Ποτέ, κανένας άλλος πόλεμος στη σύγχρονη ιστορία δεν είχε τόσο άνισα οικονομικά αποτελέσματα, σε τόσες πολλές χώρες, τουλάχιστον την ώρα του σχεδιασμού του, όσο ο εξελισσόμενος πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.

Από την μια είναι τα έμπλεα ενθουσιασμού λόγια του ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Λίντσεϋ Γκράχαμ στο Fox News στις 8 Μαρτίου: «Όταν πέσει αυτό το καθεστώς θα βγάλουμε έναν τόνο λεφτά. Η Βενεζουέλα και το Ιράν έχουν το 31% των παγκόσμιων πετρελαϊκών αποθεμάτων. Θα έχουμε μια συνεργασία με το 31% των γνωστών αποθεμάτων. Αυτό είναι ο εφιάλτης της Κίνας. Είναι μια καλή επένδυση». Ξεχάστε τον στόχο του εκδημοκρατισμού και την αλλαγή καθεστώτος. Τα πετρέλαια ήταν το ζητούμενο της επίθεσης!

Αν κάποιος ή κάποια θεωρεί τον Γκράχαμ ένα ακόμη γραφικό γεράκι που σπεύδει να πλειοδοτήσει σε αντι-ιρανικές κραυγές, μεσούντος του πολέμου, δεν έχει παρά να ανατρέξει στις δηλώσεις του τον Ιούνιο του 2024 ότι η Ουκρανία κάθεται επάνω σε ένα χρυσωρυχείο κι οι ΗΠΑ δεν διανοούνται να χάσουν αυτό το χρυσορυχείο. Επίσης, ότι η Ουκρανία πρέπει να πληρώσει τον αμερικανικό οπλισμό παραχωρώντας στην Ουάσιγκτον τον ορυκτό της πλούτο. Δεν χρειάστηκε παρά να περάσει ένας χρόνος και τα λόγια του πήραν την μορφή της συμφωνίας, με τη υπογραφή του Ζελένσκυ. Να τον ακούμε λοιπόν τον Γκράχαμ, τουλάχιστον για να ξέρουμε τα σχέδια των ΗΠΑ…

Από την άλλη είναι ο κόσμος όλος ή σχεδόν όλος που θα πληρώσει το αυξημένο κόστος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Την Δευτέρα, μετά την δήλωση των επτά πλουσιότερων χωρών του κόσμου ότι προτίθενται να απελευθερώσουν πετρέλαιο από τα αποθέματά τους, που αρκούν για 1 χρόνο, οι τιμές του αργού έπεσαν από τα 117 στα 90 δολάρια το βαρέλι.

Ακόμη κι έτσι όμως τα 90 δολ. ισοδυναμούν με 50% αύξηση σε σχέση με την τιμή των 60 δολ. στην οποία διαπραγματευόταν το βαρέλι στις αρχές του χρόνου. Η παρέμβαση δηλαδή μπορεί να απέτρεψε τα χειρότερα δεν παύει όμως να αφήνει την τιμή σε ένα επίπεδο ακραία επιβαρυντικό για καταναλωτές και επιχειρήσεις.

Στην πρώτη σειρά των «πληγέντων» βρέθηκαν χώρες της Ασίας όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν καθώς το 90%, 70% και 60% αντίστοιχα του πετρελαίου που εισάγουν περνάει από τα Στενά του Χορμούζ. Η άνοδος στην τιμή του πετρελαίου έβαλε σε λειτουργία μια διελκυστίνδα με τις τιμές των μετοχών με αποτέλεσμα οι γενικοί τους δείκτες να πέσουν κατά 13%, 16% και 5% αντίστοιχα.

Τα πράγματα στην Ευρώπη εξελίχθηκαν χειρότερα λόγω της εξάρτησής της από το φυσικό αέριο που από 32 ευρώ/MWh στις 27 Φεβρουαρίου στις 10 Μαρτίου αυξήθηκε στα 55 ευρώ, δηλαδή κατά 71%. Η πτώση που ακολούθησε την Δευτέρα 9/3 στις τιμές των μετοχών στο Παρίσι και τη Φρανκφούρτη, 8% και 7% αντίστοιχα, ήταν κάτι παραπάνω από αναμενόμενη.

