Λέγεται ότι ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Στην περίπτωση της «17 Νοέμβρη» η ταυτότητα των μελών της κρυβόταν στα μικρά στοιχεία και τις αθέατες ενδείξεις που άφηναν μετά από κάθε χτύπημά τους και απλά έπρεπε να ενωθούν.
Ο άνθρωπος που πήρε από το χέρι τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και τον Φώτη Νασιάκο και τους βοήθησε να ενώσουν αυτές τις «τελείες» ήταν ο κύριος «Χ» ή αλλιώς «Κίτσος». Ο ρόλος του αναδείχθηκε τόσο από τον ίδιο τον κ. Χρυσοχοΐδη στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Στον ίδιο δρόμο» όσο και στο ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά για τη «17 Νοέμβρη».
Η ταυτότητα του κυρίου «Χ» είναι άγνωστη, αφού εκείνοι που τη γνωρίζουν δεν θα πουν ποτέ το όνομά του, επιτρέποντας εικασίες και δημιουργώντας ένα παζλ με αρκετά μεν κομμάτια, αλλά όχι κι εκείνα που θα συνθέσουν πλήρως την εικόνα.
Το ερώτημα ποιος είναι ο κύριος «Χ», με βάση τα σημερινά δεδομένα, δεν θα έχει απάντηση, όπως δεν έχει απάντηση το ερώτημα πού είναι το 45άρι και η γραφομηχανή της «17 Νοέμβρη» και ποιος τα εξαφάνισε.
Το βιβλίο του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, «Στον ίδιο δρόμο»
Μετά τη δολοφονία του Βρετανού ταξίαρχου Στίβεν Σόντερς, που αποδείχθηκε κομβικό σημείο για την εγχώρια τρομοκρατία αφού πυροδότησε την αλλαγή δόγματος, φιλοσοφίας και προσέγγισής της, το κουαρτέτο της Κατεχάκη υπό τον κ. Χρυσοχοΐδη (και τους Γιάννη Διώτη, κ. Νασιάκο και Στέλιο Σύρρο) αντιλήφθηκε ότι η διαλεύκανση της ελληνικής τρομοκρατίας θα μπορούσε να επιτευχθεί με την εις βάθος ανάλυση ορισμένων κρίσιμων γεγονότων.
Κατανόησαν ότι η τρομοκρατική δραστηριότητα που μετρούσε σχεδόν τρεις δεκαετίες στις αρχές του 2000 είχε αφήσει πίσω της πληθώρα στοιχείων. Κατανόησαν, δηλαδή, ότι οι κρίσιμες ενδείξεις για την ταυτότητα των τρομοκρατών βρίσκονταν στο παρελθόν.
Κλείσιμο
Γιωτόπουλος – Γαλλία
Το ντοκιμαντέρ Παπαχελά ανέδειξε ένα στοιχείο που στην καταιγίδα των αποκαλύψεων το καλοκαίρι του 2002, όταν ξηλώθηκε η «17 Νοέμβρη», είχε περάσει σε δεύτερο πλάνο: οι ελληνικές διωκτικές αρχές είχαν αρκετές φορές στο παρελθόν βρεθεί πολύ κοντά στην άκρη του νήματος, αλλά είτε δεν το εκμεταλλεύτηκαν είτε δεν το αντιλήφθηκαν και τα στοιχεία τελικά είχαν μείνει ασύνδετα και μετέωρα.
Η Γαλλία και το όνομα του Γιωτόπουλου είχαν έρθει στην επιφάνεια, αλλά δεν αξιολογήθηκαν. Πέρασε κάτω από τα ραντάρ η επιλογή να σταλούν προκηρύξεις στη γαλλική εφημερίδα «Liberation», προσπεράστηκαν οι παρατηρήσεις ανθρώπων τους οποίους πλησίασαν οι διωκτικές αρχές ότι αυτές οι προκηρύξεις φώναζαν Γαλλία και γαλλική παιδεία.
