Με τον Ντόναλντ Τραμπ στο τιμόνι, ένα ετερόκλητο ακροδεξιό κίνημα – που αποτελείται από παλαιοσυντηρητικούς και νεο-αντιδραστικούς – επιχειρεί να κατακτήσει τον κόσμο ανατρέποντας τις αξίες του Διαφωτισμού.

Μια σειρά πρόσφατων βιβλίων στη διεθνή αγορά προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο. Οι περισσότεροι συγγραφείς παραδέχονται πως κανένας δεν προέβλεψε ακριβώς αυτή την εξέλιξη, αν και «…η αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού έπρεπε κάπως να μας υποψιάσει» όπως ισχυρίζονται πολλοί διανοητές.

Το θέμα προβλημάτισε και τον ανήσυχο ισπανό Sergio C. Fanjul, ο οποίος έχει πτυχίο στην Αστροφυσική και μεταπτυχιακό στη Δημοσιογραφία.

Έχει εκδώσει πολλά βιβλία και έχει τιμηθεί με βραβεία όπως το Paco Rabal για Πολιτιστική Δημοσιογραφία και το Pablo García Baena για Ποίηση. Είναι καθηγητής συγγραφής, σεναριογράφος τηλεόρασης, ραδιοφωνικός παραγωγός στο Poesía o Barbarie και ποιητής. Από το 2009 γράφει στήλες και άρθρα στην εφημερίδα El País και σε ένα από αυτά, συνοψίζει τα όσα αποκόμισε από τα βιβλία που προσπαθούν να ερμηνεύσουν το διεθνές κύμα της ακροδεξιάς στις μέρες μας.

«Η άνοδος της παγκόσμιας ακροδεξιάς μπορεί να ιδωθεί σαν μια επιδημία. Δεν ξεσπά ξαφνικά: αρχικά εμφανίζεται ως ένας ήπιος, σχεδόν ανεπαίσθητος πυρετός. Έπειτα εξαπλώνεται, μεταλλάσσεται, γίνεται μεταδοτική. Τελικά εγκαθίσταται, όπως το κλίμα. Παύει να προκαλεί συναγερμό επειδή γίνεται συνηθισμένη» γράφει στην El Pais και αναφέρεται πρώτα στον Αργεντίνο ερευνητή Φράνκο Ντέλε Ντόνε, συγγραφέα του βιβλίου Epidemia ultra: Del fascismo europeo a Silicon Valley («Ακροδεξιά επιδημία: Από τον ευρωπαϊκό φασισμό έως τη Silicon Valley»), που εκδόθηκε το 2025.

«Βρισκόμαστε στο πιο προχωρημένο στάδιο της επιδημίας», λέει ο συγγραφέας. Στο έργο του υποστηρίζει ότι οι δημοκρατικές δυνάμεις διέπραξαν ένα σοβαρό λάθος: υποτίμησαν τις εκρήξεις της ακροδεξιάς μέχρι να εξαπλωθούν. Και τώρα, λέει, ίσως είναι ήδη αργά.

«Το βιβλίο αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά δοκίμια που κυκλοφορούν σήμερα, καθώς η εκδοτική βιομηχανία – πάντα ευαίσθητη σε ζητήματα που κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση – προσπαθεί να κατανοήσει ένα φαινόμενο που ελάχιστοι είχαν προβλέψει» γράφει ο Sergio C. Fanjul. Tο κενό αυτό προσπαθούν να καλύψουν τώρα έργα συγγραφέων όπως οι Αντονέλα Μάρτι, Μαρκ Φορτιέ, Μπρούνο Καρδενιόσα, Αντριάνα Χεστ, Φρανσέσκ-Μαρκ Άλβαρο και Λουσιάνα Πέκερ, ενώ αναμένονται και νέα βιβλία από άλλους ακαδημαϊκούς και δημοσιογράφους. Εδώ να προσθέσουμε ότι και η ελληνική βιβλιογραφία συμβάλλει σε αυτή την κατεύθυνση με βιβλία όπως του Πέτρου Παπακωνσταντίνου, του Δημήτρη Ψαρρά κ.α.

Πού βρίσκεται όμως η απαρχή αυτής της πολιτικής τάσης; Ο αρθρογράφος αναφέρεται στον Ντέλε Ντόνε ο οποίος αναζητά τις ρίζες της σε μια μακρά ιστορική διαδρομή: από τις ιδεολογικές σκιές των αρχών του 20ού αιώνα έως την αυταρχική στροφή που ενσάρκωσε ο Ντόναλντ Τραμπ.

Κεντρική ιδέα αυτής της παράδοσης είναι η θεωρία της «παρακμής της Δύσης», που διατυπώθηκε από τον Γερμανό φιλόσοφο Όσβαλντ Σπένγκλερ και τροφοδότησε τη φασιστική φαντασία της δεκαετίας του 1930.

