Ένα ντόμινο εξελίξεων στο μέτωπο του πολέμου των ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν διαμορφώνει μια ακόμη πιο περίπλοκη κατάσταση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ απείλησε με «καταστροφή» ενός μεγάλου κοιτάσματος φυσικού αερίου σε περίπτωση νέας ιρανικής επίθεσης στο Κατάρ, ενώ ταυτόχρονα επέκρινε την ισραηλινή επιχείρηση στο αντίστοιχο ιρανικό, το South Pars, το μεγαλύτερο στον κόσμο, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ δεν είχαν καμία γνώση του σχεδίου.
Επιθέσεις σε πλοία στον Περσικό Κόλπο, κοντά στα Στενά του Ορμούζ, εντείνουν τον φόβο για ευρύτερη ανάφλεξη στην περιοχή.
Σε συνδυασμό των παραπάνω η παγκόσμια αγορά ενέργειας βρίσκεται σε κατάσταση διαρκών αναταράξεων με τις τιμές του πετρελαίου να φτάνουν σήμερα και τα 113 δολάρια το βαρέλι.
Live όλες οι εξελίξεις
Με ποιους θα διαπραγματευτεί ο Τραμπ σε μια ισοπεδωμένη Τεχεράνη
Η κατάσταση όμως επιδεινώνεται δραματικά μετά τον θάνατο κορυφαίων Ιρανών αξιωματούχων, όπως ο Εσμαΐλ Χατίμπ και ο Αλί Λαριτζανί, με την Τεχεράνη να ορκίζεται εκδίκηση.
Οι στοχευμένες δολοφονίες κορυφαίων στελεχών της ιρανικής ηγεσίας δημιουργεί ένα εξαιρετικά περίπλοκο γεωπολιτικό περιβάλλον και σε αυτό μπορεί να κριθεί το μέλλον του πολέμου.
Αυτές οι επιχειρήσεις, που το Ισραήλ παρομοιάζει με «αποκεφαλισμό του χταποδιού», δεν αποτελούν απλώς στρατιωτική τακτική, αλλά μια στρατηγική με βαθιές πολιτικές και διπλωματικές συνέπειες. Ιδιαίτερα για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Ντόναλντ Τραμπ, η κατάσταση αυτή περιπλέκει σημαντικά κάθε προσπάθεια εξεύρεσης μιας βιώσιμης λύσης ή διπλωματικής εξόδου από τη σύγκρουση.
Αρχικά, οι δολοφονίες ηγετών ενδέχεται να υπονομεύσουν την ίδια τη βάση της διπλωματίας. Σε κάθε διαπραγμάτευση απαιτούνται αξιόπιστοι συνομιλητές με πολιτικό κύρος, εμπειρία και τη δυνατότητα να λάβουν αποφάσεις. Όταν αυτοί οι άνθρωποι εξοντώνονται, το κενό που δημιουργείται δεν καλύπτεται εύκολα τονίζει το CNN σε μια διαφορετική ανάγνωση των στρατιωτικών επιτυχιών του Ισραήλ τις τελευταίες ημέρες.
Οι διάδοχοί τους μπορεί να είναι λιγότερο έμπειροι, πιο ιδεολογικά σκληροπυρηνικοί ή απλώς απρόθυμοι να εμπλακούν σε διαπραγματεύσεις υπό συνθήκες φόβου και ανασφάλειας. Αυτό σημαίνει ότι ο Τραμπ ενδέχεται να βρεθεί χωρίς αξιόπιστους εταίρους για συνομιλίες, καθιστώντας τη διπλωματική λύση σχεδόν ανέφικτη.
Παράλληλα, οι δολοφονίες ενισχύουν τη δυναμική της εκδίκησης. Στην περίπτωση του Ιράν, αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς η ιδεολογία του καθεστώτος ενσωματώνει έντονα την έννοια του μαρτυρίου. Η απώλεια ηγετών δεν οδηγεί απαραίτητα σε αποδυνάμωση.
Αντίθετα, μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για συσπείρωση και σκλήρυνση της στάσης. Οι νέοι ηγέτες ενδέχεται να αισθάνονται υποχρεωμένοι να αποδείξουν την αποφασιστικότητά τους μέσω πιο επιθετικών ενεργειών, αυξάνοντας τον κίνδυνο περαιτέρω κλιμάκωσης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, κάθε προσπάθεια αποκλιμάκωσης από την πλευρά των ΗΠΑ μπορεί να εκληφθεί ως αδυναμία.
Επιπλέον, η στρατηγική του «αποκεφαλισμού» ενέχει τον κίνδυνο παρατεταμένου πολέμου. Αντί να οδηγήσει σε ταχεία κατάρρευση του καθεστώτος, μπορεί να δημιουργήσει έναν φαύλο κύκλο διαδοχικών δολοφονιών και αντικαταστάσεων. Κάθε νέος ηγέτης γίνεται στόχος, και κάθε εξόντωση γεννά νέους κύκλους βίας.
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η πιθανότητα αποσταθεροποίησης του ίδιου του ιρανικού κράτους. Αν η ηγεσία αποδυναμωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταρρεύσει, το αποτέλεσμα μπορεί να μην είναι μια ομαλή μετάβαση, αλλά χάος. Η Ιστορία έχει δείξει ότι η κατάρρευση αυταρχικών καθεστώτων συχνά οδηγεί σε εμφύλιες συγκρούσεις, διάσπαση της κρατικής εξουσίας και άνοδο ακραίων ομάδων. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι ΗΠΑ θα βρεθούν αντιμέτωπες με ένα ακόμη πιο ασταθές και επικίνδυνο περιβάλλον, χωρίς σαφή συνομιλητή και με αυξημένες απειλές για την περιφερειακή ασφάλεια.
Η στρατηγική αυτή μπορεί να έχει απρόβλεπτες πολιτικές συνέπειες στο εσωτερικό του Ιράν. Αντί να πυροδοτήσει μια λαϊκή εξέγερση, όπως ελπίζει το Ισραήλ, μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη καταστολή. Οι Αρχές, φοβούμενες αποσταθεροποίηση, ενδέχεται να εντείνουν τον έλεγχο στον πληθυσμό, περιορίζοντας τις ελευθερίες και καταπνίγοντας κάθε αντίδραση. Αυτό όχι μόνο επιδεινώνει την κατάσταση των πολιτών, αλλά απομακρύνει και το ενδεχόμενο μιας εσωτερικής πολιτικής αλλαγής που θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για διαπραγματεύσεις, υποστηρίζει το αμερικανικό Μέσο.
Τέλος, υπάρχει το ζήτημα της αξιοπιστίας και της στρατηγικής συνοχής των ΗΠΑ. Αν η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να υποστηρίζει ή να ανέχεται τέτοιες επιχειρήσεις, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει διπλωματική λύση, στέλνει αντικρουόμενα μηνύματα. Από τη μία πλευρά προωθεί τον διάλογο, και από την άλλη ενισχύει ενέργειες που τον καθιστούν δυσκολότερο. Αυτή η αντίφαση μπορεί να αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική της θέση και να ενισχύσει την καχυποψία της ιρανικής πλευράς.
Συνολικά, οι στοχευμένες δολοφονίες ηγετών μπορεί να προσφέρουν βραχυπρόθεσμα στρατιωτικά οφέλη, αλλά δημιουργούν σοβαρές μακροπρόθεσμες προκλήσεις. Ενισχύουν τη βία, αποδυναμώνουν τη διπλωματία, αυξάνουν την αστάθεια και καθιστούν ασαφή την τελική έκβαση της σύγκρουσης.