Πίσω από τις ρευστοποιήσεις υπήρχε μια απλή παραδοχή: Ότι η αύξηση του ενεργειακού κόστους θα προκαλέσει μείωση κερδών κι αν συνεχιστεί για πολύ θα οδηγήσει ακόμη και σε στασιμοπληθωρισμό: Αυτό το μοναδικό μείγμα επιβράδυνσης αρχικά και οικονομικής στασιμότητας στη συνέχεια, άμεσο αποτέλεσμα της συζητούμενης αν όχι αποφασισμένης αύξησης επιτοκίων, με άνοδο των τιμών εξ αιτίας της αύξησης του ενεργειακού και του συνολικού κόστους που θα ακολουθήσει. Η επισφαλής θέση της Ευρώπης επιβεβαιώθηκε από την κλοπή φορτίων τα οποία ενώ αρχικά από τον Περσικό Κόλπο κατευθύνονταν στην Ευρώπη άλλαζαν πορεία και κατέληγαν σε λιμάνια της Ασίας! Αιτία ήταν μια άγρια παρασκηνιακή πλειοδοσία στις τιμές στην οποία πάντα κέρδιζε η Ασία…

Η ευαισθησία των οικονομιών απέναντι στις αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου από πρώτη ματιά φαίνεται αδικαιολόγητη αν πάρουμε υπόψη μας ότι τα δύο τρίτα των παγκόσμιων δαπανών για ενέργεια αφορούν ανανεώσιμες πηγές. Το προφανές ερώτημα, γιατί τελικά παραμένει ακόμη και σήμερα τόσο πολύτιμο το πετρέλαιο, απαντιέται αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο κόσμος σήμερα μπορεί να ικανοποιεί με πετρέλαιο λιγότερο από το 30% των ενεργειακών του αναγκών, αυτό το ποσοστό ωστόσο αντιστοιχεί σε μια ποσότητα διπλάσια από εκείνη που απαιτούνταν πριν ξεσπάσει η πρώτη πετρελαϊκή κρίση, το 1970! Έτσι εξηγείται η πρόσφατη ρήση εκείνης της σκοτεινής φιγούρας του αμερικανικού κατεστημένου, του Έλιοτ Άμπραμς (που ενεπλάκη στο σκάνδαλο Ιράν – Κόντρα, διετέλεσε σύμβουλος όλων των ρεπουμπλικανών αμερικανών προέδρων, ενώ στην πρώτη θητεία του Τραμπ ήταν ειδικός αντιπρόσωπος στη Βενεζουέλα και το Ιράν), ότι «το παλιό παιχνίδι έχει επιστρέψει περισσότερο απ’ όσο οι άνθρωποι πίστευαν ότι θα γινόταν ποτέ».

Ωστόσο το «παλιό παιχνίδι» (όλα για το πετρέλαιο) δεν ισχύει για τις ΗΠΑ. Όχι ότι δεν χρειάζονται ολοένα και περισσότερο πετρέλαιο και κάθε άλλη πηγή ενέργειας για να ικανοποιήσουν την απότομα αυξημένη κατανάλωση λόγω data centers κι άλλων αναγκών. Η θεμελιώδης αλλαγή από την πρώτη πετρελαϊκή κρίση, όταν η Σαουδική Αραβία προέβη σε εμπάργκο στις ΗΠΑ εξ αιτίας της στήριξης που προσέφερε η Ουάσιγκτον στο Ισραήλ στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973, σε σχέση με σήμερα βρίσκεται στην εκτίναξη των ΗΠΑ στην πρώτη θέση παγκοσμίως της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου. To 2024 η παραγωγή φυσικού αερίου των ΗΠΑ ανήλθε σε 1.069.00 δις. κυβ. μ, ενώ της δεύτερης στη σειρά κατάταξης Ρωσίας σε 642.000 δις. κυβ.μ., περίπου το 60%. Την ίδια χρονιά η παραγωγή πετρελαίου των ΗΠΑ ανήλθε σε 22,8 εκατ. βαρέλια/ημέρα (22% της παγκόσμιας παραγωγής), ενώ της δεύτερης στη σειρά κατάταξη Σαουδικής Αραβίας ανήλθε σε λιγότερο από το μισό, 10,9 εκατ. βαρέλια/ημέρα (11% παγκόσμια παραγωγής).

