Κάθε χώρα έχει την επικοινωνιακή της στρατηγική. Αυτή η τακτική στην περίπτωση του Ισραήλ έχει όνομα. Ο όρος «hasbara» που σημαίνει «εξήγηση» αποτελεί αντικείμενο έντονου διαλόγου στον διεθνή Τύπο, σε ακαδημαϊκά περιοδικά και σε αναλύσεις think tanks, ιδιαίτερα σήμερα στο πλαίσιο του πολέμου στη Μέση Ανατολή.

Η «στρατηγική επικοινωνιακή υπεροχή» του Ισραήλ δεν είναι απλώς ένα σύστημα προπαγάνδας, αλλά ένα σύνθετο σύστημα δημόσιας διπλωματίας που συνδυάζει την πολιτική, την επικοινωνία και την τεχνολογία.

Πως καταφέρνει το Ισραήλ να επηρεάζει την κοινή γνώμη υπέρ του και τι λένε αυτοί που μιλούν για «ασύμμετρη επιρροή στο παγκόσμιο αφήγημα»;

Τον Αύγουστο του 2022, η κυβέρνηση του κράτους του Ισραήλ οργάνωσε ένα διαδικτυακό σεμινάριο, με κύριο ομιλητή τον τότε αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών, Idan Roll. Το παρακολούθησαν όπως γράφτηκε γύρω στους 100 δυτικοί influencers των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, εκπρόσωποι φιλοϊσραηλινών οργανώσεων που συνεργάζονται με το κράτος του Ισραήλ, και «ανεξάρτητοι ακτιβιστές δημόσιας διπλωματίας», οι οποίοι είχαν μόλις παρακολουθήσει ένα δίμηνο «εκπαιδευτικό πρόγραμμα» χρηματοδοτημένο από την κυβέρνηση του Ισραήλ.

Μόλις είχε ολοκληρωθεί η στρατιωτική επιχείρηση «Breaking Dawn», με 44 νεκρούς Παλαιστίνιους.

Κατά την ομιλία του, ο Roll αποκάλυψε ότι όταν το Ισραήλ ξεκινά μια στρατιωτική επιχείρηση, μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις είναι «να πραγματοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερους επιχειρησιακούς στόχους και όσο το δυνατόν γρηγορότερα, προτού η αυξανόμενη διεθνής πολιτική πίεση απαιτήσει από τη χώρα να σταματήσει την εκστρατεία της».

Και πρόσθεσε: «Αυτό καθορίζει πόσο αναπνευστικό χώρο μάς δίνει ο κόσμος για να συνεχίσουμε να χτυπάμε τους στόχους μας και εδώ μπαίνει η “Hasbara”. Η “Hasbara” μάς δίνει χρόνο και τη νομιμότητα να δράσουμε και να προστατεύσουμε τον εαυτό μας». Τι είναι όμως η «Hasbara» δηλαδή ένα ολόκληρο «οικοσύστημα» προπαγάνδας, που αποτελείται από κυβερνητικούς μηχανισμούς του Ισραήλ, το τμήμα επικοινωνίας του στρατού, από επιχειρήσεις, ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια και άλλους οργανισμούς.

Το Ισραηλινό υπουργείο Δημόσιας Διπλωματίας υποστήριζε το 2012 ότι το ποσό που χρειάστηκε να διαθέσει το Ισραήλ εκείνη την περίοδο για να κάνει επιθετική την αμυντική πολιτική του ανερχόταν στα 10,5 εκατ. δολάρια και αποτελούσε ήδη μια «Αυτοκρατορία». Αν το 2012 ξοδεύτηκαν τόσα χρήματα στην hasbara, αναρωτιέται κανείς πόσα στοίχισε στο Ισραήλ η hasbara των πρόσφατων πολέμων στη Γάζα και στο Ιράν.