Μετά την απαξίωση αυτών των ιδεολογιών – οι οποίες ηττήθηκαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – το νήμα ξαναπιάνεται από τη λεγόμενη Nouvelle Droite («Νέα Δεξιά»), υπό την καθοδήγηση του Γάλλου φιλοσόφου Αλέν ντε Μπενουά. Το ρεύμα αυτό εμφανίστηκε ως απάντηση στις αντικουλτούρες και στη Νέα Αριστερά που αναδύθηκαν μετά τον Μάη του 1968.

Παράδοξο στοιχείο: η Νέα Δεξιά υιοθέτησε την έννοια της πολιτισμικής ηγεμονίας από τον Ιταλό κομμουνιστή στοχαστή Αντόνιο Γκράμσι, τον οποίο επικαλούνταν συχνά.

«Ο σημερινός πολιτισμικός πόλεμος που διεξάγει η νέα παγκόσμια ακροδεξιά αποτελεί μια ετερογενή και συχνά αντιφατική συμμαχία. Στο εσωτερικό της συνυπάρχουν παλαιοσυντηρητικοί και «αναρχοκαπιταλιστές», παραδοσιοκράτες και νεοναζί, κεφάλαια της Silicon Valley αλλά και θεωρίες συνωμοσίας» γράφει ο Sergio C. Fanjul και εξηγεί πως:

Πρόκειται για ένα «αρχιπέλαγος» ιδεών που τροφοδοτείται από αγανάκτηση: από την αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού και από την αίσθηση ότι το μέλλον έχει κλείσει. Πολλοί από τους υποστηρικτές του πιστεύουν ότι ο κόσμος πρέπει να «επαναρυθμιστεί» και να επιστρέψει σε μια υποτιθέμενη χρυσή εποχή – είτε στη δεκαετία του 1950 είτε ακόμη πιο πίσω, πριν από τον Διαφωτισμό. Πρόκειται για μια διάχυτη νοσταλγία για έναν ιδανικό παρελθόν που στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ.

Παρά τη διαφορετικότητα των ρευμάτων, αναδύεται μια κοινή αφήγηση: ο διαρκής πολιτισμικός πόλεμος, η ανάγκη κατασκευής ενός κοινού εχθρού και η ένθερμη υπεράσπιση παραδοσιακών και πατριαρχικών ιεραρχιών.

Εδώ ο Sergio C. Fanjul αναφέρεται στην πολιτική επιστήμονα Αντονέλα Μάρτι η οποία υποστηρίζει ότι τα κινήματα αυτά βασίζονται στον φόβο, στο μίσος και στη χειραγώγηση. Δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στον μισογυνισμό, για παράδειγμα μέσα από τη λεγόμενη manosphere στο διαδίκτυο, η οποία προσελκύει «θυμωμένους νέους άνδρες» σε επιθετικές και ιεραρχικές μορφές ανδρισμού.

Παράλληλα, τα κινήματα αυτά χρησιμοποιούν τη θρησκεία ως πολιτικό εργαλείο κοινωνικού ελέγχου και πειθαρχίας. «Διψούν για θεοκρατία», υποστηρίζει η Μάρτι.

Για να κινητοποιηθεί το ακροατήριό τους, δημιουργούνται εχθροί: οι «woke», οι μετανάστες ή όποιος άλλος μπορεί να παρουσιαστεί ως απειλή. Ο όρος «woke», λέει η ίδια, λειτουργεί ως αποδιοπομπαίος τράγος για οτιδήποτε δεν τους αρέσει.

Μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο και την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία, οι κατάχρηση εξουσίας από την πλευρά της αμερικανικής υπηρεσίας μετανάστευσης ICE θεωρείται από ορισμένους το τελευταίο – μέχρι στιγμής – στάδιο αυτής της ακροδεξιάς «επιδημίας», διαπιστώνει ο αρθρογράφος και αναφέρεται στον Ντέλε Ντόνε που γράφει πως:

«Η συμπεριφορά της ICE θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φασιστική… αν και πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με αυτή τη λέξη. Ωστόσο φαίνεται να ταιριάζει εδώ». Ο ίδιος διακρίνει τη ριζοσπαστική δεξιά – που διαβρώνει τη δημοκρατία από μέσα – από την ακραία δεξιά επαναστατικού χαρακτήρα, που επιδιώκει να καταργήσει πλήρως τη δημοκρατία.

«Ο τελικός στόχος και των δύο είναι ο ίδιος: ένα μη δημοκρατικό καθεστώς», λέει. «Και πλησιάζουμε προς αυτό το σημείο. Ίσως είναι ήδη αργά για να αποτραπεί η ριζοσπαστικοποίηση».

Παρά τις διαφορές τους, αυτά τα κινήματα μοιράζονται ένα κοινό αφήγημα: τον διαρκή πολιτισμικό πόλεμο, την ανάγκη κατασκευής ενός κοινού εχθρού και την υπεράσπιση των παραδοσιακών πατριαρχικών ιεραρχιών.

