Άγνωστες πτυχές της αρχαίας Πολυρρήνιας, της επιβλητικής δωρικής πόλης της Κισσάμου, μέρος της οποίας δεν έχει ακόμη ανασκαφεί καθώς τμήματα της βρίσκονται σε ιδιωτικές περιουσίες, ήρθαν στο φως, μέσα από την ομιλία της Επίτιμης Εφόρου Αρχαιοτήτων και ανασκαφέα της πόλης Σταυρούλας Μαρκουλάκη, το βράδυ της Τετάρτης, στο Πνευματικό κέντρο.
Η ομιλία με θέμα «Πολυρρήνια, το προφίλ της αρχαίας πόλης», διοργανώθηκε από την Ιστορική, Λαογραφική και Αρχαιολογική Εταιρεία Κρήτης σε συνδιοργάνωση με την Περιφέρεια Κρήτης – Περιφερειακή Ενότητα Χανίων.
Όπως επεσήμανε η κα Μαρκουλάκη, η αρχαία Πολυρρήνια, ήταν κτισμένη στη θέση του ομώνυμου σύγχρονου μικρού οικισμού. Σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση που διέσωσε ο Στράβωνας, η πόλη ιδρύθηκε από Αχαιούς και Λακεδαιμόνιους. Στα ελληνιστικά χρόνια ήταν ισχυρή δύναμη και αντίπαλος της γειτονικής ναυτικής Φαλάσαρνας. Ήταν επίσης εχθρός της Κνωσού και της Κυδωνίας και δεν έλαβε μέρος στον αντιστασιακό αγώνα των κρητικών πόλεων κατά των Ρωμαίων, με αποτέλεσμα να διαφύγει τη λεηλασία. Στα ρωμαϊκά χρόνια, στον έλεγχό της περιήλθε το Δικτύνναιο ιερό ενώ έκοψε νομίσματα από τον 4ο αι. π.Χ. μέχρι και τη ρωμαιοκρατία.
Αναλυτικότερα τα κύρια σημεία της ομιλίας:
Η αρχαία πόλη αποτελεί έναν ολοκληρωμένο αρχαιολογικό χώρο, καθώς συνδυάζει την τοπογραφία, την αρχαιολογία και την ιστορία της. Ένα τμήμα της εκτείνεται κάτω από το σημερινό χωριό, το οποίο είναι χτισμένο επάνω στα σπίτια της αρχαίας πόλης.
Το τείχος που περιβάλλει τη λοφοειδή αυτή έκταση αγκαλιάζει και τον σύγχρονο οικισμό, ενώ σώζεται σε αρκετά σημεία. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η ακρόπολη: όταν ανεβαίνει κανείς στην κορυφή του λόφου, διακρίνει την οχύρωσή της. Πρόκειται για μια ξεχωριστή οχύρωση, πέρα από εκείνη που περιέκλειε ολόκληρη την πόλη. Στην ακρόπολη διατηρούνται τμήματα τόσο του αρχαίου όσο και του βυζαντινού τείχους, καθώς και θολωτές δεξαμενές και μεγάλα κτίρια της βυζαντινής περιόδου.
Σε ό,τι αφορά το βυζαντινό τείχος: το τμήμα που είναι σήμερα ορατό —και αποτυπώνεται και σε σχετική φωτογραφία— δεν αποτελεί εξ ολοκλήρου την οχύρωση της ακρόπολης, αλλά συνδυάζει στοιχεία της ελληνιστικής φάσης με το μεταγενέστερο βυζαντινό κάστρο.
Κατά την περίοδο που οι Βυζαντινοί επιχειρούσαν να ανακτήσουν την Κρήτη από τους Άραβες, οι οποίοι την κατείχαν για περίπου 138 χρόνια, δημιούργησαν ένα δίκτυο οχυρώσεων σε καίρια σημεία. Επέλεγαν περιοχές είτε εύφορες είτε στρατηγικά τοποθετημένες, με οπτική επαφή μεταξύ τους. Στο πλαίσιο αυτό αναπτύχθηκαν κάστρα στη Μαλάθυρο, στα Κυριακοσέλια, στον Αποκόρωνα, στη Ρόκκα και στο Βαρύπετρο. Τα κάστρα αυτά λειτουργούσαν ως ενιαίο σύστημα άμυνας και επικοινωνίας.
Αναφορικά με τις ανασκαφές, εκτιμάται ότι η περιοχή διαθέτει σημαντικό αρχαιολογικό πλούτο, ενδεχομένως ακόμη άγνωστο, σύμφωνα με τη κα Μαρκουλάκη η οποία τόνισε ότι οι αρχαιολογικοί χώροι πρέπει να διαφυλάσσονται και για το μέλλον. Ενδέχεται να μην είναι δυνατή η πλήρης διερεύνησή τους σήμερα, αλλά η προστασία τους είναι απαραίτητη για τις επόμενες γενιές, οι οποίες πιθανώς θα διαθέτουν καλύτερα μέσα έρευνας.
Στα βασικά στοιχεία για την αρχαία πόλη, η Χανιώτισσα αρχαιολόγος, επεσήμανε ακόμη ότι επρόκειτο για μια ισχυρή δωρική πόλη της ελληνιστικής περιόδου, η οποία γνώρισε ακμή από τον 4ο έως και τον 2ο αιώνα π.Χ. Κατά το διάστημα αυτό έκοψε δικά της νομίσματα, κατασκεύασε ισχυρά τείχη και ανέπτυξε ένα ιδιαίτερα προηγμένο υδραυλικό σύστημα ( είχαν ανακαλύψει υδροφόρο ορίζοντα με υπόσκαφο υδραγωγείο στα ριζά του βουνού, κάτω από το τείχος).
Σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα της Πολυρρήνιας, μπορεί κάποιος να θαυμάσει στην δεύτερη αίθουσα του Αρχαιολογικού Μουσείου Κισσάμου όπως τις επιτύμβιες στύλες με έμμετρα επιγράμματα με θρήνους για τον χαμό νέων ανθρώπων, όπως τα σημερινά μοιρολόγια, ένα είδος ποίησης της εποχής εκείνης.