Οι ΗΠΑ κατά συνέπεια είναι όχι μόνο κατά σημαντικό μέρος άτρωτες από την αύξηση των τιμών των ενεργειακών προϊόντων (όπως δείχνει η πολύ μικρή αύξηση στην τιμή του αμερικανικού φυσικού αερίου μεταξύ 27/2 και 9/3 από 2,8 σε 3,2 δολ. ανά MMBtu, δηλαδή μόνο 14%) αλλά και ωφελημένες καθώς η ακμαία ενεργειακή βιομηχανία τους κερδίζει τα μέγιστα, από την αύξηση της τιμής! Γι’ αυτό και ο Τραμπ σχεδόν χαιρέτισε τις αυξήσεις στις τιμές γράφοντας σε ανάρτησή του ότι ακόμη και αυτή η αύξηση είναι «πολύ μικρό τίμημα που πρέπει να πληρωθεί» για την ασφάλεια και την ειρήνη των ΗΠΑ και του κόσμου. «Σκάστε και πληρώνετε» ήταν κοινώς η απάντηση στους Αμερικάνους…

Ο συντηρητικός αμερικανικός Τύπος δεν παραλείπει ακόμη και σήμερα να θριαμβολογήσει για την ήττα όσων ζητούσαν να απαγορευτούν οι σχιστολιθικές εκμεταλλεύσεις λόγω του τρομερού περιβαλλοντικού τους κόστους. «Οι υδραυλικές ρωγματώσεις έχουν θωρακίσει τους Αμερικανούς από τα παγκόσμια ενεργειακά σοκ. Αν είχαν πετύχει οι εκστρατείες των προοδευτικών να απαγορεύσουν τις υδραυλικές ρωγματώσεις και τις εξαγωγές LNG οι Αμερικανοί θα πλήρωναν σημαντικά περισσότερα για θέρμανση, ηλεκτρισμό και βενζίνη», έγραφε η Wall Street Journal στις 8 Μαρτίου 2026. Ωστόσο, η εκτίναξη των ΗΠΑ στην πρώτη θέση της παγκόσμιας παραγωγής αερίου και πετρελαίου δεν οδήγησε σε μείωση των τιμών.

Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου ήταν απαίτηση της αμερικανικής ενεργειακής βιομηχανίας που κρίνει ότι μια τιμή στα 75 δολ./βαρέλι είναι εκείνο το κατώφλι που όχι μόνο βάζει φρένο στο κλείσιμο και τις απολύσεις προσωπικού πολλών μικρών σχιστολιθικών εκμεταλλεύσεων αλλά τις ξαναβάζει και στο παιχνίδι. Ο πόλεμος στο Ιράν ήταν η ιδανική ευκαιρία του Τραμπ για να μην πρέπει να απολογηθεί στους Αμερικανούς για την άνοδο των τιμών του πετρελαίου κι επί της ουσίας για την αθέτηση μιας ακόμη υπόσχεσής του: Να φτάσει το πετρέλαιο στα 50 δολάρια μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου ωστόσο αποδεικνύεται δίκοπο μαχαίρι γιατί ενώ από την μια επιτρέπει στις αμερικανικές ενεργειακές να πλουτίσουν και στον Τραμπ να απολαμβάνει την οικονομική καταβύθιση των ανταγωνιστών του, από την άλλη θέτει σε δοκιμασία τις συμμαχίες των ΗΠΑ. Η διαφορά έγκειται στο ύψος των αυξήσεων. Οι ΗΠΑ μέχρι και την 11η ημέρα της επίθεσης είχαν καταφέρει να οδηγήσουν τις τιμές στο επιθυμητό σημείο, οι προοπτικές ωστόσο διαγράφονται ζοφερές.