Ο όρος hasbara χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη στρατηγική δημόσιας διπλωματίας του Ισραήλ, δηλαδή ένα σύνολο πρακτικών που αποσκοπούν στο να επηρεάσουν τη διεθνή κοινή γνώμη και να διαμορφώσουν το αφήγημα γύρω από τις στρατιωτικές και πολιτικές του ενέργειες. Διεθνή μέσα όπως ο Guardian, το Al Jazeera και το Foreign Policy έχουν επισημάνει ότι η στρατηγική αυτή βασίζεται σε τρεις βασικούς άξονες: Στην άμεση και συνεχή επικοινωνία με διεθνή ΜΜΕ, σε μια γλώσσα προσαρμοσμένη στη δυτική πολιτική κουλτούρα, και στην ταχύτατη παραγωγή οπτικοακουστικού υλικού.

Πιο αναλυτικά, Ισραηλινοί αξιωματούχοι και στρατιωτικοί εκπρόσωποι εμφανίζονται ταυτόχρονα με τη ροή σημαντικών γεγονότων που αφορούν την εξωτερική ή εσωτερική πολιτική της χώρας σε μεγάλα δυτικά δίκτυα, προσφέροντας τη δική τους εκδοχή των γεγονότων. Είναι εκπαιδευμένοι να χρησιμοποιούν τη γλώσσα με τρόπο που ενεργοποιεί τα αντανακλαστικά των δυτικών υπέρ τους. Για παράδειγμα κάνουν χρήση όρων όπως «αυτοάμυνα», «τρομοκρατία», «ασφάλεια» και «δημοκρατικές αξίες», που έχουν ιδιαίτερη απήχηση σε ΗΠΑ και Ευρώπη.

Ταυτόχρονα διαρρέουν μαζικά βίντεο, γραφήματα και αναλυτική επεξήγηση περιεχόμενου μέσω social media μέσα σε λίγες ώρες από τη στιγμή που λαμβάνει χώρα ένα γεγονός. Μάλιστα τελευταία, έχει διαρρεύσει στον διεθνή τύπο η ολοένα και μεγαλύτερη συνεργασία του Ισραήλ με influensers της δύσης.

Αυτή η συνδυαστική στρατηγική δημιουργεί, σύμφωνα με αναλυτές, ένα πλεονέκτημα στην «πρώτη αφήγηση» – δηλαδή στο ποιος καθορίζει πρώτος την ατζέντα και την ερμηνεία ενός γεγονότος διεθνώς.

Σε ακαδημαϊκές μελέτες (π.χ. σε περιοδικά διεθνών σχέσεων και επικοινωνίας), ο όρος hasbara περιγράφεται ως μορφή «στρατηγικής επικοινωνιακής υπεροχής» (strategic narrative dominance). Δηλαδή, δεν πρόκειται απλώς ενημέρωση, αλλά για επίμονη προσπάθεια ελέγχου του πλαισίου μέσα στο οποίο ερμηνεύονται τα γεγονότα.

Αναλυτές επισημαίνουν ότι το Ισραήλ έχει επενδύσει σε αυτή τη στρατηγική εδώ και δεκαετίες, ιδιαίτερα μετά τις εμπειρίες επικοινωνιακής ήττας σε προηγούμενους πολέμους (όπως στον Λίβανο το 1982 ή κατά τη δεύτερη Ιντιφάντα).

Στο πλαίσιο της σύγκρουσης με το Ιράν, αυτή η στρατηγική φαίνεται να εντείνεται και αυτό το καταλαβαίνουμε από την μετονομασία των επιθέσεων σε «προληπτικές ενέργειες» απέναντι σε μια «υπαρξιακή απειλή»! Το καταλαβαίνουμε επίσης από την ένταση της Ισραηλινής προπαγάνδας όταν εστιάζει στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν αλλά και από την επίμονη σύνδεση της Τεχεράνης με ευρύτερα δίκτυα «αποσταθεροποίησης» στη Μέση Ανατολή.

Πολλές κριτικές φωνές –ιδίως από τον διεθνή Νότο, ανεξάρτητα μέσα και ακαδημαϊκούς– υποστηρίζουν ότι αυτή η στρατηγική δημιουργεί ασύμμετρη επιρροή στο διεθνές αφήγημα.

