τα ρέστα. Πήγα εκεί, είπα εγώ και τέλος», σχολίασε ο Δημήτρης Κουφοντίνας.
Επίσης δήλωσε ότι δεν αποκηρύσσει τη δράση του, εκφράζοντας ωστόσο λύπη προς την οικογένεια του Αξαρλιάν.
Το ντοκιμαντέρ παρουσίασε και μαρτυρίες συγγενών θυμάτων. Η Νικόλ Έντουαρντς, κόρη του Ρόναλντ Στιούαρτ, περιγράφει τη συνάντησή της με τον Κουφοντίνα, σημειώνοντας ότι απέφυγε να τη κοιτάξει. Από την άλλη, ο Τζορτζ Τσιπ Τσάντες, γιος του Τζορτζ Τσάντες, μετέφερε την έντονη συναισθηματική φόρτιση της εποχής, θυμούμενος ακόμη και τη σκληρή αντίδραση του μικρού τότε γιου του.
