Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η αυξανόμενη διάδοση του καπνίσματος και του ατμίσματος στους εφήβους στην Ελλάδα, την ώρα που στον ενήλικο πληθυσμό η καπνιστική συνήθεια ακολουθεί πτωτική πορεία.

Παρότι το ποσοστό των ενηλίκων καπνιστών υποχωρεί σταδιακά, παραμένει ακόμη υψηλό, κοντά στο 30%. Στις νεότερες ηλικίες, όμως, η εικόνα είναι αντίστροφη και σαφώς πιο ανησυχητική.

Τα στοιχεία των δύο τελευταίων κύκλων της ευρωπαϊκής σχολικής έρευνας για τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών δείχνουν ότι στην Ελλάδα αυξήθηκε αισθητά το ποσοστό των 16χρονων που δηλώνουν πως έχουν κάνει χρήση είτε συμβατικού είτε ηλεκτρονικού τσιγάρου, από 43% το 2019 σε 54% το 2024.

Η εξέλιξη αυτή κατατάσσει τη χώρα ανάμεσα σε εκείνες όπου η χρήση προϊόντων νικοτίνης στους εφήβους όχι μόνο δεν περιορίζεται, αλλά επεκτείνεται.

Ειδικοί της δημόσιας υγείας αποδίδουν την τάση αυτή, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι τα περισσότερα μέτρα ελέγχου του καπνίσματος σχεδιάστηκαν σε μια περίοδο κατά την οποία κυριαρχούσαν σχεδόν αποκλειστικά τα παραδοσιακά τσιγάρα.

Έτσι, η φορολογία, οι υγειονομικές προειδοποιήσεις, οι περιορισμοί στη διαφήμιση και το ισχύον αντικαπνιστικό πλαίσιο αναπτύχθηκαν κυρίως για τα συμβατικά καπνικά προϊόντα, αφήνοντας περιθώρια στα νεότερα προϊόντα νικοτίνης να αξιοποιήσουν ρυθμιστικά κενά.

Τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, τα προϊόντα ατμίσματος και άλλα συναφή σκευάσματα εμφανίζονται συχνά με μορφή ιδιαίτερα ελκυστική για τους νέους: με γεύσεις που θυμίζουν γλυκά ή φρούτα, με μοντέρνο σχεδιασμό και με έντονη παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η προώθησή τους συνδέεται συχνά με επιδραστικά πρόσωπα του διαδικτύου, μουσικά γεγονότα, ψηφιακά παιχνίδια και γενικότερα με μια εικόνα «σύγχρονης» και φαινομενικά ακίνδυνης συνήθειας.

Όπως επισημαίνουν ειδικοί, οι πρακτικές αυτές δύσκολα απευθύνονται σε έναν ώριμο καπνιστή· στοχεύουν κυρίως σε εφηβικό κοινό.

Σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζει και η ευκολία πρόσβασης.

Παρά τους ηλικιακούς περιορισμούς που προβλέπονται για την αγορά προϊόντων καπνού και νικοτίνης, πολλοί ανήλικοι εξακολουθούν να τα προμηθεύονται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, είτε από περίπτερα και μικρά καταστήματα είτε μέσω διαδικτύου, αλλά και μέσω φίλων ή μεγαλύτερων αδελφών.

Η πλημμελής εφαρμογή των περιορισμών ενισχύει έτσι ένα ήδη διαδεδομένο φαινόμενο.

Παράλληλα, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το άτμισμα έχει σταδιακά «κανονικοποιηθεί» στην εφηβική κουλτούρα, κυρίως μέσα από το περιβάλλον των social media.

Εκεί, οι νέοι έρχονται διαρκώς σε επαφή με περιεχόμενο που παρουσιάζει τη χρήση ηλεκτρονικού τσιγάρου ως μοντέρνα, ακίνδυνη ή κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά.

Το αποτέλεσμα είναι η νικοτίνη να ενσωματώνεται όλο και περισσότερο στην καθημερινότητα των εφήβων, ενώ το ηλεκτρονικό τσιγάρο παύει να αντιμετωπίζεται ως προϊόν με υγειονομικούς κινδύνους και εμφανίζεται σχεδόν ως αξεσουάρ τρόπου ζωής.

Η ανησυχία εντείνεται και από το γεγονός ότι πλέον περισσότεροι από τους μισούς μαθητές στην Ελλάδα έχουν δοκιμάσει ηλεκτρονικό τσιγάρο, στοιχείο που καταδεικνύει πόσο βαθιά έχει διεισδύσει το φαινόμενο στις σχολικές ηλικίες.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προειδοποιεί ότι τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τα προϊόντα θερμαινόμενου καπνού δεν είναι ακίνδυνες επιλογές.