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα των διανοούμενων που υποστηρίζουν αυτή την άποψη είναι η δυσανάλογη πρόσβαση στα δυτικά ΜΜΕ αφού Ισραηλινές πηγές εμφανίζονται πιο συχνά σε σύγκριση με άλλες πλευρές και τα ΜΜΕ εμφανίζουν πάντα τη φωνή τους ως την πλέον αξιόπιστη.

Ένα άλλο επιχείρημα είναι το πλαίσιο ερμηνείας που ευνοεί την πλευρά του Ισραήλ. Όταν η συζήτηση ξεκινά με όρους όπως η «αντιτρομοκρατία» για παράδειγμα το διεθνές δίκαιο, η κατοχή της Γάζας και τα ανθρώπινα δικαιώματα υποβαθμίζονται.

Τέλος, υπογραμμίζουν το επιχείρημα της γρήγορης διάδοσης πριν να υπάρξει επαλήθευση. Η ταχύτητα παραγωγής περιεχομένου όταν μιλάμε για την προπαγάνδα του Ισραήλ, μπορεί να προηγείται της πλήρους διερεύνησης γεγονότων.

Ορισμένες αναλύσεις στο Al Jazeera και στο Middle East Eye υποστηρίζουν ότι αυτό οδηγεί σε ένα είδος «επικοινωνιακής ηγεμονίας», όπου η διεθνής κοινή γνώμη διαμορφώνεται αρχικά με βάση μία κυρίαρχη αφήγηση, η οποία δύσκολα ανατρέπεται αργότερα.

Από την άλλη πλευρά, φιλοϊσραηλινές αναλύσεις ή δυτικά think tanks υποστηρίζουν ότι πρόκειται απλώς για αποτελεσματική δημόσια διπλωματία, την οποία κάθε κράτος έχει δικαίωμα να αναπτύσσει.

Τι λένε δηλαδή οι φιλοϊσραηλινές πηγές; Ότι το Ισραήλ λειτουργεί σε ένα εχθρικό περιβάλλον και οφείλει να εξηγεί τις ενέργειές του, ότι η επικοινωνιακή στρατηγική είναι απάντηση σε αυτό που θεωρεί «παραπληροφόρηση» από αντιπάλου και πως η χρήση σύγχρονων μέσων είναι αναγκαία στον «υβριδικό» πόλεμο της πληροφορίας.

Ο πόλεμος στο Ιράν εντατικοποίησε τους μηχανισμούς της hasbara που ήταν ήδη ενεργοί από τον πόλεμο στη Γάζα. Αναλύσεις σε διεθνή μέσα επισημαίνουν ότι το Ισραήλ στην περίπτωση του Ιράν χρησιμοποιεί επίσημους λογαριασμούς του στρατού και της κυβέρνησης με εκατομμύρια ακόλουθους.

Επίσης δημιουργούνται σύντομα, «εύπεπτα» βίντεο που εξηγούν στρατιωτικές επιχειρήσεις (οι οποίες πάντα σύμφωνα με τους προπαγανδιστές είναι απαραίτητες για την αυτοάμυνα του Ισραήλ) ενώ υπάρχει στόχευση συγκεκριμένων κοινοτήτων όπως η νεολαία της Δύσης που τους αφορά ιδιαίτερα, αλλά και οι πολιτικοί αναλυτές.

Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν και τα καλά νέα όπως η άνοδος εναλλακτικών πλατφορμών και ανεξάρτητων δημοσιογράφων χάρη στην οποία έχει αρχίσει να αμφισβητείται αυτή την υπεροχή καθώς δημιουργείται ένα πιο πολυφωνικό πεδίο πληροφόρησης. Η απήχηση τους δεν είναι ακόμα ισχυρή, αλλά κάποιες φωνές έχουν αρχίσει σιγά σιγά να αποκτούν εκτόπισμα αποκαλύπτοντας fake news που αφορούν στρευλώσεις γύρω από τα εγκλήματα του κράτους του Ισραήλ.