Ο νέος Ανώτατος Ηγέτης του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, αναλαμβάνει την ηγεσία της χώρας κληρονομώντας όχι μόνο την πολιτική εξουσία του πατέρα του Αλί Χαμενεΐ – ο οποίος σκοτώθηκε κατά την πρώτη ημέρα της επίθεσης που εξαπέλυσαν στις 28 Φεβρουαρίου 2026 οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν – αλλά και ένα πανίσχυρο κέντρο εξουσίας που κυριαρχεί σχεδόν σε κάθε πτυχή του ιρανικού κράτους. Ένα «κράτος μέσα στο κράτος», ένα αυστηρά φυλασσόμενο, απόρρητο συγκρότημα στο κέντρο της Τεχεράνης.
O Μοτζτάμπα Χαμενεΐ / Reuters
Το Bayt-e Rahbari δεν είναι απλώς ένα γραφείο. Με τις… ευλογίες του Αλί Χαμενεΐ μεταμορφώθηκε στον πυρήνα ενός παράλληλου συστήματος ελέγχου. Ένα σκοτεινό κέντρο εξουσίας που λειτουργεί πίσω από κλειστές πόρτες ως ένα εκτεταμένο δίκτυο που ελέγχει τους κύριους μοχλούς εξουσίας (στρατό, υπηρεσίες ασφαλείας, οικονομικά ιδρύματα), επιτρέποντας στον Ανώτατο Ηγέτη του Ιράν να παρακάμπτει την εκλεγμένη κυβέρνηση και το κοινοβούλιο.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Το κέντρο εξουσίας που τώρα περνά στα χέρια του Μοτζτάμπα είναι γνωστό στα περσικά ως Bayt-e Rahbari, δηλαδή «Οίκος του Ανώτατου Ηγέτη», και συχνά αποκαλείται απλώς Bayt. Παραδοσιακά, στο σιιτικό Ισλάμ, κάθε αγιατολάχ διατηρεί ένα τέτοιο γραφείο για να ασχολείται με τα θρησκευτικά ζητήματα των πιστών και να οργανώνει δραστηριότητες όπως η φιλανθρωπία. Ωστόσο, ο πατέρας του, Αλί Χαμενεΐ, μετέτρεψε αυτόν τον θεσμό σε κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Κατά τη διάρκεια των 37 ετών της εξουσίας του, πριν σκοτωθεί σε επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, μετέτρεψε το παραδοσιακό θρησκευτικό γραφείο σε ένα τεράστιο κέντρο εθνικής ασφάλειας που επιβλέπει τον στρατό, τις μυστικές υπηρεσίες, την οικονομία, την εξωτερική πολιτική αλλά και το θρησκευτικό κατεστημένο.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
«Υπό τον Χαμενεΐ, το Bayt μετατράπηκε σε ένα πλήρες σύστημα ασφάλειας, πολιτικής και οικονομικής εξουσίας – ένα κράτος μέσα στο κράτος», εξηγεί ο πολιτικός επιστήμονας Σαΐντ Γκολκάρ από το Πανεπιστήμιο του Τενεσί.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Σήμερα στο Bayt εργάζονται περίπου 4.000 άτομα, ενώ ακόμη 40.000 συνεργάζονται με το δίκτυό του σε διάφορους κρατικούς θεσμούς. Ο Αλί Χαμενεΐ δημιούργησε παράλληλες δομές για σχεδόν κάθε υπουργείο, τοποθετώντας ισχυρούς εκπροσώπους για θέματα εξωτερικής πολιτικής, εκπαίδευσης, πολιτισμού και άλλων τομέων, ώστε να διασφαλίζεται ότι η κυβερνητική πολιτική ακολουθεί τις κατευθύνσεις του. Επίσης ελέγχει άμεσα τους Φρουρούς της Επανάστασης.
Σύμφωνα με αναφορές, ο γιος του Χαμενεΐ, Μοτζτάμπα, έχει διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο στη διασύνδεση του γραφείου με τις υπηρεσίες πληροφοριών και τους Φρουρούς της Επανάστασης.
