Tη νέα ανάλυση της σειράς Focus ENA | Oικονομία, με θέμα τα στοιχεία του ΑΕΠ της Ελλάδας για το 2025, δημοσιεύει o Κύκλος Οικονομικής & Κοινωνικής Ανάλυσης του Ινστιτούτου ΕΝΑ.

Την Παρασκευή (6/3) ανακοινώθηκαν από την ΕΛΣΤΑΤ τα στοιχεία για το ΑΕΠ του 2025. Ο πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης ήταν 2,1%, οριακά χαμηλότερος από την τελευταία πρόβλεψη του Υπουργείου Οικονομικών (2,2%), όπως αποτυπώθηκε τον Νοέμβριο του 2025 στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού 2026.

Σύμφωνα με τη Eurostat, η Ελλάδα κατέγραψε τον ενδέκατο υψηλότερο ρυθμό μεγέθυνσης μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρκετά πάνω από τον μέσο όρο του 1,5%.

Το διάγραμμα 1 δείχνει τις μεταβολές στις επιμέρους συνιστώσες του ΑΕΠ από την πλευρά της δαπάνης καθώς και τις αντίστοιχες εκτιμήσεις του τελευταίου προϋπολογισμού.

Συγκεκριμένα, η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2% έναντι μικρότερης πρόβλεψης του προϋπολογισμού κατά 1,9%.

Αντίθετα, η δημόσια κατανάλωση αυξήθηκε μόλις κατά 0,3%%, όταν η πρόβλεψη του προϋπολογισμού έβλεπε αύξηση κατά 1,4%.

Οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 8,9%, σημαντικά ταχύτερα από την πρόβλεψη 5,7%.

Οι εξαγωγές αυξήθηκαν λιγότερο από την πρόβλεψη του προϋπολογισμού, 1,7% έναντι 2,2% ενώ οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 1,3% παρότι προβλέπονταν αύξηση κατά 0,9%.

Για να δούμε την επίπτωση κάθε επιμέρους συνιστώσας στη συνολική μεταβολή του ΑΕΠ μπορούμε να υπολογίσουμε τη συνεισφορά τους, δηλαδή τη μεταβολή τους σαν ποσοστό του ΑΕΠ του προηγούμενου έτους. Αυτό δείχνει το διάγραμμα 2 που περιλαμβάνει και τη μεταβολή των αποθεμάτων ως διακριτή συνιστώσα.

Στο διάγραμμα 2 μπορούμε να δούμε πόσο συνεισέφερε κάθε συνιστώσα στη συνολική μεταβολή του ΑΕΠ κατά 2,1%.

Η ιδιωτική κατανάλωση συνεισέφερε 1,4 ποσοστιαίες μονάδες και η δημόσια κατανάλωση 0,1 μονάδες.

Οι επενδύσεις συνεισέφεραν 1,5 ποσοστιαίες μονάδες, οι εξαγωγές 0,6 μονάδες και οι εισαγωγές άλλες 0,6 ποσοστιαίες μονάδες (η μείωση των εισαγωγών έχει θετική επίδραση στο ΑΕΠ).

Τέλος, η μείωση των αποθεμάτων (πιθανότατα η επαναταξινόμησή τους ως επενδύσεις) μείωσε το ΑΕΠ κατά 2,1 ποσοστιαίες μονάδες.

Από την πλευρά της προσφοράς, το 2025 η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία αυξήθηκε κατά 1,3% λόγω της θετικής επίδοσης του τομέα των κατασκευών (+12,8%, με συμβολή 0,4 της ποσοστιαίας μονάδας), της βιομηχανίας συμπεριλαμβανόμενης της ενέργειας (+2,6% με συμβολή 0,4 της ποσοστιαίας μονάδας), καθώς και των υπηρεσιών (+0,8%, με συμβολή 0,6 της ποσοστιαίας μονάδας).

Ένα τελευταίο στοιχείο που αξίζει να δούμε είναι η διανομή του εγχώριου εισοδήματος μεταξύ μισθών, κερδών και κράτους. Συγκεκριμένα, οι μισθοί δίνονται από τις αμοιβές της εξαρτημένης εργασίας, τα κέρδη από το λειτουργικό πλεόνασμα και μικτό εισόδημα (που περιλαμβάνει το εισόδημα των αυτοαπασχολούμενων) και το κράτος από τη διαφορά μεταξύ φόρων στην παραγωγή και στις εισαγωγές μείον τις επιδοτήσεις (δεν περιλαμβάνει φόρους εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές).

Το διάγραμμα 3 παρουσιάζει τα παραπάνω εισοδηματικά μερίδια για το 2024 και το 2025.

Όπως βλέπουμε, το μερίδιο των μισθών στο συνολικό εισόδημα αυξήθηκε από 35,6% σε 36,2% καθώς αυξήθηκε η μισθωτή απασχόληση, το μερίδιο των κερδών μειώθηκε από το 49,8% στο 48,7% ενώ το μερίδιο του κράτους αυξήθηκε από 14,5% σε 15%.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη φαίνεται να μετριάζει τη συρρίκνωση του μεριδίου των μισθών που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια εξαιτίας, κυρίως, του πληθωρισμού. Υπενθυμίζεται ότι το 2019 το μερίδιο των μισθών ήταν 36,8% ενώ το μερίδιο των κερδών ήταν 48,3% και το μερίδιο του κράτους 14,8%.