Την δική του πραγματικότητα αναφορικά με την ενημέρωση και την διασπορά fake news στη χώρα μας παρουσίασε ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατά την τοποθέτησή του σε συζήτηση με τον εκδότη της εφημερίδας ΤΟ ΒΗΜΑ, Γιάννη Πρετεντέρη και τον καθηγητή ψηφιακής Διακυβέρνησης στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Μονάχου Γιάννη Θεοχάρη, για το διήμερο συνέδριο Athens Alitheia Forum.

Σημειώνεται πως την διημερίδα διοργάνωσε η Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης στο ξενοδοχείο Intercontinental, ενώ παρεμβάσεις -σε πολιτικό επίπεδο τουλάχιστον- κατά βάση μόνο κυβερνητικά στελέχη (Κωστής Χατζηδάκης, Κυριάκος Πιερρακάκης, Παύλος Μαρινάκης). Σύμφωνα με τους διοργανωτές στόχος είναι «η αντιμετώπιση των ψευδών ειδήσεων και του τοξικού λόγου». οημείωσε πως fake news υπήρχαν πάντα, αλλά σήμερα έχει αλλάξει ο ταχύτατος ρυθμός αναπαραγωγής τους.

Ο πρωθυπουργός επισήμανε ότι τα fake news δεν αποτελούν νέο φαινόμενο, ωστόσο σήμερα διαδίδονται με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα. Όπως σημείωσε, οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν συχνά εθιστικές συμπεριφορές όχι μόνο στους νέους αλλά και στους ενήλικες, παρότι αρχικά συνέβαλαν θετικά δίνοντας χώρο έκφρασης στους πολίτες.

Τόνισε επίσης ότι «υπάρχει ψευδής είδηση, όχι όμως ψευδής άποψη», εξηγώντας ότι η άποψη αποτελεί προσωπική γνώμη. Πρόσθεσε ότι ο συνδυασμός της ταχύτητας διάδοσης πληροφοριών με τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο περιβάλλον. Όπως ανέφερε, πολλοί λογαριασμοί στα κοινωνικά δίκτυα είναι στην πραγματικότητα αυτοματοποιημένα προγράμματα (bots), ενώ η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πλέον να δημιουργεί ιδιαίτερα πειστικό ψεύτικο περιεχόμενο.

Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι δημόσια πρόσωπα βρίσκονται σε μειονεκτική θέση, καθώς υπάρχει άφθονο οπτικοακουστικό υλικό που μπορεί εύκολα να αλλοιωθεί ώστε να φαίνεται πως λένε πράγματα που δεν έχουν πει. Όπως υπογράμμισε, τα ψεύτικα βίντεο μπορεί να είναι τόσο ρεαλιστικά ώστε να καθιστούν την αντιμετώπιση του φαινομένου κρίσιμη προτεραιότητα, ιδιαίτερα ενόψει εκλογικών διαδικασιών.

Σε αυτό το πλαίσιο έσπευσε να προτείνει τρεις βασικές κατευθύνσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος:

την ενίσχυση των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης, τα οποία έχουν συγκεκριμένη ταυτότητα και λογοδοσία
τη χρήση τεχνολογικών εργαλείων, ώστε να μπορεί να αναγνωρίζεται αν ένα περιεχόμενο έχει δημιουργηθεί από τεχνητή νοημοσύνη
την εκπαίδευση των πολιτών, ιδιαίτερα των νέων, ώστε να αναπτύξουν κριτική στάση απέναντι στην πληροφορία

Ο κ. Μητσοτάκης υποστήριξε ότι σε ένα τοξικό πολιτικό περιβάλλον τέτοια εργαλεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν σκόπιμα για χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Όπως είπε, δεν είναι εύκολο να υπάρξει σαφής νομική απάντηση στο ζήτημα, καθώς στις ΗΠΑ κυριαρχεί η αντίληψη ότι οι πλατφόρμες δεν φέρουν ευθύνη για το περιεχόμενο των χρηστών.