Το όνομα του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου είχε έρθει πολλές φορές στην επιφάνεια αλλά είτε δεν αξιολογήθηκε είτε δεν προέκυπτε κανένα στοιχείο

Στον ρόλο του άγνωστου πληροφοριοδότη αναφέρεται ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη στο βιβλίο του και στη συνέντευξη που έδωσε για το ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ – Παρείχε στοιχεία για την κατανόηση του φαινομένου και έδωσε κρίσιμες κατευθύνσεις, αλλά ποτέ δεν είπε ούτε υπαινίχθηκε όνομα
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Οταν ο Αντώνης Δροσογιάννης από τη θέση του υπουργού Δημόσιας Τάξης έλεγε το 1987 για τους τρομοκράτες ότι «τους ακουμπάμε» και λοιδορήθηκε, εκείνος γνώριζε ότι στη γιάφκα της οδού Καλαμά που είχε εντοπιστεί τυχαία και είχε συνδεθεί με τον Χρήστο Τσουτσουβή, ένα από τα αναρίθμητα κλειδιά που είχαν βρεθεί ήταν του Simca, του οχήματος διαφυγής των τρομοκρατών της 17Ν μετά τη δολοφονία του Ρίτσαρντ Γουέλς, του πρώτου θύματός τους.
Με τον ίδιο τρόπο, η 17Ν επιχείρησε να λοιδoρήσει τον Δροσογιάννη σπεύδοντας να τον διαψεύσει με προκήρυξη, κάθε λέξη της οποίας ήταν έτοιμη να δεχθεί ως αληθινή η κοινή γνώμη.
Με τη γνώση του σήμερα, αυτή η προκήρυξη έδειχνε ότι η οργάνωση είχε θορυβηθεί από το ενδεχόμενο το εύρημα να αξιοποιηθεί. Ωστόσο, το κλειδί δεν άνοιξε καμία πόρτα κι έμεινε μετέωρο, όπως είχαν μείνει και τα περίφημα ευρήματα της Πάρνηθας, ανάμεσα στα διάφορα αντικείμενα, όπως υλικά μεταμφίεσης, είχε βρεθεί και κείμενο γραμμένο στη γραφομηχανή της «17 Νοέμβρη».
Συγκοινωνούντα δοχεία
Κυρίως δεν έγινε η σύνδεση ανάμεσα στις τρομοκρατικές οργανώσεις που δρούσαν από τη Μεταπολίτευση στην Ελλάδα και ο όρος «συγκοινωνούντα δοχεία» ακούστηκε πολλά χρόνια αργότερα – ο κ. Χρυσοχοΐδης ήταν εκείνος που τον επέκτεινε και στη «συνεργασία» τρομοκρατών και ποινικών.
Τι σήμαινε το κλειδί του Simca της 17Ν στη γιάφκα του Τσουτσουβή που οι Αρχές γνώριζαν ότι ήταν αρχηγός της «Αντικρατικής Πάλης», οργάνωσης που δημιουργήθηκε μετά από απόσχιση από τον ΕΛΑ, αν όχι ότι υπήρχαν κοινές διαδρομές και συνδέσεις ανάμεσα στις οργανώσεις;
Η σύνδεση όλων αυτών των στοιχείων έγινε πολύ αργότερα, όταν άρχισαν οι μαραθώνιες, συχνά ολονύχτιες συζητήσεις του κουαρτέτου της Κατεχάκη. Στις συναντήσεις έμπαινε και το στέλεχος της Αντιτρομοκρατικής, Φώτης Παπαγεωργίου, «η ζωντανή εγκυκλοπαίδεια» της υπηρεσίας, όπως λέει ο κ. Χρυσοχοΐδης. Η εικόνα, παρά «τον πολύ καπνό» στο γραφείο, είχε αρχίσει να ξεκαθαρίζει.
