Η συζήτηση για αποστολή ευρωπαϊκών πολεμικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ έκλεισε στις Βρυξέλλες.

Οι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ να απορρίπτουν την επέκταση της αποστολής «Ασπίδες» στον Περσικό Κόλπο.

Η Αθήνα, σε συντονισμό με άλλα κράτη-μέλη, στήριξε τη γραμμή αυτή, αντιλαμβανόμενη τόσο τον κίνδυνο στρατιωτικής κλιμάκωσης όσο και τους επιχειρησιακούς περιορισμούς.

Η συζήτηση για πιθανή ευρωπαϊκή ναυτική παρουσία στα Στενά του Ορμούζ έκλεισε – τουλάχιστον προς το παρόν – στις Βρυξέλλες, με τους υπουργούς Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μην ανοίγουν τελικά θέμα επέκτασης της αποστολής EUNAVFOR ASPIDES στον Περσικό Κόλπο. Η απόφαση αυτή αντανακλά την επιφυλακτική στάση αρκετών κρατών-μελών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, που δεν επιθυμούν την αποστολή πολεμικών πλοίων σε μια ήδη ιδιαίτερα εύφλεκτη περιοχή.

Το ζήτημα είχε έρθει στο προσκήνιο μετά από δημοσίευμα των Financial Times, σύμφωνα με το οποίο εξεταζόταν το ενδεχόμενο η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας να θέσει στους υπουργούς Εξωτερικών την πιθανότητα επέκτασης της αποστολής «Ασπίδες» και στα Στενά του Ορμούζ, με στόχο την προστασία της διεθνούς ναυσιπλοΐας. Η συζήτηση συνδέθηκε και με πιέσεις που ασκήθηκαν προς τους Ευρωπαίους συμμάχους προκειμένου να συμβάλουν στρατιωτικά στη διασφάλιση της διέλευσης από το στενό.

Παρά τις πιέσεις αυτές, οι Ευρωπαίοι υπουργοί δεν προχώρησαν σε μια τέτοια απόφαση. Όπως μεταφέρθηκε από διπλωματικές πηγές, η πλειονότητα των κρατών-μελών δεν επιθυμεί στρατιωτική εμπλοκή στην περιοχή. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο επίσης εμφανίστηκε επιφυλακτικό απέναντι στην ιδέα αποστολής πολεμικών πλοίων.

«Αυτός ο πόλεμος δεν είναι της Ευρώπης, δεν τον ξεκίνησε η Ευρωπαϊκή Ένωση» τόνισε η Κάγια Κάλας

Μετά το τέλος της συνεδρίασης, η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ Κάγια Κάλας ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει διάθεση από τα κράτη-μέλη να επεκταθεί η εντολή της επιχείρησης. Η αποστολή «Ασπίδες», που δημιουργήθηκε το 2024, θα συνεχίσει να επιχειρεί στην Ερυθρά Θάλασσα, με αμυντικό χαρακτήρα και αποστολή την προστασία των εμπορικών πλοίων από επιθέσεις των Χούθι.

Η ίδια υπογράμμισε ωστόσο τη σημασία της περιοχής για την παγκόσμια οικονομία. «Αυτός ο πόλεμος δεν είναι της Ευρώπης, δεν τον ξεκίνησε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο επηρεάζονται τα συμφέροντά της. Το 20% του πετρελαίου και του φυσικού αερίου περνά από εκεί, όπως και μεγάλο μέρος των λιπασμάτων που κατευθύνονται προς την Ασία και την Αφρική. Αν φέτος δεν έχουμε λιπάσματα, του χρόνου μπορεί να έχουμε λιμό», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με την ίδια, οι υπουργοί συμφώνησαν να σταλεί ένα μήνυμα αποκλιμάκωσης, αλλά και να αναζητηθούν τρόποι –σε συντονισμό με τους διεθνείς εταίρους– ώστε να παραμείνουν ανοιχτά τα Στενά του Ορμούζ.

Η εξέλιξη αυτή βρίσκει σε μεγάλο βαθμό σύμφωνη την Αθήνα. Η ελληνική πλευρά είχε εξαρχής εμφανιστεί επιφυλακτική απέναντι στο ενδεχόμενο ανάπτυξης ευρωπαϊκών ναυτικών δυνάμεων στο Ορμούζ, υπογραμμίζοντας ότι δεν υπάρχει σήμερα σχετική ευρωπαϊκή αποστολή και ότι η Ελλάδα δεν προτίθεται να στείλει πολεμικά πλοία στην περιοχή.

Η επιφυλακτική στάση της Ελλάδας βασίζεται καταρχάς σε πολιτικούς λόγους. Η κυβέρνηση έχει θέσει ως κόκκινη γραμμή την αποφυγή εμπλοκής της χώρας στον πόλεμο, επιμένοντας στην ανάγκη αποκλιμάκωσης, επιστροφής στη διπλωματία και αναζήτησης πολιτικής λύσης. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο οποίος επανέλαβε ότι η Ελλάδα δεν επιθυμεί στρατιωτική εμπλοκή στη σύγκρουση, ενώ στηρίζει κάθε πρωτοβουλία που συμβάλλει στην αποκλιμάκωση και στη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.

