Ο πόλεμος ανάμεσα στο Ισραήλ, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δεν αποτελεί μόνο μια από τις πιο επικίνδυνες γεωπολιτικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών.
Για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου, συνιστά ταυτόχρονα μια ιστορική –και βαθιά πολιτική– ευκαιρία: να πετύχει στόχους που επί χρόνια παρέμεναν ανεκπλήρωτοι, τόσο στο διεθνές πεδίο όσο και στο εσωτερικό της χώρας του.
Η σημαντικότερη ίσως επιτυχία του είναι ότι κατάφερε να πείσει τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ, να συμμετάσχουν ενεργά σε στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, αναφέρει Al Jazeera.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που ξεπερνά από το πλαίσιο των προηγούμενων δεκαετιών, κατά τις οποίες η Ουάσινγκτον δίσταζε να εμπλακεί άμεσα σε έναν πόλεμο τέτοιας κλίμακας. Σήμερα, οι δύο χώρες εμφανίζονται ως απόλυτοι σύμμαχοι σε μια ανοιχτή σύγκρουση, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα λήξης.
Οι συνέπειες είναι ήδη βαριές. Περισσότεροι από 1.400 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί στο Ιράν, ενώ εκατοντάδες ακόμη έχουν χάσει τη ζωή τους στον Λίβανο και σε άλλες χώρες της περιοχής που επηρεάζονται από την επέκταση των συγκρούσεων. Παράλληλα, οι τιμές του πετρελαίου έχουν εκτιναχθεί, εντείνοντας τον φόβο για ενεργειακές ελλείψεις και παγκόσμια οικονομική αστάθεια.
Ωστόσο, πέρα από το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος, ο Νετανιάχου φαίνεται να αποκομίζει σημαντικά πολιτικά οφέλη. Εδώ και χρόνια προειδοποιούσε για την «υπαρξιακή απειλή» που συνιστά το Ιράν για το Ισραήλ, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να παρουσιάζει διαγράμματα στον ΟΗΕ για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Σήμερα μπορεί να υποστηρίξει ότι αυτή η απειλή αντιμετωπίζεται έμπρακτα.
Ακόμη κι αν το ιρανικό καθεστώς δεν καταρρεύσει, η αποδυνάμωσή του και η φθορά των συμμάχων του –όπως η Χεζμπολάχ– ενισχύουν τη θέση του Ισραήλ ως κυρίαρχης δύναμης στην περιοχή.
Ταυτόχρονα, ο πόλεμος λειτουργεί ως εργαλείο εσωτερικής πολιτικής διαχείρισης. Ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με σοβαρές κατηγορίες διαφθοράς από το 2019, οι οποίες ενδέχεται να του επιφέρουν πολυετή ποινή φυλάκισης. Οι δικαστικές διαδικασίες έχουν επανειλημμένα καθυστερήσει, συχνά σε συνάρτηση με τις εξελίξεις στα πολεμικά μέτωπα, όπως αυτό στη Γάζα.
Ο ίδιος χαρακτηρίζει τη δίκη «παράλογο τσίρκο» και ζητά ουσιαστικά πολιτική λύση, ακόμη και μέσω προεδρικής χάρης από τον Isaac Herzog.
Παράλληλα, η σύγκρουση με το Ιράν του επιτρέπει να επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ακόμη αμφιλεγόμενο σχέδιο: τη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος. Οι προσπάθειες περιορισμού της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης είχαν προκαλέσει μαζικές διαδηλώσεις το 2022 και το 2023, όμως η πολεμική συγκυρία έχει αποδυναμώσει τις αντιδράσεις. Η κυβέρνηση επιχειρεί να προωθήσει νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες, ενισχύοντας τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας σε θεσμούς-κλειδιά.
Η αντιπολίτευση, με επικεφαλής τον Yair Lapid, καταγγέλλει ότι η κυβέρνηση εκμεταλλεύεται τον πόλεμο για να περάσει πολιτικές που υπό κανονικές συνθήκες θα συναντούσαν ισχυρή αντίσταση. Ωστόσο, ακόμη και επικριτές του Νετανιάχου εμφανίζονται επιφυλακτικοί στο να αντιταχθούν πλήρως στη στρατιωτική στρατηγική, δεδομένης της ευρείας λαϊκής στήριξης που απολαμβάνει.
Στο μέτωπο της κοινής γνώμης, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η εμπιστοσύνη προς τον πρωθυπουργό έχει αυξηθεί. Η εικόνα ενός ηγέτη σε καιρό πολέμου φαίνεται να ενισχύει τη θέση του, περιορίζοντας –τουλάχιστον προσωρινά– τις πολιτικές του απώλειες μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023. Δεν αποκλείεται μάλιστα να επιδιώξει πρόωρες εκλογές, προσδοκώντας να κεφαλαιοποιήσει τη συγκυρία.
Παρά ταύτα, η διεθνής κριτική εντείνεται. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν εκφράσει ανησυχία για τη βία στη Δυτική Όχθη, ενώ οργανισμοί όπως ο ΟΗΕ καλούν σε άμεση αποκλιμάκωση. Ο γενικός γραμματέας António Guterres έχει προειδοποιήσει για «τραγικές συνέπειες» αν συνεχιστεί η σύγκρουση.
Στη Γάζα, η κατάσταση παραμένει δραματική, με περιορισμένη πρόσβαση σε ανθρωπιστική βοήθεια και συνεχιζόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Παρ’ όλα αυτά, η διεθνής προσοχή έχει στραφεί στο Ιράν και τις ευθύνες του και όχι στην πίεση προς το Ισραήλ για αλλαγή πολιτικής.
Συνολικά, ο πόλεμος με το Ιράν προσφέρει στον Νετανιάχου ένα πολυεπίπεδο πλεονέκτημα: ενισχύει τη γεωπολιτική θέση του Ισραήλ, αναδιαμορφώνει τις διεθνείς συμμαχίες και του επιτρέπει να διαχειριστεί εσωτερικές πολιτικές και νομικές κρίσεις. Ωστόσο, πρόκειται για μια στρατηγική υψηλού ρίσκου, με απρόβλεπτες συνέπειες τόσο για την περιοχή όσο και για τον ίδιο.
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν αυτά τα κέρδη θα αποδειχθούν διαρκή ή αν ο πόλεμος θα μετατραπεί τελικά σε βάρος – όχι μόνο για το Ισραήλ, αλλά και για τη διεθνή σταθερότητα συνολικά.
