«Η αυτοσυγκράτηση δεν απέτρεψε τον πόλεμο. Η νέα ιρανική ηγεσία μπορεί τώρα να στραφεί σε έναν πολύ πιο επικίνδυνο δρόμο για να οικοδομήσει αποτρεπτική ισχύ» γράφει ο Sina Toossi σε άρθρο του. Ads Ο αρθρογράφος είναι συνεργάτης του  Center for International Policy (CIP) ενός προοδευτικού, ανεξάρτητου, μη κερδοσκοπικού οργανισμού έρευνας και άσκησης πίεσης με έδρα τις ΗΠΑ, που ιδρύθηκε το 1975.
To συγκεκριμένο  think tank στοχεύει στην προώθηση μιας πιο ειρηνικής, δίκαιης και βιώσιμης εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, εστιάζοντας στη διαφάνεια, τον έλεγχο των εξοπλισμών, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αποστρατιωτικοποίηση.
Ακολουθεί ολόκληρη η ανάλυση του που δημοσιεύθηκε στο Al Jazeera  Ads Για χρόνια, οι ηγέτες του Ιράν πίστευαν ότι ο χρόνος ήταν με το μέρος τους.
Αφού οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχώρησαν από τη συμφωνία για τα πυρηνικά του 2015, γνωστή ως Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA), η Τεχεράνη υιοθέτησε ουσιαστικά μια προσέγγιση που αργότερα περιγράφηκε ως «στρατηγική υπομονή». Αντί να απαντήσει άμεσα με κλιμάκωση, το Ιράν επέλεξε να αντέξει την οικονομική πίεση, περιμένοντας να δει αν θα μπορούσε να αναβιώσει άμεσα η διπλωματία.
Η λογική πίσω από αυτή τη στρατηγική ήταν απλή: κάποια στιγμή η Ουάσιγκτον θα αναγνώριζε ότι η αντιπαράθεση με το Ιράν ήταν αντίθετη προς τα ίδια της τα συμφέροντα.
Σήμερα, αυτή η υπόθεση έχει καταρρεύσει.
Η κατάρρευση της διπλωματίας και το ξέσπασμα του πολέμου, ανάγκασαν την ηγεσία του Ιράν να αντιμετωπίσει μια οδυνηρή πραγματικότητα: η πεποίθησή τους ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ενεργούσαν τελικά ορθολογικά ίσως ήταν μια βαθιά λανθασμένη εκτίμηση.
Αν το Ιράν επιβιώσει από τη σημερινή σύγκρουση, τα διδάγματα που θα αντλήσουν οι Ιρανοί ηγέτες από αυτή τη εμπειρία ενδέχεται να τους ωθήσουν να επιδιώξουν μεγαλύτερη πυρηνική θωράκιση.
Η στρατηγική της αναμονής
Μετά την αποχώρηση της πρώτης κυβέρνησης Τραμπ από το JCPOA και την έναρξη της εκστρατείας  «μέγιστης πίεσης» το 2018, η Τεχεράνη αρχικά απέφυγε μια μεγάλη κλιμάκωση.
Για σχεδόν έναν χρόνο παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό εντός των ορίων της συμφωνίας, ελπίζοντας ότι τα υπόλοιπα συμβαλλόμενα μέρη —ιδιαίτερα οι ευρωπαϊκές χώρες— θα μπορούσαν να διατηρήσουν τη συμφωνία και να εξασφαλίσουν τα οικονομικά οφέλη που είχαν υποσχεθεί, παρά τις αμερικανικές κυρώσεις.
Όταν αυτό απέτυχε, η Τεχεράνη άρχισε σταδιακά να αυξάνει την πυρηνική της δραστηριότητα, επεκτείνοντας τον εμπλουτισμό ουρανίου και μειώνοντας βήμα προς βήμα τη συμμόρφωση με τη συμφωνία, αποφεύγοντας όμως μια οριστική ρήξη.
Ο ρυθμός απομάκρυνσης από τα συμφωνηθέντα, αυξήθηκε μετά την ψήφιση νόμου από το συντηρητικό κοινοβούλιο του Ιράν, ο οποίος επέβαλε σημαντική ενίσχυση των πυρηνικών δραστηριοτήτων, στον απόηχο της δολοφονίας του κορυφαίου πυρηνικού επιστήμονα Μοχσέν Φαχριζαντέ. Η μετατόπιση αυτή ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με την εκλογή του προέδρου Εμπραχίμ Ραϊσί το 2021.
Ο τελικός στόχος του Ιράν, ήταν να ανακτηθεί διαπραγματευτική ισχύς, καθώς η Τεχεράνη πίστευε ότι ευρύτερες γεωπολιτικές και περιφερειακές εξελίξεις λειτουργούν σταδιακά προς όφελός της.
Από την οπτική της, η άνοδος της Κίνας, η αυξανόμενη αυτοπεποίθηση της Ρωσίας και τα διευρυνόμενα ρήγματα στη δυτική συμμαχία υποδήλωναν ότι η ικανότητα της Ουάσιγκτον να απομονώνει επ’ αόριστον το Ιράν ίσως αποδυναμωνόταν με την πάροδο του χρόνου.
Ταυτόχρονα, το Ιράν ακολούθησε μια στρατηγική μείωσης των εντάσεων με τους γείτονές του, επιδιώκοντας καλύτερες σχέσεις με κράτη του Κόλπου που είχαν προηγουμένως στηρίξει την αμερικανική εκστρατεία «μέγιστης πίεσης».
Στις αρχές της δεκαετίας του 2020, πολλές χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου άρχισαν να δίνουν προτεραιότητα στη συνεργασία και την αποκλιμάκωση με το Ιράν. Η πορεία αυτή κορυφώθηκε με κινήσεις όπως η προσέγγιση Σαουδικής Αραβίας – Ιράν το 2023, με τη μεσολάβηση της Κίνας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και όταν οι εντάσεις αυξάνονταν, η Τεχεράνη συνέχιζε να επιδιώκει τη διπλωματία. Έχει πίσω της προσπάθειες χρόνιων διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση Μπάιντεν με στόχο την επαναφορά του JCPOA οι οποίες δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Μεταγενέστερες διπλωματικές προσπάθειες, κατά τη δεύτερη προεδρία Τραμπ κατέρρευσαν επίσης.
Στη βάση αυτής της προσέγγισης βρισκόταν μια θεμελιώδης υπόθεση: ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες προτιμούν τελικά τη σταθερότητα από τον πόλεμο.
Ιρανοί αξιωματούχοι πίστευαν ότι η Ουάσιγκτον θα κατέληγε τελικά στο συμπέρασμα πως η διπλωματία —και όχι η αέναη πίεση ή ένας μεγάλος πόλεμος— ήταν ο πιο ρεαλιστικός και λιγότερο δαπανηρός δρόμος.
Η κοινή αμερικανο ισραηλινή επίθεση στο Ιράν αποκάλυψε τώρα πόσο βαθιά λανθασμένη ήταν αυτή η υπόθεση.