Η στάση αυτή είχε διαφανεί ήδη μετά την πρόσφατη τριμερή συνάντηση στη Λευκωσία, όπου ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν είχε αναφερθεί στην ανάγκη ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας για την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών. Τότε κυβερνητικές πηγές είχαν ξεκαθαρίσει ότι δεν υπάρχει αποστολή στο Ορμούζ και ότι η Ελλάδα δεν προτίθεται να στείλει πολεμικά πλοία στην περιοχή.

Παράλληλα, σημαντικό ρόλο παίζουν και οι επιχειρησιακοί παράγοντες. Η Ελλάδα συμμετέχει ήδη ενεργά στην επιχείρηση «Ασπίδες» στην Ερυθρά Θάλασσα, όπου – επί του πεδίου – το μεγαλύτερο βάρος έχει πέσει κυρίως στο ελληνικό και ιταλικό πολεμικό ναυτικό .

Ταυτόχρονα τίθεται και επιχειρησιακό ζήτημα για το Πολεμικό Ναυτικό. Από τις φρεγάτες που διαθέτουν συστήματα αντιμετώπισης drones –πέρα από τη νέα φρεγάτα «Κίμων»– δύο βρίσκονται ήδη ανεπτυγμένες εκτός ελληνικών υδάτων: η φρεγάτα «Ψαρά» στην Κύπρο και η φρεγάτα «Ύδρα» στην αποστολή της ΕΕ στην Ερυθρά Θάλασσα.

Την ίδια στιγμή, το βασικό επιχειρησιακό πεδίο για το Πολεμικό Ναυτικό παραμένει το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες ανάπτυξης επιπλέον ναυτικών δυνάμεων σε άλλες περιοχές. Υπό αυτά τα δεδομένα, τίθεται εύλογα το ερώτημα κατά πόσο μια νέα αποστολή στον Περσικό Κόλπο θα μπορούσε να στηριχθεί επιχειρησιακά χωρίς να αποδυναμωθεί κάποιο άλλο μέτωπο.

Μάλιστα, ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και βουλευτής της ΝΔ Άγγελος Συρίγος, μιλώντας στο iefimerida, επεσήμανε πως «σαφώς μας ενδιαφέρει η ελεύθερη ναυσιπλοΐα, αλλά είναι και ζήτημα επιχειρησιακό εάν μπορούμε να στείλουμε πλοία χωρίς να αποδυναμώσουμε το βασικό μας μέτωπο, που είναι το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος».

Παράλληλα, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, παρεμβαίνοντας στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα τάσσεται σταθερά υπέρ της πλήρους εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου, του σεβασμού των δικαιωμάτων των αμάχων και της επιστροφής στη διπλωματία αντί της στρατιωτικής κλιμάκωσης. Ειδική αναφορά έκανε στην ελευθερία της ναυσιπλοΐας, τονίζοντας ότι η Ελλάδα υποστηρίζει την απρόσκοπτη διακίνηση όλων των πλοίων στην ευρύτερη περιοχή και καλεί το Ιράν να σεβαστεί τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Υπενθύμισε επίσης ότι η Ελλάδα στέκεται αλληλέγγυα προς τις χώρες του Κόλπου που πλήττονται από την ένταση και παρέχει αμυντική συνδρομή στην Κύπρο.

Στη δήλωση του πριν το συνεδρίαση μάλιστα , ξεκαθάρισε ότι δεν είναι πρόθεση της χώρας να εμπλακεί στον πόλεμο, προϊδεάζοντας το αποτέλεσμα του Συμβουλίου. Ο κ. Γεραπετρίτης επισήμανε ακόμη ότι η διατήρηση ανοιχτών θαλάσσιων οδών είναι κρίσιμη όχι μόνο για τις τιμές της ενέργειας, αλλά και για το σύνολο της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας, ενώ ενημέρωσε τους Ευρωπαίους ομολόγους του και για την επίθεση σε ελληνικό πλοίο στα διεθνή ύδατα της Μαύρης Θάλασσας, ζητώντας σαφή καταδίκη και λογοδοσία. Όπως σημείωσε, σε μια τόσο κρίσιμη συγκυρία με σημαντικές γεωπολιτικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές συνέπειες για την περιοχή, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο.

Έτσι, η Ελλάδα βρέθηκε να στηρίζει την ευρωπαϊκή επιλογή μη επέκτασης της αποστολής «Ασπίδες» στο Ορμούζ, επιχειρώντας να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο παραμέτρους: το ισχυρό ενδιαφέρον για την προστασία της διεθνούς ναυσιπλοΐας και την ανάγκη αποφυγής στρατιωτικής εμπλοκής σε μια ήδη ιδιαίτερα εύφλεκτη περιοχή.