Για να μιλήσει για τον μισογυνισμό ως συστατικό της ακροδεξιάς κουλτούρας ο Sergio C. Fanjul, αναφέρεται στην πολιτική επιστήμονα Αντονέλα Μάρτι η οποία υποστηρίζει ότι αυτά τα ρεύματα βασίζονται στον φόβο, το μίσος και τη χειραγώγηση. Δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στον μισογυνισμό – για παράδειγμα μέσω της λεγόμενης manosphere στο διαδίκτυο, η οποία προσελκύει «θυμωμένους νέους άνδρες» που επιτίθενται. Παράλληλα, εδραιώνουν τη θέση τους σε θρησκευτικές κοινότητες κυρίως στους ευαγγελιστές.

«Η νέα δεξιά χρησιμοποιεί τη θρησκεία ως πολιτικό εργαλείο, ως μηχανισμό ηθικού ελέγχου και κοινωνικής πειθαρχίας. Διψούν για θεοκρατία», υποστηρίζει.

Για να κινητοποιηθεί το κίνημα, δημιουργούνται εχθροί: οι «woke» ή οι μετανάστες. «Ο όρος «woke» λειτουργεί ως αποδιοπομπαίος τράγος για όλα όσα δεν τους αρέσουν», εξηγεί.

Οι νέοι ηγέτες της ακροδεξιάς – όπως ο Τραμπ, ο Χαβιέρ Μιλέι ή ο Ναΐμπ Μπουκέλε – χαρακτηρίζονται από υπερβολή, θεατρικότητα και έντονη καλλιέργεια της προσωπολατρείας.

«Δεν προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες αλλά να τους σοκάρουν», εξηγεί η Μάρτι. «Δεν θέλουν να οικοδομήσουν κάτι· θέλουν να καταστρέψουν. Οι υποστηρικτές τους τους ακολουθούν ακριβώς για αυτό που υπόσχονται να καταστρέψουν. Πρόκειται για ένα κίνημα εκδίκησης».

Ένα από τα πιο ακραία ιδεολογικά ρεύματα της σύγχρονης ακροδεξιάς είναι η λεγόμενη «Σκοτεινή Διαφώτιση» (Dark Enlightenment), γνωστή και ως νεο-αντιδραστικό κίνημα (NRx). Οι εκπρόσωποί του προτείνουν μια υπερκαπιταλιστική και υπερτεχνολογική νεομοναρχία ως λύση στα προβλήματα της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Στο μοντέλο αυτό η κοινωνία θα διοικείται από έναν «βασιλιά-διευθύνοντα σύμβουλο», σαν μια αυστηρά ιεραρχημένη εταιρεία στην οποία οι πολίτες θα λειτουργούν ως μέτοχοι.

Οι ιδέες αυτές έχουν επηρεάσει κύκλους της Silicon Valley και συνδέονται με πρόσωπα όπως ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής Πίτερ Τιλ.

«Η δημοκρατία καταρρέει από μέσα» – Τα ερωτήματα του μέλλοντος

Ο αρθρογράφος αναφέρεται και στον Καναδό κοινωνιολόγο Μαρκ Φορτιέ που υποστηρίζει ότι ο φασισμός συχνά γεννιέται όχι από θεαματικές εκρήξεις βίας αλλά από αδιαφορία και παθητικότητα.

«Πρέπει να φοβόμαστε περισσότερο τον ήχο από παντόφλες παρά τις μπότες που παρελαύνουν», γράφει. Με άλλα λόγια, το κακό προκύπτει συχνά από την καθημερινή αδράνεια των πολιτών. «Η δημοκρατία καταρρέει πάντοτε από μέσα».

«Πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση; Θα ενισχυθεί η ακροδεξιά ή θα αποδυναμωθεί από τις ίδιες της τις υπερβολές;» αναρωτιέται ο αρθρογράφος.

Ο Φορτιέ θεωρεί ότι οι Ρεπουμπλικανοί στις ΗΠΑ ίσως υπερεκτιμούν τη δύναμή τους και υποτιμούν την αντίδραση που μπορεί να προκαλέσει η πολιτική βία. Οι Αμερικανοί, σημειώνει, στήριξαν τον Τραμπ αναζητώντας ασφάλεια, όχι για να ζουν με φόβο απέναντι σε ένα αυταρχικό κράτος.

Ωστόσο, αν οι τάσεις αυτές συνεχιστούν, ο κόσμος θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα δυστοπικό τοπίο: έναν κόσμο όπου ο αυταρχισμός θα είναι ο κανόνας, οι ελευθερίες θα περιορίζονται και οι κοινωνικές ανισότητες θα διευρύνονται δραματικά.

«Θα είναι ένας κόσμος που δεν θα ήθελα να αφήσω στις κόρες μου», καταλήγει ο Φράνκο Ντέλε Ντόνε. «Έναν κόσμο όπου ο αυταρχισμός θα είναι ο κανόνας, οι ελευθερίες θα περιορίζονται και οι ανισότητες θα αυξάνονται σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργηθούν δύο κοινωνικές τάξεις σε παράλληλες πραγματικότητες — έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια θα πάψει να έχει αξία».