Η πίεση για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας γινόταν ολοένα εντονότερη μετά τη δολοφονία Σόντερς και στην προοπτική των Ολυμπιακών Αγώνων. Η είσοδος των μεθοδικών Βρετανών στις έρευνες άλλαξε τα δεδομένα σε πολλά επίπεδα, με πρώτο αυτό της επικοινωνίας.
Ήταν χαρακτηριστική η αποστροφή του πρώην στελέχους της Αντιτρομοκρατικής στη Βρετανία Ντάνκαν Τζέρεντ στο ντοκιμαντέρ Παπαχελά, «οι κοινωνίες νικούν την τρομοκρατία, είπαμε στην κοινωνία ότι χρειαζόμασταν βοήθεια».
Η μεταστροφή της κοινής γνώμης ήταν εντυπωσιακή τους μήνες που ακολούθησαν τη δολοφονία Σόντερς – τόσο που οι τρομοκράτες έστειλαν προκήρυξη με μόνο στόχο να πείσει ότι ο Σόντερς ήταν υπεύθυνος για δεκάδες επιθέσεις.
Τι είπε ο κύριος «Χ»
Την αναγκαία βοήθεια ήρθε να τη δώσει στον κ. Χρυσοχοΐδη ο κύριος «Χ». Είχε προηγηθεί το φιάσκο της «πληροφοριοδότριας» Μαρίας Τσιντέρη και είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τη δολοφονία Σόντερς, όταν ένας φίλος του κ. Χρυσοχοΐδη τον έφερε σε επαφή με τον κύριο «Χ», που «είχε στοιχεία για την τρομοκρατία», όχι ονόματα, όχι συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά στοιχεία που αποδείχθηκαν πολύτιμα.
«Σύντομα αποδείχθηκε ότι ο “Χ” ήταν μια εξαιρετικά πολύτιμη πηγή πληροφοριών», λέει ο κ. Χρυσοχοΐδης στο βιβλίο του. «Εγώ υπέθεσα ότι είχε περάσει από τη μαζικότερη τότε οργάνωση, “Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας”, αλλά όχι από τη 17Ν. Ωστόσο, φάνηκε πως γνώριζε καλά πρόσωπα και πράγματα κυρίως για την πρώτη δεκαετία της Μεταπολίτευσης».
Ο ΕΛΑ χρονικά είχε εμφανιστεί μήνες πριν από τη «17 Νοέμβρη», τον Απρίλιο του 1975, και το τελευταίο του χτύπημα ήταν στην ΑΣΟΕΕ τον Ιανουάριο του 1995. Τότε η οργάνωση είχε ανακοινώσει την αναστολή της δράσης του.
«Το τέλος της οργάνωσης προέκυψε όχι από την εξάρθρωσή της, αλλά από την πολιτική απόφαση εκ μέρους των μελών της», σημειώνει ο κ. Χρυσοχοΐδης, που πριν από την εμφάνιση του κυρίου «Χ» οι συζητήσεις με τους συνεργάτες του τον είχαν οδηγήσει στη Γαλλία και τον κύκλο των εξαφανισμένων μετά την πτώση της χούντας.
Ο αείμνηστος Θεόδωρος Πάγκαλος είχε συνεισφέρει σημαντικά σε αυτή την αναζήτηση. Ο κατάλογος των εξαφανισμένων μίκραινε κάθε φορά που τα ίχνη κάποιου εντοπίζονταν, ώσπου έμειναν δύο: ο Γιωτόπουλος και ένα ακόμη πρόσωπο που εντέλει εντοπίστηκε να ζει στην Πολωνία. Για τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο δεν προέκυπτε κανένα στοιχείο απολύτως.
Ο κύριος «Χ», όμως, άνοιξε στην Αντιτρομοκρατική για πρώτη φορά τα μάτια για συγκεκριμένα πρόσωπα που είχαν συμμετοχή στη «17 Νοέμβρη», δικαιώνοντας τη ρήση του Φώτη Παπαγεωργίου ότι όλα τα κάστρα πέφτουν από μέσα. Ο κ. Χρυσοχοΐδης αρνήθηκε να απαντήσει στην ερώτηση του Παπαχελά αν ο κύριος «Χ» φυλακίστηκε.