Αντίθετα, εκτίμησε ότι η Ευρώπη δεν θα πρέπει να ακολουθήσει αυτή τη λογική, ακόμη κι αν αυτό οδηγήσει σε συγκρούσεις με τις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες, οι οποίες –όπως είπε– αποκομίζουν κέρδη από την προσοχή των χρηστών και από μηχανισμούς που ενισχύουν τον εθισμό.

Παράλληλα τόνισε ότι η ανίχνευση οργανωμένων εκστρατειών παραπληροφόρησης, ιδιαίτερα όταν προέρχονται από το εξωτερικό, αποτελεί ζήτημα εθνικής ασφάλειας.

Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στο πολύνεκρο δυστύχημα των Τεμπών, υποστηρίζοντας ότι κατά τη δημόσια συζήτηση για την υπόθεση υπήρξαν λογαριασμοί από το εξωτερικό που διέδιδαν ψευδές περιεχόμενο. Όπως είπε, ένα οργανωμένο κράτος δεν μπορεί να αγνοεί τέτοιες περιπτώσεις και αυτό δεν συνιστά λογοκρισία.

Σημείωσε επίσης ότι πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην ανωνυμία των χρηστών και στους ψεύτικους λογαριασμούς που δεν αντιστοιχούν σε πραγματικά πρόσωπα. Πρόσθεσε ότι υπάρχουν χώρες που έχουν επιχειρήσει να επηρεάσουν εκλογικές διαδικασίες και πιθανότατα θα το επιχειρήσουν ξανά.

Ο κ. Μητσοτάκης ανέφερε ακόμη ότι ο ίδιος δεν έχει καταθέσει αγωγές παρά τις επιθέσεις που έχει δεχθεί, ωστόσο –όπως είπε– η οικογένειά του αναγκάζεται να υπερασπιστεί τον εαυτό της όταν γίνεται στόχος.

Ο πρωθυπουργός άσκησε κριτική και σε μέρος των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης, λέγοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις έδωσαν βήμα σε «απίθανους εμπειρογνώμονες» που παρουσίαζαν ανύπαρκτα -κατά τον ίδιο- στοιχεία σχετικά με την υπόθεση των Τεμπών. Εξέφρασε την ελπίδα ότι θα υπάρξει περισσότερη αυτοκριτική.

Όπως σημείωσε, όταν τα παραδοσιακά μέσα επιδιώκουν υψηλή τηλεθέαση ή επισκεψιμότητα προβάλλοντας ακραίο περιεχόμενο, ουσιαστικά ενισχύουν τις θεωρίες παραπληροφόρησης που διαδίδονται στο διαδίκτυο.

Κλείνοντας, ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι η συζήτηση για το φαινόμενο της παραπληροφόρησης συμβάλλει στην ευαισθητοποίηση των πολιτών, ενθαρρύνοντας τους να ελέγχουν πιο προσεκτικά πληροφορίες που φαίνονται υπερβολικές ή ύποπτες.

Αναφέρθηκε επίσης στον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης στην εκπαίδευση, σημειώνοντας ότι μπορεί να διευκολύνει τους εκπαιδευτικούς μειώνοντας τη γραφειοκρατία ή λειτουργώντας ακόμη και ως ψηφιακό εργαλείο υποστήριξης των μαθητών. Ταυτόχρονα όμως προειδοποίησε ότι υπάρχει ο κίνδυνος οι μαθητές να βασίζονται υπερβολικά σε αυτήν, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε επιστροφή σε χειρόγραφες εργασίες και προφορικές εξετάσεις.

Τέλος, ανακοίνωσε ότι η κυβέρνηση πρόκειται σύντομα να παρουσιάσει τις τελικές αποφάσεις της για τον περιορισμό πρόσβασης παιδιών κάτω των 15 ετών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όπως είπε, στόχος είναι τα μέτρα να είναι πρακτικά εφαρμόσιμα και να μην συγκρούονται με το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο για τις ψηφιακές υπηρεσίες, εκτιμώντας ότι σχετικές ανακοινώσεις θα γίνουν μέσα στον μήνα.