Περπατώ στην Αριστοτέλους και συναντώ τον Σάιντ και τον Μαρκ στα αναπηρικά τους αμαξίδια. Τους χαιρετώ, μου γελούν πιάνουμε την κουβέντα, φωτογραφιζόμαστε κάτω από τον ήλιο της Θεσσαλονίκης. Είναι τα πρόσωπα που θα κρατήσω μέσα μου πιο ανάγλυφα από το φετινό Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ.

Τους πρωτογνώρισα ως ήρωες του ντοκιμαντέρ «Lust for Life» του Σουηδού σκηνοθέτη Βίκτορ Νορντενσκιολντ, που έκανε πρεμιέρα χθες και τους έσφιξα το χέρι αμέσως μετά την παράσταση απόλυτα συγκινημένη όπως όλες και όλοι στην αίθουσα, μετά το τέλος μιας ταινίας που κατάφερε να μας ζεστάνει την καρδιά και να μας θυμίσει της αξίες μιας Ευρώπης που απαξιώνονται βίαια τελευταία όπως είπε με τον τρόπο του ο παραγωγός της ταινίας στο τέλος.

Στο σκίτσο στην αρχή της ταινίας ένας νεαρός κρατά στα χέρια του έναν άλλον και με μια στροφή της εικόνας οι ρόλοι αντιστρέφονται. Είναι ο δεύτερος που κουβαλά τον πρώτο. Γιατί στη διάρκεια των δέκα χρόνων των γυρισμάτων οι ρόλοι αντιστράφηκαν πολλές φορές και το ερώτημα «τελικά ποιος κουβαλά ποιον;» και «ποιος στηρίζει περισσότερο τον άλλο;» βρέθηκαν στο κέντρο του προβληματισμού των θεατών ξανά και ξανά.

Η ιστορία ξεκινά τον Οκτώβριο του 2015, στην κορύφωση της προσφυγικής κρίσης. Δύο έφηβοι από τη Συρία φτάνουν σε μια ελληνική παραλία μετά από ένα ακόμα επικίνδυνο ταξίδι. Ο Σαΐντ, τραυματισμένος από βομβαρδισμό και παράλυτος, δεν μπορεί να περπατήσει. Ο φίλος του Χαζίμ τον κουβαλά στην πλάτη, αφού αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το αναπηρικό καροτσάκι τους στη διαδρομή. Εξαντλημένοι αλλά ζωντανοί, δίνουν μια υπόσχεση: ότι δεν θα χωρίσουν ποτέ.

Από εκεί ξεκινά ένα ταξίδι που διαρκεί μια δεκαετία. Το ντοκιμαντέρ παρακολουθεί τη ζωή των δύο φίλων καθώς εγκαθίστανται στο Αμβούργο της Γερμανίας, όπου συναντούν τον Μάριους, έναν έφηβο με εγκεφαλική παράλυση, και τη μητέρα του Άστριντ. Οι ζωές τους μπλέκονται με έναν τρόπο απρόβλεπτο και βαθιά συγκινητικό. Σταδιακά δημιουργείται μια νέα μορφή οικογένειας, μια οικογένεια που δεν βασίζεται στο αίμα αλλά στη φροντίδα, στην αλληλεγγύη και στην αλληλεξάρτηση.

Η δύναμη της ταινίας βρίσκεται στο ότι δεν μιλά μόνο για τον πόλεμο ή την προσφυγιά. Μιλά για τη συμπερίληψη με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Οι ήρωες της ιστορίας βρίσκονται στο περιθώριο δύο διαφορετικών κοινωνικών πραγματικοτήτων: είναι πρόσφυγες, αλλά και άνθρωποι με αναπηρία. Το ντοκιμαντέρ, όμως, δεν τους παρουσιάζει ως θύματα. Αντίθετα, αναδεικνύει τις σχέσεις, την καθημερινότητά τους και κυρίως το πώς η έννοια της «δυνατότητας» και της «ικανότητας» μεταμορφώνεται όταν οι άνθρωποι ζουν μαζί και ενώνονται με δεσμούς αγάπης.