Για δεκαετίες, ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ παρέμενε μια από τις πιο μυστηριώδεις προσωπικότητες του ιρανικού καθεστώτος. Σπάνια εμφανιζόταν δημόσια και απέφευγε την ανοιχτή πολιτική δραστηριότητα, ωστόσο θεωρούνταν ένας από τους πιο επιδραστικούς ανθρώπους στο εσωτερικό του συστήματος εξουσίας.
Ένα από τα πρώτα επεισόδια που στιγμάτισαν δημόσια τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ – ο οποίος δεν έχει δώσει σημεία ζωής αφότου διαδέχθηκε τον πατέρα του Αλί Χαμενεΐ – χρονολογείται από τις προεδρικές εκλογές του 2005. Τότε, μετά την απροσδόκητη νίκη του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, ο μεταρρυθμιστής πολιτικός και αντίπαλος του, Μεχντί Καρουμπί, κατηγόρησε ανοιχτά τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ ότι παρενέβη για να επηρεάσει το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.
Σε ανοιχτή επιστολή του προς τον Αλί Χαμενεΐ, προειδοποιούσε ότι η εμπλοκή συγγενών και συνεργατών θρησκευτικών και πολιτικών αξιωματούχων θα είχε σοβαρές συνέπειες για το πολιτικό σύστημα. Οι δύο εφημερίδες που δημοσίευσαν την επιστολή αναγκάστηκαν αργότερα να αναστείλουν την έκδοσή τους.
Έκτοτε, ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ απέκτησε τη φήμη ενός ανθρώπου που δρα στις σκιές, χρησιμοποιώντας τη δύναμη του γραφείου του πατέρα του για να επηρεάζει τις εξελίξεις στην Ισλαμική Δημοκρατία προς όφελος της σκληροπυρηνικής πτέρυγας του καθεστώτος.
Ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, 56 ετών και δεύτερος από τους τέσσερις γιους του εκλιπόντος ηγέτη, θεωρούνταν ήδη επί χρόνια ο «μίνι Ανώτατος Ηγέτης», καθώς συμβούλευε τον πατέρα του και είχε ενεργό ρόλο στον συντονισμό των δραστηριοτήτων του γραφείου. Οι τρεις αδελφοί του συμμετείχαν επίσης ως σύμβουλοι.
Η επιλογή του, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές που επικαλούνται οι New York Times, δείχνει ότι το καθεστώς επιδιώκει συνέχεια και σταθερότητα εν μέσω πολέμου και εσωτερικής κρίσης.
Παράλληλα, ειδικοί επισημαίνουν ότι η θρησκευτική βαρύτητα του αξιώματος έχει μειωθεί ακόμη περισσότερο. Ο 56χρονος είναι ιερωμένος μεσαίας βαθμίδας – αν και τα επίσημα μέσα άρχισαν αμέσως να τον αποκαλούν αγιατολάχ.
Αν και η κυρίαρχη ιδεολογία στο Ιράν δεν βλέπει κατ’ αρχήν με καλό μάτι την κληρονομική διαδοχή, οι αναλυτές εκτιμούν ότι, όπως και ο πατέρας του, ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ θα στηριχθεί κυρίως στις δυνάμεις ασφαλείας και στους Φρουρούς της Επανάστασης, με τους οποίους διατηρεί στενές σχέσεις από νεαρή ηλικία. Μάλιστα, η σχέση του με τους διοικητές του Σώματος των Φρουρών χρονολογείται από τα τελευταία χρόνια του πολέμου Ιράν–Ιράκ τη δεκαετία του 1980 όταν πολέμησε ως νεαρός εθελοντής.
Σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια βαθύτερη μεταμόρφωση του καθεστώτος: από μια θεοκρατική δημοκρατία που γεννήθηκε μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 σε ένα πιο σκληρό, συγκεντρωτικό κράτος ασφάλειας.
«Το Ιράν έχει ήδη μετακινηθεί από ένα θεοκρατικό καθεστώς σε ένα θεοκρατικό σύστημα ασφάλειας υπό τον Χαμενεΐ», σημειώνει ο Γκολκάρ. «Τώρα, με τον Μοτζτάμπα, φαίνεται να κινείται προς ένα ακόμη πιο ολοκληρωμένο κράτος ασφάλειας».