Διαβάστε: Axios / Πέντε σενάρια για το πώς μπορεί να τελειώσει ο πόλεμος στο Ιράν

Θα εξωθηθεί το Ιράν σε πυρηνική αποτροπή;
Ενώ η Τεχεράνη βασίστηκε σε εσφαλμένες εκτιμήσεις για τα  ορθολογικά κίνητρα  της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, και η ίδια Ουάσιγκτον φαίνεται να έπεσε έξω στις εκτιμήσεις της σε σχέση με το Ιράν.
Για χρόνια, οι υποστηρικτές της στρατηγικής της «μέγιστης πίεσης» υποστήριζαν ότι η συνεχής οικονομική και στρατιωτική πίεση θα οδηγούσε τελικά σε εσωτερική διάσπαση του Ιράν. Ορισμένοι προέβλεπαν ότι ένας πόλεμος θα προκαλούσε εκτεταμένες αναταραχές και ίσως ακόμη και την κατάρρευση του καθεστώτος.
Μέχρι στιγμής, καμία από αυτές τις προβλέψεις δεν έχει επιβεβαιωθεί.
Παρά την τεράστια πίεση που υφίσταται η ιρανική κοινωνία, δεν υπάρχουν ενδείξεις διάλυσης του καθεστώτος. Αντίθετα, η πολιτική βάση του Ιράν —και σε πολλές περιπτώσεις ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας— συσπειρώθηκαν εξαιτίας της εξωτερικής επίθεσης.
Παράλληλα, το Ιράν πέρασε χρόνια ενισχύοντας την άμυνα του. Αυτό περιλάμβανε την επέκταση και διαφοροποίηση των προγραμμάτων βαλλιστικών πυραύλων, πυραύλων κρουζ και drones, καθώς και την ανάπτυξη πολλαπλών συστημάτων εκτόξευσης σχεδιασμένων να διαπερνούν προηγμένα συστήματα αεράμυνας.
Οι Ιρανοί στρατιωτικοί άντλησαν επίσης διδάγματα από τις άμεσες αντιπαραθέσεις με το Ισραήλ το 2024 και τον πόλεμο του Ιουνίου του 2025, βελτιώνοντας την ακρίβεια στόχευσης και τον συντονισμό μεταξύ διαφορετικών οπλικών συστημάτων.
Η έμφαση μετατοπίστηκε προς την προετοιμασία  για έναν «παρατεταμένο πολέμο φθοράς»: καταφέρνουν λιγότερα αλλά πιο ακριβή πλήγματα με την πάροδο του χρόνου, ενώ παράλληλα επιχειρείται η αποδυνάμωση των εχθρικών ραντάρ και των συστημάτων αεράμυνας.
Σήμερα βλέπουμε τα αποτελέσματα αυτής της προετοιμασίας.

