Η παγκόσμια αγορά πετρελαίου βιώνει μία από τις πιο ακραίες περιόδους μεταβλητότητας στην ιστορία της.

Oil Rockets Past $111, Triggering Emergency Economic Shields in Greece/AP Photo / Charlie Riedel

Κι αυτό καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή προκαλεί τεράστιες αναταράξεις στην προσφορά ενέργειας.

Μέσα σε λίγες ώρες τη Δευτέρα οι τιμές του αργού πετρελαίου εκτινάχθηκαν στα 115 δολάρια το βαρέλι, προτού καταρρεύσουν ξανά κάτω από τα επίπεδα της προηγούμενης εβδομάδας, έπειτα από δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ που ερμηνεύτηκαν από τις αγορές ως ένδειξη πιθανής αποκλιμάκωσης της κρίσης στη Μέση Ανατολή.

Παρά τη σχετική ηρεμία που ακολούθησε, αναλυτές προειδοποιούν ότι οι παγκόσμιες ενεργειακές αλυσίδες έχουν ήδη υποστεί σοβαρό πλήγμα και ότι οι κίνδυνοι για την οικονομία παραμένουν ιδιαίτερα υψηλοί.

Σύμφωνα με ανάλυση του BBC, η Δευτέρα χαρακτηρίστηκε ως «η πιο ασταθής ημέρα συναλλαγών πετρελαίου στην παγκόσμια Ιστορία».

Στις πρώτες ώρες των συναλλαγών, η τιμή του αργού σκαρφάλωσε στα 115 δολάρια το βαρέλι, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή προκάλεσε φόβους για δραματική μείωση της παγκόσμιας προσφοράς.

Ωστόσο, λίγο αργότερα εμφανίστηκαν πληροφορίες πως οι υπουργοί Οικονομικών της G7 επρόκειτο να πραγματοποιήσουν έκτακτη σύσκεψη για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης.

Στο τραπέζι τέθηκε
το ενδεχόμενο συντονισμένης απελευθέρωσης έως και 300 εκατομμυρίων βαρελιών από
στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, σε συνεργασία με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας.

Ακόμη και η φημολογία για μια τέτοια κίνηση ήταν αρκετή για να περιορίσει, προσωρινά, την άνοδο των τιμών.

Η παρέμβαση
Τραμπ και η απότομη πτώση των τιμών του πετρελαίου

Το πραγματικό σημείο καμπής για τις αγορές ήρθε όταν ο πρόεδρος Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ ίσως δεν επιδιώκουν έναν μακροχρόνιο πόλεμο με το Ιράν.

Οι δηλώσεις του ερμηνεύτηκαν από τους επενδυτές ως ένδειξη πιθανής αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης, οδηγώντας σε απότομη πτώση των τιμών του πετρελαίου.

Όταν άνοιξαν ξανά οι αγορές στην Ασία, το πετρέλαιο διαπραγματευόταν κοντά στα 90 δολάρια το βαρέλι, επίπεδο σαφώς χαμηλότερο από τα υψηλά της ημέρας, αλλά, ακόμη, σημαντικά υψηλότερο από τα επίπεδα πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.

Παρά τη σχετική
σταθεροποίηση, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η αγορά παραμένει εξαιρετικά
ευαίσθητη σε κάθε γεωπολιτική εξέλιξη.

Η βασική αιτία της αναταραχής βρίσκεται στη λειτουργία -ή μάλλον στη δυσλειτουργία- των Στενών του Ορμούζ, της στρατηγικής θαλάσσιας αρτηρίας στον Κόλπο από την οποία διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου.

Η Τεχεράνη έχει απειλήσει ότι θα πλήξει σχεδόν οποιοδήποτε δεξαμενόπλοιο διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, κάτι που έχει οδηγήσει σε σχεδόν πλήρη παύση φορτώσεων και παραδόσεων πετρελαίου στην περιοχή.

Το αποτέλεσμα είναι να διακοπεί περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς – μια διαταραχή σχεδόν διπλάσια από εκείνη που είχε σημειωθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης του Σουέζ το 1956.

Ταυτόχρονα,
αρκετές χώρες του Κόλπου έχουν επιβραδύνει την παραγωγή τους ή έχουν κηρύξει «force majeure», δηλαδή αδυναμία εκπλήρωσης συμβολαίων λόγω έκτακτων περιστάσεων.

Η κατάσταση επιδεινώνεται από το ότι η παγκόσμια αγορά έχει χάσει τον βασικό της μηχανισμό απορρόφησης κραδασμών: την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα.