Ο κύριος «Χ» ή «Κίτσος», όπως τον αποκαλεί ο Φώτης Νασιάκος που επίσης είχε συναντήσεις μαζί του, ήταν μανιώδης καπνιστής, «ευγενής και μετρημένος». Τόσο που τα δωμάτια ακόμη και ξενοδοχείων που συναντιόταν με τον κ. Χρυσοχοΐδη, ο οποίος επίσης κάπνιζε τότε, να ντουμανιάζουν.
Από τις πρώτες επαφές είχε δηλώσει ότι δεν είχε πάρει ποτέ, άμεσα ή έμμεσα, μέρος σε δολοφονία, ενώ υποστήριζε ότι όλο το φαινόμενο της τρομοκρατίας ήταν αποτέλεσμα μιας εποχής, της δεκαετίας του ’80.
Αρχηγός ο «Ψηλός»
Ο κύριος «Χ» είχε αποστασιοποιηθεί εκείνη την περίοδο γιατί δεν πίστευε πλέον στον ένοπλο αγώνα και, όπως έλεγε στον κ. Χρυσοχοΐδη, είχε προσπαθήσει να πείσει και κάποιους έως τότε συντρόφους του ότι έπρεπε να σταματήσουν. Ο «Κίτσος» ξεκαθάρισε ότι δεν είχε εικόνα για το εσωτερικό της 17Ν το 2001.
Ήταν, όμως, βέβαιος για το πρόσωπο του αρχηγού από τα χρόνια της σύστασης της οργάνωσης, αυτού του «Ψηλού», όπως τον αποκαλούσε, για τον οποίο είπε στον κ. Χρυσοχοΐδη ότι γνώριζε μόνο εξ όψεως και τελευταία φορά τον είχε δει κάπου το 1976 σε μυστικές συνελεύσεις που γίνονταν μεταξύ οργανώσεων και ύστερα τον έχασε.
Ο κύριος «Χ», όμως, μίλησε αρχικά για τον άνθρωπο «με το κουλό χέρι», έτσι τον έλεγε, που είχε πάρει μέρος στη δολοφονία Γουέλς και ήταν στον ιδρυτικό πυρήνα της οργάνωσης – αργότερα διαπιστώθηκε ότι μιλούσε για τον Παύλο Σερίφη. Παράλληλα, περιέγραψε ένα ακόμη μέλος της 17Ν, που αργότερα ταυτοποιήθηκε ότι ήταν ο Βασίλης Τζωρτζάτος.
Τι κυρίως, όμως, προσέφερε ο «Κίτσος» στη μάχη για την εξάρθρωση της 17Ν; «Συνεισέφερε στην κατανόηση του φαινομένου της τρομοκρατίας. Και εν πάση περιπτώσει, έστω κι από αυτό το μέλος της 17Ν που μας περιέγραψε και φωτογράφισε, τον Τζωρτζάτο δηλαδή, καταλάβαμε ότι επρόκειτο περί καθημερινών ανθρώπων που κάποια στιγμή πήραν τα όπλα, “τα ντουντούνια”, όπως τα έλεγε», περιγράφει ο κ. Χρυσοχοΐδης. Ο «Κίτσος» εξέφραζε θαυμασμό για ορισμένα πρόσωπα όπως ο Χρήστος Κασσίμης που είχε σκοτωθεί στη «συμπλοκή της AEG» το 1977: «Εξυμνούσε τον Κασσίμη, εξέφραζε απέχθεια για άλλα πρόσωπα του χώρου, τα οποία κατηγορούσε για τυχοδιωκτισμό. Αποκαλούσε τα άγνωστα σε αυτόν μέλη της 17Ν “τσογλάνια”».
