Το βιβλίο «Αθέατες Νίκες» των γνωστών δημοσιογράφων Αλέξη Σπυρόπουλου και Γιώργου Αδαμόπουλου συγκεντρώνει τις εκτός αγώνων βιωματικές αφηγήσεις σπουδαίων αθλητών
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Ολγα Χατζηνικολάου
Μεταφέρει πόσο βαθιά την πλήγωσε η προδοσία όλων όσοι της γύρισαν την πλάτη μόλις κατηγορήθηκε για ντοπάρισμα
Ο Νίκος Νταμπίζας μοιράζεται με καθηλωτική παραστατικότητα τις χαοτικές μεταπτώσεις του -από την υπερκινητικότητα του εν ενεργεία αθλητή στον υποτονικό ρυθμό που επιβάλλει η εγκεφαλική δουλειά στο τεχνικό επιτελείο μιας ομάδας. Καθώς επίσης και το ποιες είναι οι συνέπειες για όποιον αποφασίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του όχι στην «ομάδα της καρδιάς του», αλλά στον σύλλογο που αποτελεί, ανέκαθεν και εξ ορισμού, τον αιώνιο «εχθρό» -ή αλλιώς από τον Ολυμπιακό στον Παναθηναϊκό.
Η Αυστραλή Λιζ Μιλς μιλά για το πώς κατάφερε να κατακτήσει την καταξίωση, αυτή, μια λευκή γυναίκα προπονήτρια, σε ομάδες ανδρών της Αφρικής -ακόμη και εθνικές. Κάπως έτσι, οι ιστορίες του βιβλίου «Αθέατες Νίκες» παρουσιάζονται ως κρίκοι μιας αλυσίδας, μια ακολουθία βιωμάτων που μόνο αθλητές έχουν το προνόμιο να γεύονται. Ωστόσο, ο κοινός τόπος των προσώπων που κατέθεσαν τα εσώψυχά τους για τις «Αθέατες Νίκες» είναι η υπέρβαση, η θέληση που βρήκαν να ξεπεράσουν εμπόδια που απειλούσαν να τερματίσουν την αγωνιστική σταδιοδρομία τους, αλλά και τον τρόπο ζωής που είχαν ονειρευτεί ως επαγγελματίες αθλητές.
Στις «Αθέατες Νίκες», ένα εξαιρετικά πρωτότυπο βιβλίο για την καθ’ ημάς αθλητική, αυτοβιογραφική, φιλολογία, καταγράφονται βιωματικές εμπειρίες -και δη επωνύμως, από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές.
Νίκος Νταμπίζας
Περιγράφει τις συνέπειες για όποιον αποφασίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον «αιώνιο εχθρό»
Γύρω από βαρείς τραυματισμούς, ψυχικούς κλονισμούς και καταρρεύσεις, εξοργιστικές αδικίες και προκαταλήψεις. Παρ’ όλα αυτά, δεν πρόκειται για μια συλλογή από μελαγχολικές και επώδυνες διηγήσεις. Ακόμη και όταν ο αθλητής ανακαλεί στη μνήμη του στιγμές που βρέθηκε με το ένα πόδι στην αντίπερα όχθη της ζωής, η αφήγησή του δομείται έτσι ώστε το κεντρικό νόημα να αφορά στο πώς ξεπεράστηκε η κρίση. Και, κάτι εξίσου σημαντικό, στο τι διδάχθηκε ο αθλητής από το εκάστοτε επεισόδιο που η μοίρα του έφερε στον δρόμο του.
Μπάσκετ στο αμαξίδιο
«Μπορεί να ακούγεται οξύμωρο, όμως στο αμαξίδιο ένιωσα περισσότερο ελεύθερη από ποτέ», εξομολογείται η μπασκετμπολίστρια Ιωάννα Χρονοπούλου, μια αθλήτρια με κάπως διχασμένη προσωπικότητα, καθώς αναγκάστηκε να συνεχίσει την καριέρα της στην καλαθοσφαίριση με αμαξίδιο ενώ δεν είναι ανάπηρη. Στην «πολιτική» ζωή της περπατά κανονικά, ωστόσο, κάποιοι βαρείς και αλλεπάλληλοι τραυματισμοί στα πόδια δεν της άφησαν καμία άλλη εναλλακτική εκτός του αμαξιδίου.
Ωστόσο, η ίδια δεν είδε αυτό τον αποκλεισμό ως καταστροφή. «Γέμισε η ψυχή μου», δηλώνει η Ιωάννα Χρονοπούλου για το μπάσκετ με αμαξίδιο, «κι αυτό μου χάρισε περισσότερη ώθηση στο να αγαπήσω πιο πολύ αυτό που αγαπούσα ήδη. Η τρέλα μου για το μπάσκετ εκτοξεύτηκε και το είναι μου γέμισε περισσότερο από τη συναναστροφή με τους άνδρες συμπαίκτες μου. Στην αρχή κατάλαβα την υπερβολική προσοχή στη μοναδική κοπέλα και το να μη με παίξουν σκληρά. Ισως και να με άφηναν να σκοράρω μερικές φορές. Πλέον αυτό δεν ισχύει και ήταν κάτι που έσβησε άμεσα διότι κατάλαβαν πόσο ανταγωνιστική είμαι. Το μυστικό από την αρχή ήταν να μη φοβηθώ το αγωνιστικό αμαξίδιο και την ιδιαιτερότητα ότι στην καθημερινότητά μου περπατώ και δεν κινούμαι με αμαξίδιο. Ο χειρισμός του είναι, φυσικά, δύσκολος, συχνά επίπονος. Προπόνηση με την προπόνηση συνηθίζεις, το σώμα σου εφαρμόζει και όταν παίζεις, ξεχνάς ότι κάθεσαι σ’ αυτό!».
Ιωάννα Χρονοπούλου
«Μπορεί να ακούγεται οξύμωρο, όμως στο αμαξίδιο ένιωσα περισσότερο ελεύθερη από ποτέ», εξομολογείται η μπασκετμπολίστρια
Τις 22 ιστορίες που περιλαμβάνονται στο «Αθέατες Νίκες» τις μεταφέρουν σε πρώτο πρόσωπο οι διακεκριμένοι αθλητικογράφοι Αλέξης Σπυρόπουλος και Γιώργος Αδαμόπουλος, οι οποίοι φροντίζουν να αναδεικνύουν την ανθρώπινη ουσία των ιστοριών, φωτίζοντας τις λιγότερο προφανείς και προβλέψιμες πτυχές των αθλητών που οι ίδιοι επέλεξαν ως τις πλέον ενδιαφέρουσες.
Η συνεισφορά του Αντώνη Νικοπολίδη στο βιβλίο «Αθέατες Νίκες» έχει τίτλο «Κάν’ το όπως ξέρεις» και αποτελεί μια συμπύκνωση της αυτοβιογραφίας του σε 6-7 σελίδες -ούτως ή άλλως ο τερματοφύλακας του ονειρικού Euro 2004 μπορεί να φημίζεται για πολλά χαρακτηριστικά του, όμως όχι για την τάση του να πολυλογεί. Αυτή τη φορά, ο Νικοπολίδης θέτει τον πατέρα του στο προσκήνιο, έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί το 1942 στην Αμπχαζία και κατόπιν ήρθε στην Ελλάδα ως πρόσφυγας.
Εγκαταστάθηκε μαζί με την οικογένειά του σε ένα χωριό λίγο έξω από την Αρτα, όπου η συνύπαρξη των ντόπιων με τους πρόσφυγες δεν ήταν αρμονική. Υπήρχε προκατάληψη, αντιπάθεια, συγκρούσεις. Με αυτές τις καταβολές, η προοπτική της καριέρας στο ποδόσφαιρο φάνταζε ως σανίδα κοινωνικής και ταξικής σωτηρίας, μολονότι ο πατέρας του απλώς τον στήριζε διακριτικά, χωρίς υπερπροστατευτισμό και χωρίς να ασκεί οποιαδήποτε πίεση για ταχεία ανέλιξη. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν ο γιος του να είναι ασφαλής, να μην υφίσταται κακομεταχείριση στα φυτώρια νέων ταλέντων ή στους μεγάλους συλλόγους, όπως ο Παναθηναϊκός.
«Ο Βάντσικ θα φύγει»
Ομως, ο πατέρας Νικοπολίδης νόσησε από καρκίνο και πέθανε μόλις στα 51 του χρόνια. Στα χέρια του γιου του. Η αντίδραση του Αντώνη ήταν να κλειστεί στον εαυτό του, αλλά και να αναθεωρήσει τη στάση του σε ό,τι αφορούσε την καριέρα του εφεξής. Ηταν 23 ετών και ανήκε στο δυναμικό του ΠΑΟ, χωρίς όμως σπουδαίες προοπτικές να γίνει βασικός στην πρώτη ομάδα. Οπότε, κατόπιν περίσκεψης, κατέληξε σε τρεις εναλλακτικές επιλογές:
α) Να φύγει από την Αθήνα και να αναζητήσει άλλο σύλλογο όπου θα έπαιζε βασικός αμέσως.
β) Να εγκαταλείψει ολοκληρωτικά το ποδόσφαιρο και να επιστρέψει στο χωριό του.
γ) Να δουλέψει τόσο συστηματικά σε ατομικό επίπεδο ώστε να γίνει ο ιδανικός αντικαταστάτης του Γιόζεφ Βάντσικ, του εξαιρετικού Πολωνού τερματοφύλακα. «Είπα μέσα μου “στο χέρι σου είναι – ή γίνεται πλήγμα ο θάνατος ή τον κάνεις όπλο σου», λέει ο Αντώνης Νικοπολίδης. Και με το ίδιο αποφασιστικό ύφος εξηγεί ότι με την απώλεια του πατέρα του «ένιωσα ευθύνη. Οι αδελφές, η μάνα, την ευθύνη ότι διαδέχομαι εγώ τον πατέρα σε όλο αυτό.
Αντώνης Νικοπολίδης
Σκέφτηκε να παρατήσει το ποδόσφαιρο και να επιστρέψει στο χωριό του όταν σε ηλικία 23 ετών έπρεπε να αντιμετωπίσει τον θάνατο του πατέρα του και τον ανταγωνισμό απέναντι στον Γιόζεφ Βάντσικ
Εβγαλα από μέσα μου τον θυμό. Εβαλα περισσότερη λογική. Ρεαλισμό. Είπα, “το τρίτο σενάριο. Θα το πολεμήσω”. Με περισσότερη προπόνηση. Με το να διαβάζω. Να καταλαβαίνω σε βάθος το ποδόσφαιρο. Συζήτησα με τον εαυτό μου: “Είσαι χειρότερος από αυτούς που παίζουν βασικοί σε άλλες ομάδες;”. Τότε ήταν ο Ατματσίδης, ο Μιχόπουλος, ο Χανιωτάκης, ο Καρκαμάνης. Είπα “όχι, δεν είναι καλύτεροι εκείνοι, απλώς εσύ έχεις μπροστά έναν Βάντσικ”. Οπότε έπρεπε, όταν ο Βάντσικ θα φύγει, εγώ να είμαι έτοιμος. Με σεβασμό, απέναντι στον Γιόζεφ. Στα ίσια, όχι πισώπλατα».
Οπερ και εγένετο χάρη σε ένα μοναχικό «self coaching», όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος. Και όταν η ευκαιρία προέκυψε, ο Νικοπολίδης ήταν έτοιμος να την αδράξει. Επαιξε βασικός σε αγώνα Τσάμπιονς Λιγκ το 1995 εναντίον της Χάιντουκ Σπλιτ. Ο Παναθηναϊκός προκρίθηκε στην επόμενη φάση και ο Νικοπολίδης απέδειξε -στον εαυτό του και σε οποιονδήποτε άλλον- ότι είχε ενηλικιωθεί. Οτι εξαιτίας του θανάτου του πατέρα του εκείνος είχε πάρει τη ζωή στα χέρια του.
Φωτογραφίες: EUROKINISSI
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