Όπως όλα πλέον δείχνουν το Ιράν, από κοινού με τις πετρελαιοεξαγωγικές χώρες της περιοχής που αντλεί το ένα τρίτο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, οδηγούν την τιμή του πετρελαίου σε δυσθεώρητα ύψη. Ένας συνδυασμός ενεργειών που περιλαμβάνει από την οικειοθελή μείωση της παραγωγής εκ μέρους των χωρών του Κόλπου, οι οποίες έτσι κλείνουν το μάτι στην Τεχεράνη κι εξασφαλίζουν να μην χτυπηθούν τα δικά τους πλοία και οι εγκαταστάσεις, μέχρι την έξυπνη διαχείριση του περάσματος του Χορμούζ εκ μέρους των Ιρανών Φρουρών της Επανάστασης επιδιώκουν να οδηγήσουν την τιμή του πετρελαίου στα 200 δολ. Οι πετρομοναρχίες μόνο να κερδίσουν έχουν από μια τέτοια αύξηση στην τιμή του πετρελαίου. Καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε πώς θα εξάγει μόνο το 70% της παραγωγικής της ικανότητας.

Από την άλλη, οι ΗΠΑ αποδείχθηκαν αδύναμες να εγγυηθούν τον απρόσκοπτο διάπλου του Χορμούζ. Η απομάκρυνση του αεροπλανοφόρου Αβραάμ Λίνκλον προς πιο ασφαλή νερά ήταν ένδειξη αδυναμίας. Επίσης, η μηδενική ανταπόκριση που βρήκε η προσφορά ασφάλισης από το αμερικανικό δημόσιο σε όσα πλοία θέλουν να περάσουν τα Στενά έκανε ακόμη πιο εξόφθαλμη την αδυναμία των ΗΠΑ να εγγυηθούν τον διάπλου. Οι δε υποσχέσεις του αμερικανού υπουργού Ενέργειας Κρις Ράιτ (που πριν μεταπηδήσει στην κυβέρνηση Τραμπ διετέλεσε διευθύνων σύμβουλος στην δεύτερη μεγαλύτερη αμερικανική εταιρεία σχιστολιθικών εκμεταλλεύσεων, Liberty Energy) για σύντομο άνοιγμα των Στενών του Χορμούζ, αποδείχθηκαν κενό γράμμα.

Αν το Ιράν και οι χώρες του Κόλπου καταφέρουν να οδηγήσουν το πετρέλαιο στα 200 δολ. τότε τα πλήγματα στην παγκόσμια οικονομία θα είναι πρωτοφανή και συντριπτικά. Αυτό πιθανά είχε κατά νου η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, όταν στις 9 Μαρτίου προειδοποιούσε τα κράτη να προετοιμαστούν για όλα τα ενδεχόμενα και να σκεφτούν το αδιανόητο… Ακόμη πιο συντριπτικές θα είναι οι ρωγμές στο μπλοκ συμμαχιών των ΗΠΑ, καθώς Ευρωπαίοι και Ασιάτες θα οδηγηθούν σε κρίση μεγαλύτερη ακόμη κι εκείνης του 2008, με μαζικές χρεοκοπίες και απολύσεις.

Υπ’ αυτή την προοπτική ο τερματισμός του πολέμου εκ μέρους των ΗΠΑ και του Ισραήλ και η διακοπή κάθε υποστήριξης εκ μέρους της Ελλάδας και της Κύπρου είναι μονόδρομος όχι μόνο για την ειρήνη αλλά και για την οικονομική ευημερία.

*Λεωνίδας Βατικιώτης, οικονομολόγος, συγγραφέας