Οι πληροφορίες του κυρίου «Χ», αλλά και η μεθοδική έρευνα των Βρετανών οδήγησαν σε συγκεκριμένη κατεύθυνση τις διωκτικές αρχές. Εκείνη την περίοδο ο κ. Χρυσοχοΐδης είχε ζητήσει από τον κ. Νασιάκο μια έκθεση για τα στοιχεία και τα συμπεράσματα για την εγχώρια τρομοκρατία. Το πολυσέλιδο έγγραφο που έγραψε στο σπίτι του ο κ. Νασιάκος βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στο ανακριτικό υλικό και απείχε από την αντίληψη με τους συνήθεις υπόπτους. Εδινε απαντήσεις σε ερωτήματα όπως ποιο ήταν το επιχειρησιακό προφίλ της 17Ν, τι προσέφεραν στην έρευνα τα αρχεία της Στάζι, περιέγραφε αξιοποιώντας στοιχεία και πληροφορίες σύμφωνα με τη σχέση μεταξύ 17Ν και ΕΛΑ. Περιέγραφε επίσης τη σχέση του διαβόητου τρομοκράτη «Κάρλος» με την ελληνική τρομοκρατία, ενώ έριχνε φως στον ρόλο των Κασσίμη και Τσουτσουβή.
«Φιλικές ανακρίσεις»
Αυτή την απόρρητη έκθεση για την τρομοκρατία ο υπουργός τη διέρρευσε στον Τύπο, προσδοκώντας να προκαλέσει την αντίδραση των τρομοκρατών, να κάνουν κάποιο λάθος, όχι απλά να στείλουν μια δηλωτική εκνευρισμού προκήρυξη, όπως είχαν κάνει με τον Δροσογιάννη. Εκείνη την εποχή είχαν αρχίσει να πληθαίνουν και οι πληροφορίες για «φιλικές ανακρίσεις» προσώπων από τον κύκλο του Παρισιού – ανθρώπων, δηλαδή, που είχαν ζήσει στη χούντα στο Παρίσι. Το όνομα του Γιωτόπουλου ερχόταν συνεχώς στο τραπέζι, μια φωτογραφία του εντοπίστηκε και ο Φώτης Παπαγεωργίου ανέλαβε να βρει τα ίχνη του στην Ελλάδα, φτάνοντας να παρακολουθεί ακόμη και τα περίπτερα που πουλούσαν γαλλικές εφημερίδες.
Το περίστροφο του δολοφονημένου αστυφύλακα Χρήστου Μάτη βρέθηκε στα χέρια του τραυματισμένου Σάββα Ξηρού μετά την έκρηξη στα εκδοτήρια εισιτηρίων στον Πειραιά
Η Αστυνομία ετοιμαζόταν για την επιχείρηση εξάρθρωσης της «17 Νοέμβρη» και τα στελέχη της την τοποθετούσαν το φθινόπωρο του 2002. Η έκρηξη στα εκδοτήρια των εισιτηρίων στον Πειραιά, στις 29 Ιουνίου 2002, άλλαξε τα δεδομένα. Ο τραυματισμένος Σάββας Ξηρός ταυτοποιήθηκε πολύ γρήγορα ως μέλος της, αφού DNA του υπήρχε από την επίθεση στο σπίτι του Γερμανού πρεσβευτή στις 16 Μαΐου 1999, εύρημα που επί 13 χρόνια ήταν «ορφανό». Το γεγονός ότι είχε μαζί του τα κλειδιά για τις γιάφκες της Πάτμου και της Δαμάρεως αλλά και το περίστροφο του αστυφύλακα Χρήστου Μάτη που ποτέ δεν είχαν χρησιμοποιήσει σε επίθεση, αλλά συνέδεε άμεσα τον κάτοχό του με τη 17Ν, παραμένει έως και σήμερα αναπάντητο ερώτημα.
Φωτογραφία: EUROKINISSI

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή