Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή προκαλεί αυξήσεις στο κόστος μεταφοράς και αλλαγές στα δρομολόγια των πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων μεγάλων ναυτιλιακών εταιρειών.
Η εμπόλεμη κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου έχει οδηγήσει αρκετές ναυτιλιακές εταιρείες τακτικών γραμμών (liners) να επανεξετάσουν τα δρομολόγιά τους, αποφεύγοντας κρίσιμα σημεία ναυσιπλοΐας και επιβάλλοντας πρόσθετες χρεώσεις προκειμένου να καλύψουν το αυξημένο λειτουργικό κόστος. Παράλληλα, η αβεβαιότητα στις θαλάσσιες μεταφορές αρχίζει να αποτυπώνεται και στις τιμές των ναύλων για τα εμπορευματοκιβώτια.
Η επιδεινούμενη κατάσταση ασφάλειας στη Μέση Ανατολή δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις για την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα, επηρεάζοντας τόσο τη διαθεσιμότητα καυσίμων όσο και τη λειτουργία των θαλάσσιων μεταφορικών δικτύων.
Η A.P. Moller-Maersk ανακοίνωσε ότι θα επιβάλει έκτακτη επιπλέον χρέωση καυσίμων (Emergency Bunker Surcharge – EBS) σε όλο το παγκόσμιο δίκτυό της, επικαλούμενη τις διαταραχές στην προμήθεια και τη διακίνηση ναυτιλιακών καυσίμων που συνδέονται με τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο. Το μέτρο θα τεθεί σε ισχύ από τις 25 Μαρτίου 2026 και θα επανεξετάζεται κάθε 14 ημέρες, ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς.
Σύμφωνα με την εταιρεία, το προσωρινό αυτό τέλος κρίθηκε αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η επάρκεια καυσίμων και να διατηρηθεί η ομαλή λειτουργία του παγκόσμιου δικτύου μεταφοράς φορτίων. Η επιπλέον χρέωση θα εφαρμόζεται διεθνώς χωρίς εξαιρέσεις και θα προσαρμόζεται ανάλογα με τη διαθεσιμότητα και το κόστος των καυσίμων, ενώ τα επικαιροποιημένα επίπεδα θα δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα της εταιρείας.
Παρόμοιο μέτρο ανακοίνωσε και η CMA CGM, η οποία γνωστοποίησε την επιβολή έκτακτης χρέωσης καυσίμων (Emergency Fuel Surcharge – EFS) από τις 16 Μαρτίου 2026, επικαλούμενη τη σημαντική αύξηση του κόστους καυσίμων και τη γεωπολιτική αστάθεια στην περιοχή. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τις πιέσεις που δέχεται ο κλάδος της ναυτιλίας, καθώς οι εταιρείες καλούνται να αντιμετωπίσουν υψηλότερα λειτουργικά κόστη και αυξημένους κινδύνους στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ναυτιλιακής συμβουλευτικής εταιρείας Drewry, ο Παγκόσμιος Δείκτης Εμπορευματοκιβωτίων (World Container Index – WCI), που αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για τις διεθνείς συμβάσεις μεταφοράς φορτίων, αυξήθηκε αυτή την εβδομάδα κατά 8%, φτάνοντας τα 2.123 δολάρια ανά εμπορευματοκιβώτιο 40 ποδών.
Η άνοδος οφείλεται κυρίως στις αυξημένες τιμές στη γραμμή Ασίας – Ευρώπης, ενώ ανοδικά κινήθηκαν και οι ναύλοι στη διαδρομή Transpacific, που συνδέει την Ασία με τη Βόρεια Αμερική μέσω του Ειρηνικού.
Συγκεκριμένα, οι τιμές spot στη διαδρομή Σανγκάη – Ρότερνταμ αυξήθηκαν κατά 19%, στα 2.443 δολάρια ανά εμπορευματοκιβώτιο 40 ποδών, ενώ στη γραμμή Σανγκάη – Γένοβα ενισχύθηκαν κατά 10%, φτάνοντας τα 3.120 δολάρια ανά εμπορευματοκιβώτιο.
Παράλληλα, για την επόμενη εβδομάδα έχουν ανακοινωθεί μόλις πέντε ακυρώσεις δρομολογίων στην αγορά Ασίας – Ευρώπης, γεγονός που δείχνει ότι οι ναυτιλιακές εταιρείες προσπαθούν να διαχειριστούν τη διαθέσιμη χωρητικότητα, διατηρώντας ταυτόχρονα ανοδική πίεση στις τιμές. Η Drewry εκτιμά ότι οι τιμές spot ενδέχεται να συνεχίσουν να αυξάνονται και τις επόμενες εβδομάδες.
Παρόμοια τάση καταγράφεται και στη γραμμή Ασίας – Ηνωμένων Πολιτειών. Οι τιμές μεταφοράς από τη Σαγκάη προς το Λος Άντζελες αυξήθηκαν κατά 4%, στα 2.503 δολάρια ανά εμπορευματοκιβώτιο 40 ποδών, ενώ προς τη Νέα Υόρκη σημείωσαν άνοδο 3%, φτάνοντας τα 3.080 δολάρια. Στις εμπορικές διαδρομές της Ανατολικής και Δυτικής Ακτής του Ειρηνικού έχουν ανακοινωθεί επτά ακυρώσεις δρομολογίων για την επόμενη εβδομάδα.
Την ίδια ώρα αυξάνεται ο αριθμός των πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων που αποφεύγουν τη διέλευση από την Ερυθρά Θάλασσα, επιλέγοντας την παράκαμψη μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας. Η επιλογή αυτή συνεπάγεται μεγαλύτερη διάρκεια ταξιδιού και υψηλότερο κόστος μεταφοράς.
Σύμφωνα με τη Drewry, το διάστημα των δύο εβδομάδων που έληξε στις 8 Μαρτίου συνολικά 314 πλοία ακολούθησαν τη διαδρομή γύρω από την Αφρική, έναντι 309 την προηγούμενη περίοδο, επιβεβαιώνοντας ότι παραμένει η βασική εναλλακτική σύνδεση μεταξύ Ασίας και Ευρώπης εν μέσω της συνεχιζόμενης αστάθειας.
Ωστόσο, ορισμένες μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες, παρότι έχουν περιορίσει μέρος των δρομολογίων τους μέσω της Ερυθράς Θάλασσας, συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τη Διώρυγα του Σουέζ για συνδέσεις με λιμάνια της βόρειας Ερυθράς Θάλασσας, κυρίως για την εξυπηρέτηση της αγοράς της Σαουδικής Αραβίας.
Σύμφωνα με στοιχεία της Drewry, το δεκαπενθήμερο που έληξε στις 8 Μαρτίου 64 πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων διέσχισαν τη Διώρυγα του Σουέζ, έναντι 44 την προηγούμενη περίοδο που έληξε στις 22 Φεβρουαρίου. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ένδειξη ότι ορισμένοι μεταφορείς εξετάζουν σταδιακά την επαναφορά διελεύσεων μέσω της Ερυθράς Θάλασσας.
Οι επιπτώσεις της κρίσης είναι ήδη εμφανείς και σε βασικούς κόμβους μεταφόρτωσης της περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το λιμάνι Jebel Ali στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα — το μεγαλύτερο λιμάνι εμπορευματοκιβωτίων στη Μέση Ανατολή — όπου η δραστηριότητα έχει μειωθεί σημαντικά.
Με βάση τα στοιχεία παρακολούθησης AIS της Drewry, οι εβδομαδιαίες προσεγγίσεις containerships μειώθηκαν από περίπου 100 τον Φεβρουάριο σε μόλις 18 την εβδομάδα που έληξε στις 8 Μαρτίου, ενώ τις τελευταίες τρεις ημέρες δεν καταγράφηκε καμία προσέγγιση πλοίου.