Το Ιράν κατάφερε να προκαλέσει σημαντικές ζημιές στους αντιπάλους του. Οι αντεπιθέσεις  του έχουν σκοτώσει επτά Αμερικανούς και έντεκα Ισραηλινούς, ενώ τα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας των ΗΠΑ και του Ισραήλ υφίστανται αυξανόμενη πίεση, καθώς τα αποθέματα αναχαιτιστικών πυραύλων μειώνονται σταδιακά.
Ιρανικά πλήγματα με πυραύλους και drones έχουν πλήξει στόχους σε ολόκληρη την περιοχή, συμπεριλαμβανομένων κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών όπως εγκαταστάσεις ραντάρ. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει προκαλέσει αναταραχή στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.
Πέρα από το τεράστιο κόστος του πολέμου, η απόφαση των ΗΠΑ να επιτεθούν στο Ιράν μπορεί να έχει και μια ακόμη απρόβλεπτη συνέπεια: μια ριζική μετατόπιση της ιρανικής στρατηγικής.

Διαβάστε: Ιράν / Κατηγορεί ΗΠΑ και Ισραήλ για «κατάφωρο περιβαλλοντικό έγκλημα» [Βίντεο]

Για δεκαετίες, ο ανώτατος ηγέτης Αλί Χαμενεΐ διατηρούσε μια μακροχρόνια θρησκευτική απαγόρευση για τα πυρηνικά όπλα. Η δολοφονία του την πρώτη ημέρα του πολέμου μπορεί τώρα να ωθήσει τη νέα πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας να επανεξετάσει την πυρηνική στρατηγική.
Ενδέχεται πλέον να υπάρχουν λιγότεροι ιδεολογικοί ενδοιασμοί για την επιδίωξη πυρηνικών όπλων.
Η λογική είναι απλή: αν η διπλωματία δεν μπορεί να φέρει άρση των κυρώσεων ούτε να εξαλείψει μόνιμα την απειλή πολέμου, τότε η πυρηνική αποτροπή μπορεί να φαίνεται ως η μόνη βιώσιμη εναλλακτική.
Οι ενέργειες του Ιράν σε αυτή τη σύγκρουση δείχνουν ότι πολλοί ηγέτες θεωρούν πλέον την υπομονή και τη διπλωματία στρατηγικά λάθη.
Σε αυτές τις ενέργειες περιλαμβάνονται η πρωτοφανής κλίμακα ιρανικών επιθέσεων με πυραύλους και drones σε όλη την περιοχή, η στόχευση συμμάχων των ΗΠΑ και κρίσιμων υποδομών, αλλά και πολιτικές αποφάσεις στο εσωτερικό της χώρας που σηματοδοτούν σκληρότερη γραμμή — κυρίως ο διορισμός του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ ως ανώτατου ηγέτη.
Η επιλογή του γιου του Χαμενεΐ σπάει ένα μακροχρόνιο ταμπού σε ένα σύστημα που ιδρύθηκε με την απόρριψη της κληρονομικής εξουσίας και αντικατοπτρίζει μια ηγεσία ολοένα πιο πρόθυμη να εγκαταλείψει προηγούμενους περιορισμούς  και ταμπού.
Αν επικρατήσει σε ολόκληρη την περιοχή μια πιο απόλυτη λογική αποτροπής, αντικαθιστώντας τον διάλογο ως βασική αρχή ασφάλειας, η Μέση Ανατολή μπορεί να εισέλθει σε μια πολύ πιο επικίνδυνη εποχή, όπου τα πυρηνικά όπλα θα θεωρούνται η ύστατη μορφή αποτροπής και η πυρηνική διάδοση δεν θα μπορεί πλέον να αναχαιτιστεί.