Αντιθέτως, περιέχουν νικοτίνη, μια ουσία ιδιαίτερα εθιστική, η οποία μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του εγκεφάλου σε παιδιά και εφήβους.

Επιπλέον, το αερόλυμα που παράγουν δεν είναι απλός υδρατμός, όπως συχνά πιστεύεται, αλλά ένα μείγμα ουσιών που μπορεί να περιλαμβάνει βαρέα μέταλλα, αλδεΰδες, πτητικές οργανικές ενώσεις, νιτροζαμίνες και πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες.

Ορισμένες από αυτές έχουν συσχετιστεί με φλεγμονώδεις βλάβες στο αναπνευστικό και στο καρδιαγγειακό σύστημα, ενώ κάποιες θεωρούνται αποδεδειγμένα καρκινογόνες.

Η επιστημονική κοινότητα έχει ήδη καταγράψει ότι το άτμισμα συνδέεται με βλάβες στους πνεύμονες και με αυξημένο κίνδυνο εξάρτησης.

Ωστόσο, οι μακροχρόνιες συνέπειες δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί πλήρως, κυρίως επειδή τα προϊόντα αυτά εξελίσσονται διαρκώς και οι χημικές τους συνθέσεις μεταβάλλονται. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η απουσία πλήρων μακροχρόνιων δεδομένων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ως απόδειξη ασφάλειας.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δεν θεωρεί τα προϊόντα αυτά ασφαλή υποκατάστατα, ούτε τα προτείνει ως μέθοδο διακοπής του καπνίσματος.

Αντίθετα, επιμένει ότι η ασφαλέστερη επιλογή είναι η πλήρης αποχή από όλα τα προϊόντα καπνού και νικοτίνης.

Μεταξύ των βασικών προτάσεων προς τις κυβερνήσεις περιλαμβάνονται η αυστηρή απαγόρευση ή ο δραστικός περιορισμός των γεύσεων που προσελκύουν ανηλίκους, η απαγόρευση διαφήμισης και προώθησης — ιδιαίτερα στο διαδίκτυο — η αυστηρή επιβολή ηλικιακών ορίων πώλησης, οι ισχυρές υγειονομικές προειδοποιήσεις στις συσκευασίες, η φορολογική επιβάρυνση των προϊόντων αυτών και η πλήρης ένταξή τους στους αντικαπνιστικούς νόμους.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό θεωρείται επίσης το γεγονός ότι πολλοί έφηβοι δεν ξεκινούν πλέον από το παραδοσιακό τσιγάρο, αλλά από το ηλεκτρονικό. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι όσοι ατμίζουν στην εφηβεία έχουν σημαντικά μεγαλύτερη πιθανότητα να στραφούν αργότερα και στο συμβατικό κάπνισμα, γεγονός που ενισχύει τον φόβο ότι το άτμισμα λειτουργεί ως πύλη εισόδου σε μια ευρύτερη εξάρτηση από τη νικοτίνη.

Η αντιμετώπιση του φαινομένου, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, δεν μπορεί να περιοριστεί σε αποσπασματικές παρεμβάσεις.

Απαιτεί συντονισμένη δράση από την πολιτεία, την εκπαιδευτική κοινότητα, τους επιστημονικούς φορείς και βεβαίως την οικογένεια.

Οι γονείς χρειάζεται να μιλούν ανοιχτά με τα παιδιά για τους κινδύνους της νικοτίνης, τα σχολεία να διαθέτουν οργανωμένα εργαλεία πρόληψης και ενημέρωσης από μικρές ηλικίες, ενώ οι δημόσιες καμπάνιες οφείλουν να απευθύνονται στους νέους με τρόπο κατανοητό, πειστικό και χωρίς ηθικολογικό τόνο.

Ως προς την Ελλάδα, διεθνείς φορείς εκτιμούν ότι έχουν γίνει βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, ιδίως με την προώθηση ψηφιακών εργαλείων που μπορούν να ενισχύσουν τον έλεγχο της πώλησης καπνικών και ηλεκτρονικών προϊόντων.

Σε αυτά περιλαμβάνονται συστήματα ψηφιακής επαλήθευσης ηλικίας για αγορές προϊόντων καπνού και ατμίσματος, τα οποία συνδέονται και με τις ευρύτερες ευρωπαϊκές ψηφιακές υποδομές ταυτοποίησης.

Παρ’ όλα αυτά, οι ειδικοί τονίζουν ότι η αποτελεσματικότητα οποιουδήποτε μέτρου θα κριθεί τελικά από την αυστηρή εφαρμογή του και από το κατά πόσο θα ενταχθεί σε μια συνολική, συνεκτική στρατηγική ελέγχου όλων των προϊόντων καπνού και νικοτίνης.