Η Σαουδική Αραβία
και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που συνήθως αυξάνουν γρήγορα την παραγωγή πετρελαίου
όταν υπάρχει έλλειψη στην αγορά, έχουν επίσης περιοριστεί λόγω της κρίσης στην
περιοχή.

Ο ιδρυτής της Rapidan Energy Group, Μπομπ Μακ Νάλι, περιγράφει την κατάσταση ως εξαιρετικά επικίνδυνη: «Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά χωρίς ουσιαστικό “μαξιλάρι”. Δεν υπάρχει πλέον κάποιος παραγωγός που να μπορεί να αυξήσει γρήγορα την παραγωγή για να σταθεροποιήσει τις τιμές».

Επιπλέον, επειδή τα δεξαμενόπλοια δεν μπορούν να κινηθούν κανονικά, οι παραγωγοί της περιοχής αντιμετωπίζουν και ένα παράδοξο πρόβλημα: Δεν έχουν πού να αποθηκεύσουν το πετρέλαιο που παράγουν, κάτι που τους αναγκάζει να μειώσουν την παραγωγή.

Η πιθανή απελευθέρωση 300 εκατομμυρίων βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα -η απόφαση αναβλήθηκε τελικά- θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη παρέμβαση στην ιστορία της αγοράς πετρελαίου.

Ωστόσο, ακόμη και αυτή η τεράστια ποσότητα αντιστοιχεί σε λιγότερες από τρεις ημέρες παγκόσμιας κατανάλωσης – η οποία φτάνει περίπου τα 104 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, πράγμα που σημαίνει ότι ακόμη και μια τόσο δραστική παρέμβαση θα μπορούσε να προσφέρει μόνο προσωρινή ανακούφιση.

Επιπλέον, οι χώρες της G7 δεν συμφωνούν απαραίτητα όλες για μια τέτοια κίνηση, ενώ παραμένουν ανοιχτά πρακτικά ζητήματα, όπως:

Ποιος θα εγγυηθεί την ασφάλεια των δεξαμενόπλοιων;Θα υπάρξουν ναυτικές συνοδείες για τα πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ;Και μπορεί η ασφάλιση των πλοίων να λειτουργήσει όταν drones και πύραυλοι πετούν πάνω από τις θαλάσσιες διαδρομές;

Παρά τη μεγάλη άνοδο των τιμών, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η αγορά ίσως αντιδρά υπερβολικά βραχυπρόθεσμα.

Ο ιδρυτής της Pickering Energy Partners, Νταν Πίκερινγκ, επισημαίνει ότι τα συμβόλαια μελλοντικής παράδοσης για το 2027 και το 2028 εξακολουθούν να διαπραγματεύονται σε επίπεδα κοντά στα 60-70 δολάρια το βαρέλι, κάτι που υποδηλώνει πως οι αγορές δεν περιμένουν μόνιμα υψηλές τιμές.

Ωστόσο, άλλοι αναλυτές προειδοποιούν ότι, αν η κρίση παραταθεί, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη.

Ο επικεφαλής αναλυτής πετρελαίου της Kpler, Χομαγιούν Φαλακσαχί, προειδοποιεί: «Η άνοδος ίσως είναι λίγο υπερβολική βραχυπρόθεσμα, αλλά, αν μέχρι το τέλος Μαρτίου δεν αποκατασταθεί η κυκλοφορία στα Στενά του Ορμούζ, οι τιμές θα μπορούσαν να φτάσουν ακόμη και τα 150 δολάρια το βαρέλι».

Η εκτίναξη των
τιμών του πετρελαίου έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει τους καταναλωτές, ιδιαίτερα
στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ αυξήθηκε κατά περίπου 50 σεντς μέσα σε μία εβδομάδα, φτάνοντας τα 3,48 δολάρια ανά γαλόνι – το υψηλότερο επίπεδο από οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια των δύο προεδρικών θητειών του Τραμπ.

Όπως σημειώνει ο Πίκερινγκ, αυτό ασκεί πολιτική πίεση στην κυβέρνηση. «Όσο πιο ψηλά ανεβαίνουν οι τιμές, τόσο μεγαλύτερη είναι η πίεση στην κυβέρνηση Τραμπ να κάνει κάτι για να προστατεύσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ», επισημαίνει. «Και όσο περισσότερο χρόνο χρειαστεί για να ανοίξει ξανά η διαδρομή, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η ανοδική πίεση στις τιμές».