Όπως επισημαίνει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης, η ταινία εξερευνά την ιδέα της αλληλεξάρτησης. Ποιος κουβαλά ποιον; Ποιος είναι πραγματικά ο «δυνατός» και ποιος ο «αδύναμος»; Σε έναν κόσμο που έχει συνηθίσει να ταυτοποιεί με ταμπέλες και να κατανοεί κατηγοριοποιώντας, το Lust for Life δείχνει ότι οι ρόλοι αυτοί είναι πολύ πιο ρευστοί από όσο πιστεύουμε, όταν υπάρχει βέβαια το κατάλληλο κοινωνικό πλαίσιο για να αναδειχτεί το ανθρώπινο μεγαλείο.

Ο Μάριους κι ο Σαΐντ, δένονται επίσης σαν αδέρφια, καθηλωμένοι στα αμαξίδια για διαφορετικούς λόγους αλλά… βρίσκονται στη Γερμανία κι αυτό δεν τους εμποδίζει να κινηθούν, να μπουν στα ΜΜΜ, να ταξιδέψουν. Η Ελλάδα της σχεδόν απόλυτης έλλειψης προσβασιμότητας θα ήταν μια κόλαση για τους ίδιους ανθρώπους.

Ο Χαζίμ που είχε να φροντίζει μόνο τον ανάπηρο Σαΐντ, ανέλαβε και την φροντίδα του Μάριους όπως λίγο αργότερα καταρρέει από μία κατάθλιψη και χρειάζεται ο ίδιος φροντίδα.

Το αποτέλεσμα είναι ένα ντοκιμαντέρ βαθιά συγκινητικό χωρίς να καταφεύγει στον εύκολο συναισθηματισμό γιατί η δύναμή του  βρίσκεται στην μεταμόρφωση της ζωής όταν δημιουργούμε ψυχικό χώρο στις ανθρώπινες σχέσεις μας, όταν αφήνουμε την αγάπη να ορίζει τη ροή των πραγμάτων.

Η άνευ όρων αγάπη μπορεί να δημιουργήσει ένα σπίτι ακόμη και μέσα στη μεγαλύτερη αβεβαιότητα.

Ταυτόχρονα, το Lust for Life λειτουργεί και ως μια έμμεση υπενθύμιση για την Ευρώπη. Για εκείνη την Ευρώπη που κάποτε υπερηφανευόταν ότι ήταν χώρος προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλληλεγγύης και κοινωνικής πρόνοιας. Σε μια εποχή όπου η μετανάστευση κι η προσφυγιά δεν στοχοποιούνται απλά αλλά γίνονται τα πιο επιθετικά πιόνια στην σκακιέρα ακροδεξιών ηγετών, η ταινία επιστρέφει την προσοχή εκεί που πρέπει: στον άνθρωπο.

Ο Νορντενσκιολντ, ο σκηνοθέτης της ταινίας σχολίασε στο τέλος τον συμβολισμό της πρεμιέρας εξηγώντας πως συνάντησε τους δύο φίλους τυχαία σε μια ελληνική παραλία το 2015, στα πρώτα τους λεπτά στην Ευρώπη. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε ένα κινηματογραφικό ταξίδι δέκα ετών που κατέγραψε όχι μόνο τη ζωή των τριών νεαρών ανδρών αλλά και την ενηλικίωσή τους μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο αντιφάσεις.

Κι έφτασε χθες έχοντας δίπλα του σχεδόν ολόκληρη την ομάδα, στη χώρα όπου ξεκίνησαν όλα, να παρουσιάσει την ταινία σε μια επίσης ταραγμένη περίοδο εν μέσω πολέμων που δημιουργούν νέους πρόσφυγες.

Και να πει πώς η φιλία μπορεί να γίνει μορφή αντίστασης απέναντι στον πόλεμο, στην αναπηρία, στη μοναξιά και στον φόβο και να μας δείξει πως μοιάζει η Ευρώπη, όταν αγκαλιάζει τον άνθρωπο.